Η Bosch, που είχε ιδρυθεί το 1886 από τον Robert Bosch, αποτελούσε την περίοδο που εξετάζεται, την τρίτη μεγαλύτερη βιομηχανία ηλεκτρικών ειδών, μετά την Siemens και την AEG. Η άμεση εμπλοκή της στα πολεμικά σχέδια του Ράιχ χρονολογείται από το 1937 όταν η εταιρεία αναλαμβάνει για λογαριασμό του γενικού επιτελείου της Βέρμαχτ να παράγει βοηθητικά εξαρτήματα για πολεμικά οχήματα, αεροπλάνα και όπλα. Για το σκοπό αυτό μάλιστα, ίδρυσε μια θυγατρική, την ELFI, γνωστή αργότερα ως Triller-Werke στην ως τότε μικρή πόλη του Hildesheim, που έμελε να εξελιχθεί σε σημαντικό μέχρι τις μέρες μας βιομηχανικό κέντρο με 100000 κατοίκους. Οι εγκαταστάσεις της Bosch έμειναν άθικτες από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς, κάτι το οποίο επέτρεψε στα εργοστάσια της να δουλεύουν σε πλήρεις ρυθμούς μέχρι το τέλος του πολέμου. Ενδιαφέρον παρουσιάζει πως, παρότι ηγετικά μέλη της διοίκησης φέρονται εμπλεγμένα σε αντιναζιστικές οργανώσεις, σε κανένα σημείο η πολιτική της επιχείρησης δεν απέκλινε από την αγαστή συνεργασία με τις ναζιστικές αρχές, γεγονός κατανοητό από το ότι συνιστούσε μια πολύ ασφαλή οδό προς την κερδοφορία.
Στην περίπτωση της Bosch υπάρχει ένα σοβαρό εμπόδιο μεθοδολογικής φύσης, το οποίο έγκειται στη συγκριτική σπανιότητα πρωτογενών πηγών. Πέραν του αργού αποχαρακτηρισμού των αρχείων της επιχείρησης, ένα σημαντικό της μέρος για την περίοδο που μας αφορά καταστράφηκε σε πυρκαγιά το 1944, ενώ υπάρχουν ενδείξεις και για σκόπιμη καταστροφή επιβαρυντικών στοιχείων για τις σχέσεις με το ναζιστικό καθεστώς. Επιπλέον, η φύση της ενδοεταιρικής επικοινωνίας ήταν τέτοια, ώστε πολλές αποφάσεις λαμβάνονταν δίχως να αφήνουν ουσιαστικά γραπτά κατάλοιπα, κι έτσι συχνά μόνο εικασίες εκ του αποτελέσματος μπορούν να γίνουν.
Η ίδια η δημιουργία των εγκαταστάσεων στο Hildesheim εντάσσεται σε ένα σχέδιο αποκέντρωσης των ναζί, για οικονομικούς λόγους, αλλά κι επειδή κρίθηκε (ορθώς όπως τελικά αποδείχτηκε) πως σε περίπτωση πολεμικής αναμέτρησης προσφερόταν μεγαλύτερη ασφάλεια. Το αρχικό κόστος της επένδυσης, που ανήλθε περίπου στα 25 εκ. Reichsmark ανελήφθη σχεδόν εξολοκλήρου από το Γενικό επιτελείου στρατού, ενώ και για κάθε συνδρομή της εταιρείας διασφαλίστηκαν γενναιόδωρα, φορολογικά και άλλα, ανταλλάγματα. Το υψηλότερο κόστος παραγωγής στο Hildesheim σε σχέση με τα άλλα εργοστάσια της εταιρείας ανέστειλε λίγο την απόσβεση, σε σχέση με παρεμφερείς επιχειρήσεις την ίδια εποχή, αλλά και τα κεντρικά της εταιρείας στη Στουτγάρδη. Η σχετική έλλειψη ειδικευμένων εργατικών χεριών, έγινε προσπάθεια να καλυφθεί μερικώς από την αύξηση του ωραρίου από 48 σε 60 ώρες, σε δύο βάρδιες για 5,5 μέρες, και την εισαγωγή σεμιναρίων κατάρτισης, εντός του εργοστασίου, ενώ το λιγοστό ειδικευμένο προσωπικό εργαζόταν κατά τρόπο που κρινόταν πως αύξανε την παραγωγικότητα του. Οι αμοιβές ωστόσο κινούνταν κάτω από το μέσο όρο για αντίστοιχες εργασίες σε ομοειδείς εταιρείες του κλάδου.
Από τον πρώτο χρόνο του πολέμου άρχισε σε ευρεία κλίμακα η χρήση ξένων εργατών, οι οποίοι έφτασαν τελικά να αριθμού τα 2/3 του προσωπικού. Οι προϊστάμενοι των τμημάτων διαμαρτύρονταν συχνά για αύξηση των κακών χειρισμών εν ώρα εργασίας και την εν γένει συμπεριφορά των αλλοδαπών, ωστόσο η έρευνα δείχνει πως εκείνοι που αντιδρούσαν περισσότερο στις συνθήκες εργασίας ήταν οι Γερμανοί εργάτες, πιθανόν γιατί ένιωθαν λιγότερο ευάλωτοι σε κατασταλτικές πολιτικές από τους ξένους συναδέλφους τους. Αυξημένες απουσίες από την εργασία σημειώνονταν κυρίως από Γερμανούς, ενώ και οι προσπάθειες της διοίκησης σε συνεργασία με την DAF (κορπορατίστικη οργάνωση με στόχο την αναψυχή μετά την εργασία) να δώσει κίνητρα απόδοσης ή να διοργανώσει ψυχαγωγικές δραστηριότητες μετά την εργασία έπεσαν στο κενό. Κατόπιν τούτου η διοίκηση προχώρησε καταδόσεις βραδυπορούντων ή "τεμπέληδων" στην Γεστάπο, απ'όπου οι ένοχοι κατευθύνονταν σε στρατόπεδα εργασίας ή καταδικάζονταν σε μακροχρόνια φυλάκιση. Το εργοστάσιο ήταν κι επίκεντρο αντιστασιακών δραστηριοτήτων, ένας μάλιστα εργάτης απαγχονίστηκε για το λόγο αυτό.
Παρά την τελική μεγάλη συμμετοχή ξένων εργατών στο δυναμικό της εταιρείας, όπως αναφέρθηκε, αρχικά οι αιτήσεις της διοίκησης για την παροχή τους στο Γενικό επιτελείο στέφθηκαν από μάλλον μέτρια επιτυχία, λόγω του ότι αφενός δεν υπήρχε αρκετό εξειδικευμένο προσωπικό στις τάξεις των πρώτων επιστρατευμένων και αιχμαλώτων, αφετέρου διότι οι αρχές έδιναν βάρος σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις, θεωρώντας πως σύντομα θα έληγε ο πόλεμος άρα δεν υπήρχε λόγος για ενίσχυση όλων των βιομηχανιών που ασχολούνταν με την παραγωγή πολεμικού υλικού. Σύντομα αυτές οι προσδοκίες ανατράπηκαν, ωστόσο οι τεχνικές δελεασμού κι εξαναγκασμού ξένων εργατών οργανώθηκαν καλύτερα, με αποτέλεσμα την αφειδώλευτη διοχέτευση τους σε επιχειρήσεις, μεγάλες, μεσαίες αλλά και μικρότερες, ακόμα και σε οικογενειακές φάρμες. Το μεγαλύτερο μέρος τους προερχόταν από την ΕΣΣΔ, κυρίως τη Ρωσία, δευτερευόντως από την Πολωνία και δυτικές χώρες (Βέλγιο, Γαλλία, Ολλανδία, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και Ιταλοί) ενώ ένα 30% ως 35% ήταν γυναίκες, που λόγω της φύσης της εργασίας κρινόταν καλύτερες για τον χειρισμό μικρών αντικειμένων. Οι ειδικευμένοι εργάτες καθώς και οι πανεπιστημιακές εκπαίδευσης εργαζόμενοι προέρχονταν περίπου ομοιόμορφα από όλες τις εθνικότητες.
Οι διαχωρισμοί μεταξύ των εργατών ήταν σημαντικοί αναλόγως με την ιεραρχία τους στη φυλετική κλίμακα των ναζί. Οι δυτικοί εργάτες είχαν την ίδια αντιμετώπιση με τους Γερμανούς, μισθολογικά, στο ωράριο, την παροχή κουπονιών σίτισης και τη γενικότερη συμπεριφορά τους. Αποκλείονταν ωστόσο από κάποιες επιπλέον παροχές της επιχείρησης στους εργαζόμενους της και κατοικούσαν περιφραγμένοι από τους άλλους στις εργατικές κατοικίες πλησίον του εργοστασίου. Σε γενικές γραμμές οι συνθήκες στο Hildesheim ήταν καλές, ιδιαίτερα συγκρινόμενες με εκείνες σε άλλα ομοειδή περιβάλλοντα, με αποτέλεσμα οι ξένοι εργάτες να επιδιώκουν τη μεταφορά τους εκεί. Για την κατάσταση των ανατολικών εργατών δεν είναι γνωστά πολλά πράγματα, ωστόσο φαίνεται πως ήταν ασύγκριτα χειρότερες. Οι κατοικίες τους ήταν χειρότερης ποιότητας, μακριά από το χώρο εργασίας στον οποίο έπρεπε να πηγαίνουν με τα πόδια. Τα ρούχα τους ήταν τα μεταχειρισμένα των Γερμανών και δυτικών συναδέλφων τους, ενώ ασφαλέστερη ένδειξη των συνθηκών εργασίας αποτελεί η συχνότητα των αναρρωτικών αδειών μέσα στη συγκεκριμένη ομάδα. Κακή φαίνεται πως ήταν και η επισιτιστική τους κατάσταση, δεδομένου μάλιστα το ότι ούτε εκείνη των συναδέλφων τους χαρακτηρίζεται ως ικανοποιητική, οι δε Γερμανοί εργάτες παρά τη λήψη κουπονιών σίτισης συμπλήρωναν τη διατροφή τους χάρη στη φροντίδα των οικογενειών τους. Με βάση μαρτυρίες οι Πολωνοί ήταν η πλέον στοχοποιημένη ομάδα, που έκανε τις βαρύτερες δουλειές, και δεχόταν τις σκαιότερες συμπεριφορές από τη διοίκηση αλλά και από συναδέλφους.
Η αντίληψη περί "ανθρώπινης" μεταχείρισης, τουλάχιστον των δυτικών εργαζόμενων εξηγείται εν πολλοίς λόγω των άθλιων συνθηκών που επικρατούσαν σε άλλες επιχειρήσεις του κλάδου κι όχι μόνο, παρά από πραγματικά γεγονότα. Σε κάθε περίπτωση το τέλος του πολέμου, συνεπώς και της φτηνής καταναγκαστικής εργασίας δε σήμανε και το τέλος της κερδοφορίας των εγκαταστάσεων του Hildesheim, και τις Bosch εν γένει (μοναδική απώλεια η κοινωνικοποίηση των κεντρικών της στο υπό σοβιετικό έλεγχο ανατολικό Βερολίνο), αφού οι συγκεκριμένες απώλειες αντισταθμίστηκαν και με το παραπάνω από πρόσφυγες προερχόμενους από άλλα κατεστραμμένα μέρη της Γερμανίας, αλλά και Γερμανούς μειονοτικούς από την Ανατολική Ευρώπη.
Stefan A. Oyen, Manfred Overesch„ Starter für den Krieg“
Bosch Hildesheim im Dritten Reich, στο Rüstung, Kriegswirtschaft und Zwangsarbeit im Dritten Reich, Andreas Heusler, Mark Spoerer, Helmuth Trischler (επιμ.), Oldenbourg Verlag 2011, 107-137
Στην περίπτωση της Bosch υπάρχει ένα σοβαρό εμπόδιο μεθοδολογικής φύσης, το οποίο έγκειται στη συγκριτική σπανιότητα πρωτογενών πηγών. Πέραν του αργού αποχαρακτηρισμού των αρχείων της επιχείρησης, ένα σημαντικό της μέρος για την περίοδο που μας αφορά καταστράφηκε σε πυρκαγιά το 1944, ενώ υπάρχουν ενδείξεις και για σκόπιμη καταστροφή επιβαρυντικών στοιχείων για τις σχέσεις με το ναζιστικό καθεστώς. Επιπλέον, η φύση της ενδοεταιρικής επικοινωνίας ήταν τέτοια, ώστε πολλές αποφάσεις λαμβάνονταν δίχως να αφήνουν ουσιαστικά γραπτά κατάλοιπα, κι έτσι συχνά μόνο εικασίες εκ του αποτελέσματος μπορούν να γίνουν.
Η ίδια η δημιουργία των εγκαταστάσεων στο Hildesheim εντάσσεται σε ένα σχέδιο αποκέντρωσης των ναζί, για οικονομικούς λόγους, αλλά κι επειδή κρίθηκε (ορθώς όπως τελικά αποδείχτηκε) πως σε περίπτωση πολεμικής αναμέτρησης προσφερόταν μεγαλύτερη ασφάλεια. Το αρχικό κόστος της επένδυσης, που ανήλθε περίπου στα 25 εκ. Reichsmark ανελήφθη σχεδόν εξολοκλήρου από το Γενικό επιτελείου στρατού, ενώ και για κάθε συνδρομή της εταιρείας διασφαλίστηκαν γενναιόδωρα, φορολογικά και άλλα, ανταλλάγματα. Το υψηλότερο κόστος παραγωγής στο Hildesheim σε σχέση με τα άλλα εργοστάσια της εταιρείας ανέστειλε λίγο την απόσβεση, σε σχέση με παρεμφερείς επιχειρήσεις την ίδια εποχή, αλλά και τα κεντρικά της εταιρείας στη Στουτγάρδη. Η σχετική έλλειψη ειδικευμένων εργατικών χεριών, έγινε προσπάθεια να καλυφθεί μερικώς από την αύξηση του ωραρίου από 48 σε 60 ώρες, σε δύο βάρδιες για 5,5 μέρες, και την εισαγωγή σεμιναρίων κατάρτισης, εντός του εργοστασίου, ενώ το λιγοστό ειδικευμένο προσωπικό εργαζόταν κατά τρόπο που κρινόταν πως αύξανε την παραγωγικότητα του. Οι αμοιβές ωστόσο κινούνταν κάτω από το μέσο όρο για αντίστοιχες εργασίες σε ομοειδείς εταιρείες του κλάδου.
Από τον πρώτο χρόνο του πολέμου άρχισε σε ευρεία κλίμακα η χρήση ξένων εργατών, οι οποίοι έφτασαν τελικά να αριθμού τα 2/3 του προσωπικού. Οι προϊστάμενοι των τμημάτων διαμαρτύρονταν συχνά για αύξηση των κακών χειρισμών εν ώρα εργασίας και την εν γένει συμπεριφορά των αλλοδαπών, ωστόσο η έρευνα δείχνει πως εκείνοι που αντιδρούσαν περισσότερο στις συνθήκες εργασίας ήταν οι Γερμανοί εργάτες, πιθανόν γιατί ένιωθαν λιγότερο ευάλωτοι σε κατασταλτικές πολιτικές από τους ξένους συναδέλφους τους. Αυξημένες απουσίες από την εργασία σημειώνονταν κυρίως από Γερμανούς, ενώ και οι προσπάθειες της διοίκησης σε συνεργασία με την DAF (κορπορατίστικη οργάνωση με στόχο την αναψυχή μετά την εργασία) να δώσει κίνητρα απόδοσης ή να διοργανώσει ψυχαγωγικές δραστηριότητες μετά την εργασία έπεσαν στο κενό. Κατόπιν τούτου η διοίκηση προχώρησε καταδόσεις βραδυπορούντων ή "τεμπέληδων" στην Γεστάπο, απ'όπου οι ένοχοι κατευθύνονταν σε στρατόπεδα εργασίας ή καταδικάζονταν σε μακροχρόνια φυλάκιση. Το εργοστάσιο ήταν κι επίκεντρο αντιστασιακών δραστηριοτήτων, ένας μάλιστα εργάτης απαγχονίστηκε για το λόγο αυτό.
Παρά την τελική μεγάλη συμμετοχή ξένων εργατών στο δυναμικό της εταιρείας, όπως αναφέρθηκε, αρχικά οι αιτήσεις της διοίκησης για την παροχή τους στο Γενικό επιτελείο στέφθηκαν από μάλλον μέτρια επιτυχία, λόγω του ότι αφενός δεν υπήρχε αρκετό εξειδικευμένο προσωπικό στις τάξεις των πρώτων επιστρατευμένων και αιχμαλώτων, αφετέρου διότι οι αρχές έδιναν βάρος σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις, θεωρώντας πως σύντομα θα έληγε ο πόλεμος άρα δεν υπήρχε λόγος για ενίσχυση όλων των βιομηχανιών που ασχολούνταν με την παραγωγή πολεμικού υλικού. Σύντομα αυτές οι προσδοκίες ανατράπηκαν, ωστόσο οι τεχνικές δελεασμού κι εξαναγκασμού ξένων εργατών οργανώθηκαν καλύτερα, με αποτέλεσμα την αφειδώλευτη διοχέτευση τους σε επιχειρήσεις, μεγάλες, μεσαίες αλλά και μικρότερες, ακόμα και σε οικογενειακές φάρμες. Το μεγαλύτερο μέρος τους προερχόταν από την ΕΣΣΔ, κυρίως τη Ρωσία, δευτερευόντως από την Πολωνία και δυτικές χώρες (Βέλγιο, Γαλλία, Ολλανδία, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και Ιταλοί) ενώ ένα 30% ως 35% ήταν γυναίκες, που λόγω της φύσης της εργασίας κρινόταν καλύτερες για τον χειρισμό μικρών αντικειμένων. Οι ειδικευμένοι εργάτες καθώς και οι πανεπιστημιακές εκπαίδευσης εργαζόμενοι προέρχονταν περίπου ομοιόμορφα από όλες τις εθνικότητες.
Οι διαχωρισμοί μεταξύ των εργατών ήταν σημαντικοί αναλόγως με την ιεραρχία τους στη φυλετική κλίμακα των ναζί. Οι δυτικοί εργάτες είχαν την ίδια αντιμετώπιση με τους Γερμανούς, μισθολογικά, στο ωράριο, την παροχή κουπονιών σίτισης και τη γενικότερη συμπεριφορά τους. Αποκλείονταν ωστόσο από κάποιες επιπλέον παροχές της επιχείρησης στους εργαζόμενους της και κατοικούσαν περιφραγμένοι από τους άλλους στις εργατικές κατοικίες πλησίον του εργοστασίου. Σε γενικές γραμμές οι συνθήκες στο Hildesheim ήταν καλές, ιδιαίτερα συγκρινόμενες με εκείνες σε άλλα ομοειδή περιβάλλοντα, με αποτέλεσμα οι ξένοι εργάτες να επιδιώκουν τη μεταφορά τους εκεί. Για την κατάσταση των ανατολικών εργατών δεν είναι γνωστά πολλά πράγματα, ωστόσο φαίνεται πως ήταν ασύγκριτα χειρότερες. Οι κατοικίες τους ήταν χειρότερης ποιότητας, μακριά από το χώρο εργασίας στον οποίο έπρεπε να πηγαίνουν με τα πόδια. Τα ρούχα τους ήταν τα μεταχειρισμένα των Γερμανών και δυτικών συναδέλφων τους, ενώ ασφαλέστερη ένδειξη των συνθηκών εργασίας αποτελεί η συχνότητα των αναρρωτικών αδειών μέσα στη συγκεκριμένη ομάδα. Κακή φαίνεται πως ήταν και η επισιτιστική τους κατάσταση, δεδομένου μάλιστα το ότι ούτε εκείνη των συναδέλφων τους χαρακτηρίζεται ως ικανοποιητική, οι δε Γερμανοί εργάτες παρά τη λήψη κουπονιών σίτισης συμπλήρωναν τη διατροφή τους χάρη στη φροντίδα των οικογενειών τους. Με βάση μαρτυρίες οι Πολωνοί ήταν η πλέον στοχοποιημένη ομάδα, που έκανε τις βαρύτερες δουλειές, και δεχόταν τις σκαιότερες συμπεριφορές από τη διοίκηση αλλά και από συναδέλφους.
Η αντίληψη περί "ανθρώπινης" μεταχείρισης, τουλάχιστον των δυτικών εργαζόμενων εξηγείται εν πολλοίς λόγω των άθλιων συνθηκών που επικρατούσαν σε άλλες επιχειρήσεις του κλάδου κι όχι μόνο, παρά από πραγματικά γεγονότα. Σε κάθε περίπτωση το τέλος του πολέμου, συνεπώς και της φτηνής καταναγκαστικής εργασίας δε σήμανε και το τέλος της κερδοφορίας των εγκαταστάσεων του Hildesheim, και τις Bosch εν γένει (μοναδική απώλεια η κοινωνικοποίηση των κεντρικών της στο υπό σοβιετικό έλεγχο ανατολικό Βερολίνο), αφού οι συγκεκριμένες απώλειες αντισταθμίστηκαν και με το παραπάνω από πρόσφυγες προερχόμενους από άλλα κατεστραμμένα μέρη της Γερμανίας, αλλά και Γερμανούς μειονοτικούς από την Ανατολική Ευρώπη.
Stefan A. Oyen, Manfred Overesch„ Starter für den Krieg“
Bosch Hildesheim im Dritten Reich, στο Rüstung, Kriegswirtschaft und Zwangsarbeit im Dritten Reich, Andreas Heusler, Mark Spoerer, Helmuth Trischler (επιμ.), Oldenbourg Verlag 2011, 107-137
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου