Η υπόθεση των Λαυρεωτικών, που συγκλόνισε τη χώρα στις αρχές της δεκαετία του 1870, είναι ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα για τη διαπλοκή της εγχώριας πολιτικής ζωής με τις διεθνείς σχέσεις και την εξωτερική πολιτική της χώρας, τις συγκρούσεις αλλά και τις συμμαχίες του στέμματος με τα πολιτικά κόμματα, την εισροή σημαντικών καπιταλιστών στο πολιτικό γίγνεσθαι, τη διείσδυση επιχειρηματιών του εξωτερικού αλλά και της ελληνικής διασποράς στην εγχώρια πολιτική και οικονομική ζωή. Ας δούμε λοιπόν την αρχή της ιστορίας και τη μετέπειτα εξέλιξη της.
Ο Νόμος Υ' περί Λαυρίου θεσπίστηκε το 1871. Αφορούσε τόσο τα κοιτάσματα αργυρούχου μολύβδου και ψευδαργύρου, όσο και τις εκβολάδες και τις σκωρίες της επιφάνειας, κατάλοιπα της εξορυκτικής δραστηριότητας κατά την αρχαιότητα. Η γαλλοΪταλική εταιρεία Σερπιέρι-Ρου, είχε αναλάβει την επεξεργασία των καταλοίπων αυτών με χρήση της τεχνολογίας εκείνης της εποχής, αποσπώντας έτσι δίχως υψηλό κόστος αξιόλογες ποσότητες αργυρούχου μολύβδου. Κύριος στόχος του νομοθετήματος ήταν η αύξηση της φορολόγησης της επιχείρησης.
Αξίζει να σημειωθεί πως οι φήμες για τον ορυκτό πλούτο της Ελλάδας, άλλοτε βάσιμες κι άλλοτε αποκύημα φαντασίας, κυκλοφορούσαν ευρέως στον τύπο της εποχής, με επίκουρο την ίδια την κυβέρνηση, που παραχωρούσε διαρκώς μεταλλεία, πολλές φορές ωστόσο ανύπαρκτα στην πραγματικότητα, για λόγους εντυπωσιασμού. Ειδικότερα δε για το Λαύριο, είχε εδραιωθεί στο δημόσιο λόγο η άποψη πως τα εκεί κοιτάσματα "θα κάνουν πλούσιους όλους τους Έλληνες μια για πάντα".
Για να στηρίξει το νέο νόμο, η κυβέρνηση ισχυρίστηκε πως η αρχική σύμβαση με την εταιρεία αφορούσε μόνο την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων, κι όχι την επεξεργασία των καταλοίπων, που ανήκαν στο Ελληνικό δημόσιο. Με βάση το κείμενο του νόμου, ορίζονταν επακριβώς τα δικαιώματα του Δημοσίου, και θεσπίζονταν οι φόροι που θα κατέβαλε η εταιρεία. Η δημοσίευση του νόμου προκάλεσε παρέμβαση της Γαλλίας και της Ιταλίας, σε σημείο μάλιστα να απειλήσουν και με τη χρήση κανονιοφόρων. Η γαλλική κυβέρνηση διόρισε μάλιστα ως πρέσβη της στην Ελλάδα το Ζυλ Φερρύ, μετέπειτα πρωθυπουργό και θεωρητικό της αποικιοκρατίας, παρότι "αριστερών" καταβολών.
Εκτός από τον Τζοβάνι Μπαττίστα Σερπιέρι και τον Μασσαλιώτη Ιλαρίωνα Ρου, που ήταν οι μόνοι που πιθανότατα γνώριζαν την ακριβή αξία των εκβολάδων, στη σύνθεση του ιδρυτικού κεφαλαίου συμμετείχαν, με ποσοστό όχι τεκμηριωμένο, αλλά πιθανόν γύρω στο 25%, η οικογένεια Ροδοκανάκη στη Μασσαλία. Το αρχικό αυτό κεφάλαιο του 1863 ήταν σημαντικό μεν για την εποχή, αλλά χαμηλό σε σχέση με την αξία που θα αποκτούσε αργότερα η εταιρεία. Η προτεραιότητα δόθηκε όπως είπαμε στην επεξεργασία των καταλοίπων, που είχε σαφώς χαμηλότερο κόστος σε σχέση με την απευθείας εξόρυξη κοιτάσματων, που λάμβανε χώρα σε μικρότερο βαθμό.
Το 1871 ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις για την εξαγορά της εταιρείας από το ελληνικό δημόσιο. Ο ιταλός επιχειρηματίας ζήτησε ένα ποσό που ανερχόταν στο 1/4 των φορολογικών εσόδων του ελληνικού κράτους, γύρω στα 22 εκ, ενώ η ελληνική κυβέρνηση αντιπρότεινε 11 εκ. Η εν λόγω προσφορά φαίνεται πως ήταν αρκετά γενναιόδωρη, όπως τουλάχιστον φάνηκε δυο χρόνια αργότερα από την εξαγορά της εταιρείας από τον Ανδρέα Συγγρό, σε ποσό ελάχιστα υψηλότερο από την προσφορά της ελληνικής κυβέρνησης, στα 12,5 εκ. Οι Σερπιέρι και Ρου παρέμειναν ως μέτοχοι, κάτι που μπορεί να θεωρηθεί ως ισχυρή ένδειξη πως πράγματι το εν λόγω ποσό ήταν αρκετά κοντά στην πραγματική αξία της εταιρείας. 10 χρόνια μετά την αρχική επένδυση, η αξία της είχε εκτιναχθεί κατά 25 φορές, και ήταν και 3,6 φορές υψηλότερη από το σύνολο των κεφαλαίων που είχαν τοποθετηθεί σε αυτή ως το 1871. Αυτή η διαφορά οφειλόταν στη φήμη της επιχείρησης, και κυρίως στην πιθανότητα εντοπισμού νέων κοιτασμάτων. Ο υπερτριπλασιασμός του κεφαλαίου των αρχικών μετόχων σε μια δεκαετία καθιστούσε απ'όλες τις απόψεις θεμιτή την προσπάθεια επιβολής φορολογίας εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης.
Τέλος Α' μέρους
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου