Επί βαυαροκρατίας έλαβε την επί έναν αιώνα οριστική του μορφή το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, συγκεκριμένα με μια σειρά νόμων που ψηφίστηκαν μεταξύ 1833-1837. Με στόχο τη νομοθετική θεμελίωση και οργάνωση συνολικά του νεοελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος εξέδωσε διάταγμα «Περί συστάσεως ἐπιτροπῆς πρός διοργανισμόν τῶν σχολείωn» της οποίας σκοπός ήταν αφενός η πληροφόρηση της Αντιβασιλείας περί της καταστάσεως της δημόσιας εκπαίδευσης αφετέρου η υποβολή σʹ αυτήν πρότασης για τα μέσα βελτίωσής της, ενώ με άλλο διάταγμα η Αντιβασιλεία καθόρισε τα καθήκοντα του Γραμματέως «ἐπί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καί τῆς Δημοσίου Ἐκπαιδεύσεως τῆς Ἐπικρατείας». Η αντιβασιλεία είχε ως στόχο τη μεταφύτευση του συγκεντρωτικού κλασσικιστικού βαυαρικού αλλά και του γαλλικού συστήματος σε ό, τι αφορούσε τη στοιχειώδη εκπαίδευση, στα ελληνικά εδάφη, κάτι που διαπνέει όλη την αντίστοιχη νομοθεσία, αν και αυτή καθ'αυτή η μίμηση ξένων προτύπων δεν ήταν κάτι νέο στα εκπαιδευτικά πράγματα, ήδη από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Εξάλλου ήταν λογικό πως μια άρτι ανεξαρτητοποιημένη μικρή χώρα δε θα μπορούσε να έχει δική της παράδοση στην παιδαγωγική επιστήμη. Η πρωτοβάθμια βαθμίδα περιλάμβανε το επτατάξιο υποχρεωτικό δημοτικό σχολείο, το οποίο χρηματοδοτούνταν από τους δήμους αλλά και εισφορές των γονέων. Όποιος επιθυμούσε να συνεχίσει την εκπαίδευση του σε ανώτερη βαθμίδα πήγαινε κατόπιν εξετάσεων στο τριτάξιο ελληνικό σχολείο, από το οποίο χωρίς εξετάσεις μπορούσε να φοιτήσει στο τετρατάξιο επίσης δωρεάν γυμνάσιο, που με τη σειρά του οδηγούσε στη δωρεάν τριτοβάθμια εκπαίδευση. Παράλληλα λειτουργούσε μια σειρά επαγγελματικών σχολειών για όσους ολοκλήρωναν την υποχρεωτική εκπαίδευση και δεν θα συνέχιζαν στην ανώτερη. Σημαντικό ρόλο σε αυτό το κομμάτι έπαιξε η έρευνα του γνωστού Φιλέλληνα Ειρηναίου Θείρσιου (Friedrich von Thiersch) o οποίος μεταξύ άλλων πρότεινε και την ίδρυση πολυτεχνείου, το οποίο πράγματι λειτούργησε από το 1836, αρχικά ως σχολείο τεχνικής εκπαίδευσης.
Οι οικονομικές δυσκολίες των δήμων και των γονέων οδήγησαν την πλειονότητα των δημοτικών σχολείων σε υπολειτουργία, ενώ τα δευτεροβάθμια βρισκόταν μόνο στις πρωτεύουσες επαρχιών και νομών, σε μια περίοδο που τα 2/3 του πληθυσμού κατοικούσαν στην ύπαιθρο και οι συγκοινωνίες ήταν υποτυπώδεις. Παρά την Ωστόσο η μεγάλη αδυναμία του νέου αυτού συστήματος ήταν ο προσανατολισμός των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, με την αποκλειστική του σχεδόν προσήλωση στην ελληνική αρχαιότητα. Ενδεικτικό είναι πως ήδη από την πρώτη δημοτικού ξεκινούσε η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής, ενώ το 1856 θεσπίστηκε πως αποκλειστική γλώσσα σε όλη την υποχρεωτική εκπαίδευση. Οι εξετάσεις συνίσταντο στις ερωταπαντήσεις κλίσεων και ρημάτων της αρχαίας ελληνικής. Το αρχαιολατρικό πνεύμα εντεινόταν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπου τα αρχαία, τα λατινικά και η ιστορία της αρχαίας Ελλάδας καταλάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος του προγράμματος, σε βάρος των θετικών επιστημών αλλά και της μεταγενέστερης ελληνικής και διεθνούς ιστορίας. Χαρακτηριστικό των συνεπειών της μονομερούς εκπαίδευσης ήταν η διαρκής πρόσκληση ξένων μηχανικών και τεχνιτών για την εκτέλεση των πολυάριθμων τεχνικών έργων, ιδίως στην επεκτεινόμενη πρωτεύουσα. Ακόμα πιο δυσάρεστη ήταν η θέσπιση των σωματικών ποινών και της άτεγκτης πειθαρχίας ως παιδαγωγικών μεθόδων, που συνόδευσε το εκπαιδευτικό σύστημα για πολλές δεκαετίες ακόμα. Αξίζει επίσης να αναφερθεί πως από τη μέση και ανώτατη εκπαίδευση γινόταν δεκτοί μόνο άρρενες μαθητές, όπως υποδηλώνει η αποκλειστική χρήση του όρου "παίδας" στη νομοθεσία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου