Σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης από το βιβλίο της Fitzpatrick, παρατίθεται εδώ μια μετάφραση (ισχύει ό,τι έχει γραφτεί στο πρώτο ποστ για το θέμα, σε αντίθετη περίπτωση θα επισημαίνεται ξεχωριστά) του κεφαλαίου που αφορά τη δράση αλλά και τα εμπόδια σε αυτή, των πολιτικών ακτιβιστών, κομματικών ή μη, την ίδια περίοδο.
Το aktiv,
το ουσιαστικό από το οποίο προέρχεται ο όρος «ακτιβισμός», ήταν ένα είδος
ανεπίσημης ομάδας πίεσης σε διάφορες εκφάνσεις της σοβιετικής ζωής. Τα
κομματικά μέλη και οι κομσομόλοι ήταν ακτιβιστές σχεδόν εξ ορισμού. Σε
συνδικάτα, εργοστάσια, γραφεία, πανεπιστήμια και άλλους χώρους εργασίας και
συλλόγους, η ιδιότητα του μέλος υποδιαιρούνταν σε μια ακτιβιστική μειονότητα,
της οποίας η λειτουργία ήταν «να καλεί σε δράση, να ωθεί σε μεγαλύτερες
προσπάθειες», και τους υπόλοιπους, οι οποίοι ήταν τα αντικείμενα αυτού του
ακτιβισμού. Αναμενόταν οι κομματικοί και οι νέοι της Κομσομόλ να είναι
ακτιβιστές σε κάθε ίδρυμα ή ένωση στην οποία ανήκαν. Υπήρχε όμως και χώρος για
«εξωκομματικούς ακτιβιστές» επίσης, δηλαδή ανθρώπους με ενέργεια ή φιλοδοξίες
που επιθυμούσαν να δουλέψουν μαζί με τους ανθρώπους του κόμματος.
Οι κύριες κατηγορίες ακτιβιστών, πέραν των Κομμουνιστών,
ήταν οι νέοι της Κομσομόλ (της κομμουνιστικής νεολαίας), οι σταχανοβίτες (εργάτες
και αγρότες βραβευμένοι για επιτεύγματα στην παραγωγή), εργάτες και χωρικοί που
λειτουργούσαν ως ανταποκριτές για τον τύπο, και τα μέλη της ένωσης εθελοντών
συζύγων. Το να είναι κανείς ακτιβιστής, σήμαινε πρώτα απ’ όλα, να είσαι
εθελοντής που βοηθούσε τις κομματικές και κρατικές αρχές να εκτελούν ενέργειες
όπως: εγγραφή μαθητών στα σχολεία, συλλογή των καθορισμένων προϊόντων από τα
κολχόζ, η επιβολή πειθαρχίας στα εργοστάσια. Αυτή η πλευρά των ακτιβιστών
θεωρούνταν βέβαια πολύ αντιδημοφιλής από τους μη ακτιβιστές, που τους έβλεπαν
συχνά όπως οι μαθητές τον καλύτερο μαθητή της τάξης.
Οι ακτιβιστές όμως είχαν και άλλες ιδιότητες. Ακτιβιστές της
Κομσομόλ από τις πόλεις, περήφανοι για τη μαχητικότητα τους, ήταν πολύ
προβεβλημένοι στην κολλεκτιβοποίηση και τις αντιθρησκευτικές καμπάνιες των αρχώ
ν της δεκαετίας του ’30, ντυμένοι με μια σχεδόν στρατιωτικού τύπου στολή με
«παντελόνι, μποτίνκι (μπότες), κάλτσες, ημιστρατιωτικό πανωφόρι, ζώνη και καφέ διαγώνια ζώνη. Στη διάρκεια της
δεκαετίας, θεωρούσαν αποστολή τους να επιτηρούν τους γραφειοκράτες και να
εκθέτουν καταχρήσεις των αρχών «ανεξαρτήτως του ποιος τις διέπραττε». Αυτές
ήταν πλευρές ακτιβισμού, συναρπαστικές και ελκυστικές για πολλούς νέους
ανθρώπους. Η επιτήρηση της
γραφειοκρατίας είχε επίσης κάποια νομιμοποίηση σε ευρύτερο πληθυσμό, στο βαθμό
που οι ακτιβιστές αντιπροσώπευαν το δημόσιο ενδιαφέρον για επίθεση κατά
αντιδημοφιλών γραφειοκρατών. Το παράδοξο του ακτιβισμού στη δεκαετία του ’30
ήταν πως εμπεριείχε στήριξη στο καθεστώς παρόλαυτα ταυτόχρονα περιλάμβανε
κριτική στους φορείς του.
Ο τομέας της κριτικής προσωποποιείται από την Κάτια, μια
ταπεινή ακτιβίστρια σε κολχόζ στη σοβιετική άπω ανατολή, που έχει προβλήματα με
το αφεντικό της, τα οποία αποτελούν την αφετηρία για ένα δημοφιλές μιούζικαλ
των τελών της δεκαετίας του ’30, «Ένα κορίτσι με χαρακτήρα».
«Πάνω στη σκηνή εμφανίζεται ένα ξανθό κορίτσι. Δίνει έναν
οργισμένο λόγο αποκαλύπτοντας το αφεντικό της, τον διευθυντή ενός κολχόζ
σιτηρών, μπροστά από ένα θορυβώδες,
φωνασκών κοινό των κολάκων ακολούθων του. Αυτή είναι η πρώτη γνωριμία με την
ηρωίδα του έργου, Κάτια Ιβάνοβα. Μαζί με την Κάτια, εξοργίζονται με τον
γραφειοκράτη Μεσκώφ και περιμένουν ανυπομονα να εκτεθούν τα εγκλήματα του.»
Μια και οι τοπικοί αξιωματούχοι είναι κολλητοί του Μεσκώφ,
τα παράπονα της Κάτιας παραμερίζονται. Αλλά αυτό το «κορίτσι με χαρακτήρα», δεν
θα αποδεχθεί την ήττα. Γεμάτη φιλοδοξίες και νεανική τόλμη, θα κάνει το μακρύ
ταξίδι ως τη Μόσχα για να βρει δικαιοσύνη. Για εκείνη ο ακτιβισμός σημαίνει αμφισβήτηση της εξουσίας, την οποία
ωστόσο αμφισβητεί με την βεβαιότητα ότι στο Κρεμλίνο, στο ανώτατο επίπεδο, η
συμπεριφορά της επιδοκιμάζεται και μάλιστα απαιτείται από νεαρούς Σοβιετικούς
πατριώτες.
Ιστορίες παρόμοιες με εκείνες της Κάτιας εμφανίζονται έντονα
σε απομνημονεύματα ακτιβιστών, ιδίως της Κομσομόλ, σε εκείνη τη γενιά. Για έναν
αριθμό νεαρών προσφύγων και αυτόμολων που ερωτήθηκαν στο Μόναχο λίγο μετά τον
πόλεμο, ανέφεραν πως το σημαντικότερο κομμάτι της ζωής τους στην Κομσομόλ ήταν
η μάχη κάτι της διαφθοράς και του σκοταδισμού των τοπικών αξιωματούχων. Ένας
από τους ερωτηθέντες, που είχε υπάρξει δάσκαλος και ακτιβιστής της Κομσομόλ σε
ένα χωριό στο Καζακσταν, θυμόταν πώς πολεμούσε τις κλίκες που «κυριαρχούσαν
στην ηγεσία των κολχόζ και σπαταλούσαν την περιουσία τους.» Βρήκε συμμάχους στο
τοπικό πολιτικό τμήμα του Σταθμού Τρακτέρ, μια υπηρεσία ελέγχου με αναφορά στην
πρωτεύουσα, του οποίου η «άψογη στάση» έναντι των τοπικών παρεκκλίσεων κέρδισε
το θαυμασμό του.
Ένας άλλος ήταν ένας Κιργίσιος που είχε σταλεί σε μια
απομακρυσμένη περιοχή της τοπικής σοβιετικής δημοκρατίας, και τρόμαξε από την
οπισθοδρομικότητα και τη διαφθορά που συνάντησε εκεί κι έγινε ακτιβιστής. «Οι
μόνοι άνθρωποι που προσπάθησαν να αντιπαλέψουν την άγνοια ήταν δάσκαλοι από το
Βορρά και οι τοπικοί ηγέτες της Κομσομόλ». Αργότερα, ο συγκεκριμένος έγινε
αποκαλυπτικός δημοσιογράφος, του σοβιετικού στυλ, και εξέθεσε την κακοποίηση
που έκανε ένας τοπικός αξιωματούχος στη γυναίκα και τα παιδιά του. Αυτό οδήγησε
τον συντηρητικό Κιργίσιο πατέρα του να τον κατηγορήσει πως επέλεξε το «ανέντιμο
επάγγελμα» του πληροφοριοδότη, αλλά ο ίδιος έβλεπε τον εαυτό του υπό ένα πιο
ηρωικό πρίσμα: «Η Κομσομόλ μου και η δημοσιογραφική μου συνείδηση δεν με άφηναν
να ανοιχτό το κακό».
Ένας από τους νεαρότερους ερωτηθέντες, γεννημένος το 1921
στην ρωσική επαρχία Τβερ, μεγάλωσε με λατρεία για τους κομσομόλους από την πόλη
που κυριολεκτικά «κατέκτησαν το χωριό» στη διάρκεια της κολλεκτιβοποίησης,
φορώντας κομψά ημιστρατιωτικά κοστούμια και οπλοφορώντας. Ήταν πολεμιστές που
είχαν κηρύξει τον πόλεμο στην αγροτική οπισθοδρομικότητα και άγνοια. Είπε το
πώς αυτοί οι ακτιβιστές αποκάλυψαν το γραμματέα του τοπικού σοβιέτ, έναν
γαφειοκράτη που ήταν «η ζωντανή ενσάρκωση του επιθεωρητή του Γκόγκολ και
ανάγκαζε τον κόσμο να έρχεται τρεις και τέσσερις φορές στο σοβιέτ για το
απλούστερο ζήτημα». Ο ίδιος έβλεπε την
Κομσομόλ πολύ διαφορετικά από τις μεταπολεμικές γενιές, για τις οποίες η
εικονοκλαστική και μαχητικά παράδοση της οργάνωσης ήταν λίγο ή καθόλου στη μνήμη
τους. Η λειτουργία της Κομσομόλ, είπε σε αυτούς που διεξήγαγαν τη συνέντευξη,
ήταν να μάχονται κάθε παράλειψη στη ζωή της χώρας, χωρίς να λογαριάζει τους
ανώτερους, προτάσοντας σθεναρά τις απαιτήσεις και τις αναζητήσεις της νιότης.
Αυτές οι «απαιτήσεις και αναζητήσεις της νιότης» ήταν πολύ
σημαντικές για το σχηματισμό του μαχητικού πνεύματος των ακτιβιστών στα
προπολεμικά χρόνια. Άλλος ένας από τους ερωτηθέντες προσπάθησε να εξηγήσει,
γιατί ως νέος άνθρωπος μεγαλωμένος εκείνη την περίοδο (γεννημένος το 1914),
προσπάθησε να υποστηρίξει τη σοβιετική εξουσία με το να γίνει ακτιβιστής.
«Παρά τις υλικές δυσκολίες, όπως η συνεχής έλλειψη τροφίμων,
που ήταν ιδιαίτερα έντονη εκείνη τη στιγμή, ούτε εγώ ούτε άλλοι νέοι είχαμε
αντισοβιετικά συναισθήματα. Απλώς βρίσκαμε στον ηρωισμό που χρειαζόταν για την
οικοδόμηση ενός νέου κόσμου της εξήγηση για κάθε δυσκολία. Η ατμόσφαιρα της
συνεχούς πάλης για έναν κοινό σκοπό-την κατασκευή ενός εργαστασίου-προξενούσε
τον ενθουσιασμό του, και μας έφερνε στο πρώτο πεδίο της μάχης όπου οι δυσκολίες
ξεχνιούνταν ή παραβλέπονταν.»
Ο ακτιβισμός, όπως τον αντιλαμβανόταν ο ομιλητής, είχε
έντονη σχέση με τη νεότητα.
«Φυσικά, ήταν μόνο η νέα γενιά που αντιλαμβανόταν την
πραγματικότητα με αυτό τον τρόπο». Οι γονείς μας ήταν γεμάτοι σιωπηρή αλλά
βαθιά δυσαρέσκεια. Οι διαφωνίες των μεγαλύτερων όμως είχαν ελάχιστη επίδραση
επάνω μας, μια κι εκείνοι ήταν απασχολημένοι αποκλειστικά με υλικά αντικείμενα,
ενώ εμείς βρίσκαμε στην επίσημη δικαιολόγηση όλων αυτών των καταστάσεων έναν
έστω επιφανειακό ιδεαλισμό που ασκούσε ιδιαίτερη έλξη στους νέους.»
Για κάποιους, ο ακτιβισμός ήταν το μόνο πράγμα που μπορούσε
να σώσει την επανάσταση. Ένας λίγο μεγαλύτερος ομιλητής, γεννημένος το 1904,
περιέγραψε τις πεποιθήσεις που τον οδήγησαν στον ακτιβισμό, ήδη από τη δεκαετία
του 1920.
«Δεν…ήταν μια επιθυμία για διακρίσεις ή τιμές που με έκαναν
άυπνα να αφιερώσω όλη μου την ενέργεια στο κόμμα και την κομσομόλ…Έβλεπα πως η
παλιά γενιά, εξαντλημένη από τα χρόνια του πολέμου και το μεταπολεμικό χάος,
δεν είχαν πια το κουράγιο να αντεπεξέλθουν στις δυσκολίες που περιείχε η
οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Έτσι έφτασα στο συμπέρασμα πως η επιτυχία της
μεταμόρφωσης της χώρας μου, εξαρτώνταν αποκλειστικά από τους κόπους και τη
θέληση ανθρώπων σαν κι εμένα.»
Οι ακτιβιστές αναμενόταν να συναντήσουν δυσκολίες και κινδύνους.
Μια πηγή κινδύνου ήταν τοπικοί ιθύνοντες, θιγμένοι από την παρέμβαση και την
κριτική των ακτιβιστών. Χωρικοί ανταποκριτές που ασκούσαν κριτική σε
διευθυντικά στελέχη σε κολχόζ και τοπικά σοβιέτ ήταν ιδιαίτερα ευάλωτοι λόγω
της φυσικής τους απομόνωσης. Μια
ακτιβίστρια δάσκαλος σε σιβηρικό χωριό περιέγραψε την πάλη της κατά
διεφθαρμένων τοπικών ιθυνόντων:
Γράφω σχετικά με πολλά θέματα στον τοπικό εισαγγελέα, στην
τοπική επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος, στην τοπική εφημερίδα, αλλά αν
ξέρατε μόνο πόσο παθητικά αντιδρούν όλες αυτές οι τοπικές οργανώσεις, και οι
σαμποτέρ επωφελούνται από αυτό. Και πόσο με μισούν, κάποιοι από αυτούς τους
μεγαλόσχημους που έχουν τοπική εξουσία ως μέλη του τοπικού σοβιέτ και
δικαστηρίου και με εκδικούνται όπως μπορούν, με αφήνουν να λιμοκτονήσω…Αλλά δε
θα παρατήσω τη «θέση» μου. Δε θα το καταφέρουν με το να με οδηγήσουν στην
πείνα.»
Άνθρωποι αντίθετοι στο καθεστώς που θεωρούσαν τους
ακτιβιστές υποκατάστατα ήταν μια άλλη πηγή κινδύνου. Ακόμα και μέλη των νέων
Πρωτοπόρων, το παιδικό σκέλος της κομσομόλ για παιδιά 10-14 ετών, μπορούσαν να
γίνονται στόχοι επιθέσεων. Στην περιοχή Rossoh στην κεντρική Ρωσία, ένα προπύργιο
θρησκευτικών αιρέσεων και μοναρχισμού, οι Πρωτοπόροι ήταν αντικείμενο τακτικών
επιθέσεων από θρησκευόμενους που «αποκαλούν το φουλάρι των πρωτοπόρων, «ουρά
του διαβόλου» και θεωρούν αμαρτία το να το φοράς». Το 1935, μια ομάδα ενηλίκων
θρησκευόμενων απήγαγαν κάποιους νέους πρωτοπόρους καθώς γύριζαν από μια λέσχη
της οργάνωσης γύρω στα μεσάνυχτα.
«Ο ισεχταριστές, ντυμένοι στα λευκά, έπεσαν πάνω στους
Πρωτοπόρους, τους οδήγησαν σε μια χαράδρα και δεν τους άφησαν να βγουν για πάνω
από μισή ώρα. Ο Αρέπεφ, [επικεφαλής των σεχταριστών] άρπαξε τον Πρωτοπόρο
Κ.Ι.Λόμποντα, του έσκισε τα ρούχα και πέταξε πέτρες στους άλλους, σπάζοντας το
κεφάλι του ενός. Καθώς πέταγαν τις πέτρες φώναζαν: «Μικροί ειδωλολάτρες
διάβολοι, θα σου δείξω πως φοράνε γραβάτα»
Στα Ουράλια, ένας ακτιβιστής εργάτης, ο Γκρικόρι Μπυκώφ,
επίδοξος συγγραφέας, δολοφονήθηκε από ντόπιους νέους με διασυνδέσεις προς
κουλάκους, μετά τη συμβολή του στη συγγραφή μια ιστορίας του τοπικού
εργοστασίου που αποκάλυψε τους εχθρούς εκεί. Τέτοια περιστατικά, που
αναφέρονταν συχνά στον τύπο, έκαναν όλους τους ακτιβιστές να νιώθουν πως ζούσαν
ζωές γενναιότητας και κινδύνου, ακόμα κι αν οι δικές τους συνθήκες ήταν πιο
ταπεινές, και η ιστορία του Πάβλικ Μορόζωφ, του Νεαρού Πρωτοπόρου που
μαρτύρησε, είχαν παρόμοια επίδραση.
Οι ακτιβιστές υποστήριζαν το καθεστώς. Κάποιοι αναμφίβολα
έγιναν τέτοιοι λόγω φιλοδοξίας, διότι η στήριξη τους μπορούσε να επιβραβευθεί
με τιμές ή ανέλιξη. Για το λόγο αυτό συχνά οι ακτιβιστές θεωρούνταν ευνοούμενοι
και προστατευόμενοι του καθεστώτος. Ωστόσο για τους ίδιους ήταν μαχητές,
άνθρωποι που ρίσκαραν τις ζωές τους για την πραγματική πάλη για το σοσιαλισμό,
Ήταν φανατικοί αντίπαλοι της «οπισθοδρομικότητας», που κυρίως ισοδυναμούσε με
τη θρησκεία, την υποταγή των γυναικών, κι άλλες παραδοσιακές πρακτικές, Ήταν
αντίπαλοι της «γραφειοκρατίας», κάτι που σήμαινε συχνές συγκρούσεις με τοπικούς
αξιωματούχους. Η Μόσχα συνήθως τις ενέκρινε. Πρακτικά ωστόσο, η προστασία της
Μόσχας δεν μπορούσε να προσφέρει πολλά όταν οι τοπικοί αξιωματούχοι προέβαιναν
σε αντίποινα, έτσι η αυτοαντίληψη των ακτιβιστών ως ριψοκίνδυνοι και γενναίοι
δεν ήταν άνευ ερείσματος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου