Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βούλγαρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βούλγαρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

ΙΙ. Τα Λαυρεωτικά


Για να έχουμε και μια εικόνα του πολιτικού πλαισίου της εποχής, πρέπει να σημειώσουμε πως το 1871 η κυβέρνηση αποτελούνταν από το συνασπισμό Κουμουνδούρου-Βούλγαρη. Ο τελευταίος, πέτυχε τη στήριξη του βασιλιά ώστε να προκληθεί διάλυση της βουλής (δεν είχε θεσπιστεί ακόμα η δεδηλωμένη θυμίζω) και εκλογές το Φλεβάρη του 1972, τις οποίες πήρε ο Βούλγαρης με τη χρήση εκφοβισμών και εκτεταμένης καλπονοθείας. Η στήριξη του βασιλέα και των ξένων πρεσβειών στο πρόσωπο του, λόγω της διαλλακτικής θέσης του στο Λαυρεωτικό, οδήγησε σε κατάπνιξη των καταγγελιών των εκλογικών του ατασθαλιών. 

Η ανάρρηση του Βούλγαρη στην πρωθυπουργία, με ευρύτατη για ευνόητους λόγους κοινοβουλευτική πλειοψηφία, σήμανε την αύξηση των πιέσεων από πλευράς Ιταλίας και Γαλλίας υπέρ της προς όφελος του Σερπιέρι διευθέτηση του λαυρεωτικού ζητήματος. Παράλληλα όμως οξυνόταν οι τόνοι από την πλευρά της αντιπολίτευσης, ιδίως το κόμμα του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, που κατηγορούσε την κυβέρνηση για "διαρπαγή του εθνικού πλούτου". Δυσαρέσκεια υπήρχε και από τους βουλευτές του Κομουνδούρου, που παρότι παρέμεναν κυβερνητικοί εταίροι του Βούλγαροι, φοβούνταν το πολιτικό κόστος της εφεκτικής του στάσης στο Λαυρεωτικό. Πράγματι πάντως ο Βούλγαρης δεσμεύτηκε να επαναλάβει τις διαπραγματεύσεις με στόχο το συμβιβασμό, κάτι που σήμανε και άμβλυνση των αντιδράσεων των ξένων δυνάμεων. Παρόλαυτα, ο βασιλιάς τον εξανάγκασε τον Ιούνιο του 1872 σε παραίτηση, δείχνοντας ότι δεν ενέκρινε τη λύση που προέκρινε ο πρωθυπουργός για το θέμα (είχε έρθει ήδη σε συμφωνία με την εταιρεία για ολική εξαγορά της από το δημόσιο, ωστόσο υπήρχε διαφωνία στο θέμα του τιμήματος, αφού όπως είπαμε η πρόταση της κυβέρνησης ήταν 11 εκ), ή πως ήθελε άλλους να πρωταγωνιστήσουν στην επίλυση, πιθανότατα όπως φάνηκε στην πορεία, το ομογενειακό κεφάλαιο. 

Σε κάθε περίπτωση ο βασιλιάς κατόρθωσε με διασταλτική ερμηνεία του συντάγματος (αυτή είναι η επιεικέστερη εκδοχή) να εξαναγκάσει το Βούλγαρη σε παραίτηση, προκαλώντας την άνοδο του Δεληγιώργη. Οι ιταλικές και γαλλικές υπηρεσίες στη χώρα εξέφρασαν την έκπληξη τους για την αποπομπή Βούλγαρη, ενός ανθρώπου που φαινόταν να συμπλέει αρκετά με τις απαιτήσεις του. Πιο ενήμερη για τις προθέσεις του Γεωργίου τόσο να ενισχύσει το ρόλο του στα πολιτικά πράγματα, όσο και να προωθήσει την επέκταση του ομογενειακού κεφαλαίου στη χώρα, στόχοι αλληλένδετοι εξάλλου, ήταν η βρετανική πρεσβεία, που είχε συζητήσει το θέμα με το βασιλέα αυτοπροσώπως. Ενήμεροι φαίνεται πως ήταν και οι ομογενείς κεφαλαιούχοι για την κίνηση του βασιλιά, μαρτυρίες κι άλλες ενδείξεις συγκλίνουν ότι κάποιοι από αυτούς την επιδίωξαν κιόλας. Οι τελευταίοι είχαν ήδη κάνει αισθητή την παρουσία τους στην Ελλάδα, με αγορές και ανεγέρσεις κτιρίων, καταθέσεις επιχειρηματικών σχεδίων, πλούσιες κοινωνικές δραστηριότητες καθώς και παρεμβάσεις σε θέματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Ο Γεώργιος θεώρησε πως θα μπορούσε να εξαργυρώσει την στήριξη του στην ολιγάριθμη, αλλά ισχυρότατη αστική τάξη της διασποράς, με ενίσχυση του προσωπικού του ρόλου στην πολιτική ηγεσία της χώρας. Ο Δεληγιώργης θεωρήθηκε ο ιδανικός άνθρωπος που θα μπορούσε να περάσει με άνεση τα μέτρα που θα τους ωφελούσαν, πιστεύοντας πως έπραττε προς όφελος της ελληνικής οικονομίας, που έπασχε από χρόνια έλλειψη κεφαλαίων. 

O Δεληγιώργης αρχικά δεν αποδείχτηκε τόσο πειθήνιο όργανο όσο θα ήθελαν οι πάτρωνες του. Επιδίωξε, κι ως ένα βαθμό κατάφερε, να χρησιμοποιήσει την εύνοια του στέμματος χωρίς να προβεί σε ουσιαστικές παραχωρήσεις προς την πλευρά του. Θα συγκρουστεί με τον ίδιο το Φερρύ και θα προσπαθήσει να επιβάλει τους δικούς του όρους στους ομογενείς κεφαλαιούχους, κάτι που βέβαια έμελε να σημάνει και το πολιτικό του τέλος. Για την προσωπική του εντιμότητα δεν υπάρχει κανένα στοιχείο αμφιβολίας, ίσα-ίσα που ακόμα και η βρετανική πρεσβεία την επισημαίνει, επισημαίνοντας τη φιλαργυρία, ακόμα και το χρηματισμό του πιστού συμμάχου της βασιλέα Γεωργίου. Οι αυταπάτες του ότι θα μπορούσε με νομικές γνώσεις και θεσμικό τρόπο να πετύχει τη "συνετή" συμπεριφορά των ομογενών επιχειρηματιών εν προκειμένω κυρίως του Ανδρέα Συγγρού και της Πιστωτικής Τράπεζας του πληρώθηκαν με την πτώση της κυβέρνησης του, ενάμιση χρόνο μόλις μετά την ανάληψη των καθηκόντων της. 

Τα Λαυρεωτικά


Η υπόθεση των Λαυρεωτικών, που συγκλόνισε τη χώρα στις αρχές της δεκαετία του 1870, είναι ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα για τη διαπλοκή της εγχώριας πολιτικής ζωής με τις διεθνείς σχέσεις και την εξωτερική πολιτική της χώρας, τις συγκρούσεις αλλά και τις συμμαχίες του στέμματος με τα πολιτικά κόμματα, την εισροή σημαντικών καπιταλιστών στο πολιτικό γίγνεσθαι, τη διείσδυση επιχειρηματιών του εξωτερικού αλλά και της ελληνικής διασποράς στην εγχώρια πολιτική και οικονομική ζωή. Ας δούμε λοιπόν την αρχή της ιστορίας και τη μετέπειτα εξέλιξη της.

Ο Νόμος Υ' περί Λαυρίου θεσπίστηκε το 1871. Αφορούσε τόσο τα κοιτάσματα αργυρούχου μολύβδου και ψευδαργύρου, όσο και τις εκβολάδες και τις σκωρίες της επιφάνειας, κατάλοιπα της εξορυκτικής δραστηριότητας κατά την αρχαιότητα. Η γαλλοΪταλική εταιρεία Σερπιέρι-Ρου, είχε αναλάβει την επεξεργασία των καταλοίπων αυτών με χρήση της τεχνολογίας εκείνης της εποχής, αποσπώντας έτσι δίχως υψηλό κόστος αξιόλογες ποσότητες αργυρούχου μολύβδου. Κύριος στόχος του νομοθετήματος ήταν η αύξηση της φορολόγησης της επιχείρησης. 

Αξίζει να σημειωθεί πως οι φήμες για τον ορυκτό πλούτο της Ελλάδας, άλλοτε βάσιμες κι άλλοτε αποκύημα φαντασίας, κυκλοφορούσαν ευρέως στον τύπο της εποχής, με επίκουρο την ίδια την κυβέρνηση, που παραχωρούσε διαρκώς μεταλλεία, πολλές φορές ωστόσο ανύπαρκτα στην πραγματικότητα, για λόγους εντυπωσιασμού. Ειδικότερα δε για το Λαύριο, είχε εδραιωθεί στο δημόσιο λόγο η άποψη πως τα εκεί κοιτάσματα "θα κάνουν πλούσιους όλους τους Έλληνες μια για πάντα".

Για να στηρίξει το νέο νόμο, η κυβέρνηση ισχυρίστηκε πως η αρχική σύμβαση με την εταιρεία αφορούσε μόνο την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων, κι όχι την επεξεργασία των καταλοίπων, που ανήκαν στο Ελληνικό δημόσιο. Με βάση το κείμενο του νόμου, ορίζονταν επακριβώς τα δικαιώματα του Δημοσίου, και θεσπίζονταν οι φόροι που θα κατέβαλε η εταιρεία. Η δημοσίευση του νόμου προκάλεσε παρέμβαση της Γαλλίας και της Ιταλίας, σε σημείο μάλιστα να απειλήσουν και με τη χρήση κανονιοφόρων. Η γαλλική κυβέρνηση διόρισε μάλιστα ως πρέσβη της στην Ελλάδα το Ζυλ Φερρύ, μετέπειτα πρωθυπουργό και θεωρητικό της αποικιοκρατίας, παρότι "αριστερών" καταβολών. 

Εκτός από τον Τζοβάνι Μπαττίστα Σερπιέρι και τον Μασσαλιώτη Ιλαρίωνα Ρου, που ήταν οι μόνοι που πιθανότατα γνώριζαν την ακριβή αξία των εκβολάδων, στη σύνθεση του ιδρυτικού κεφαλαίου συμμετείχαν, με ποσοστό όχι τεκμηριωμένο, αλλά πιθανόν γύρω στο 25%, η οικογένεια Ροδοκανάκη στη Μασσαλία. Το αρχικό αυτό κεφάλαιο του 1863 ήταν σημαντικό μεν για την εποχή, αλλά χαμηλό σε σχέση με την αξία που θα αποκτούσε αργότερα η εταιρεία. Η προτεραιότητα δόθηκε όπως είπαμε στην επεξεργασία των καταλοίπων, που είχε σαφώς χαμηλότερο κόστος σε σχέση με την απευθείας εξόρυξη κοιτάσματων, που λάμβανε χώρα σε μικρότερο βαθμό. 

Το 1871 ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις για την εξαγορά της εταιρείας από το ελληνικό δημόσιο. Ο ιταλός επιχειρηματίας ζήτησε ένα ποσό που ανερχόταν στο 1/4 των φορολογικών εσόδων του ελληνικού κράτους, γύρω στα 22 εκ, ενώ η ελληνική κυβέρνηση αντιπρότεινε 11 εκ. Η εν λόγω προσφορά φαίνεται πως ήταν αρκετά γενναιόδωρη, όπως τουλάχιστον φάνηκε δυο χρόνια αργότερα από την εξαγορά της εταιρείας από τον Ανδρέα Συγγρό, σε ποσό ελάχιστα υψηλότερο από την προσφορά της ελληνικής κυβέρνησης, στα 12,5 εκ. Οι Σερπιέρι και Ρου παρέμειναν ως μέτοχοι, κάτι που μπορεί να θεωρηθεί ως ισχυρή ένδειξη πως πράγματι το εν λόγω ποσό ήταν αρκετά κοντά στην πραγματική αξία της εταιρείας. 10 χρόνια μετά την αρχική επένδυση, η αξία της είχε εκτιναχθεί κατά 25 φορές, και ήταν και 3,6 φορές υψηλότερη από το σύνολο των κεφαλαίων που είχαν τοποθετηθεί σε αυτή ως το 1871. Αυτή η διαφορά οφειλόταν στη φήμη της επιχείρησης, και κυρίως στην πιθανότητα εντοπισμού νέων κοιτασμάτων. Ο υπερτριπλασιασμός του κεφαλαίου των αρχικών μετόχων σε μια δεκαετία καθιστούσε απ'όλες τις απόψεις θεμιτή την προσπάθεια επιβολής φορολογίας εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης.

Τέλος Α' μέρους