Αποτελεί κοινό τόπο σε ένα σημαντικό μέρος της αστικής ιστοριογραφίας πως οι μεγάλες επιχειρήσεις στη διάρκεια της ναζιστικής εξουσίας υφίσταντο πίεση ή ακόμα κι εκβιασμούς, ενώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσης απειλούνταν με κυρώσεις ή ακόμα και κρατικοποίηση. Το συνηθέστερο παράδειγμα που προβάλλεται προς επίρρωση αυτής της άποψης είναι εκείνο της κρατικοποίησης της επιχείρησης του Hugo Junkers από το γερμανικό υπουργείου Αεροπορίας. Πέραν του ότι ακριβώς η ακρότητα αυτού του παραδείγματος το καθιστά ακατάλληλο για την εξαγωγή συνολικών συμπερασμάτων, η εξέταση άλλων περιπτώσεων στο χώρο της κατασκευής πολεμικών αεροσκαφών αποδεικνύει πως η εικόνα των πιεζόμενων και άβουλων επιχειρήσεων έναντι μιας παντοδύναμης καταπιεστικής κρατικής μηχανής είναι αν όχι παραπλανητική, τουλάχιστον εντελώς απλουστευτική.
Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από τη μελέτη του Till Lorenzen, "Ελευθερία επιχειρηματικών κινήσεων της BMW στον κλάδο της κατασκευής κινητήρων αεροσκαφών 1933-1940" που εξετάζει αναλυτικά τις σχέσεις της διοίκησης της επιχείρησης, ενώ όπως υποστηρίζει τα συμπεράσματα του είναι αντιπροσωπευτικά για το σύνολο σχεδόν των σχετικών βιομηχανιών του κλάδου. Καταρχήν επισημαίνεται ότι νομικά τόσο η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής όσο και η ελευθερία των αποφάσεων σε σχέση με την πορεία της επιχείρησης παρέμεναν αναλλοίωτα. Στην πράξη η κρατική παρέμβαση, στην περίπτωση μας διαμέσου του υπουργείου Αεροπορίας εμφανίζεται έντονη στον τομέα της οργάνωσης της παραγωγής, όπου προϊόντος του χρόνου οι επιχειρήσεις ουσιαστικά διεκπεραιώνουν τις παραγγελίες που δίδονταν απευθείας από το υπουργείο, που αποτελούσε εξάλλου πρακτικά και το μόνο αγοραστή. Σε περιπτώσεις μη ικανοποιητικής απόδοσης, όπως συνέβη με τους κινητήρες BMW των γερμανικών πολεμικών αεροσκαφών που συμμετείχαν στον ισπανικό εμφύλιο, υπήρξαν και άμεσες παρεμβάσεις στα εσωτερικά των επιχειρήσεων, όταν το 1937 ο Γκαίρινγκ απαίτησε την συνολική αντικατάσταση του προσωπικού στο τμήμα σχεδίασης της επιχείρησης. Σημαντικό ρόλο έπαιζε το υπουργείο και στην κατανομή των πρώτων υλών, που ειδικά μετά τα μέσα της δεκαετίας του '30 σε ό,τι αφορά τα απαραίτητα μέταλλα βρισκόταν σε σημαντική έλλειψη, οδηγώντας τις επιχειρήσεις σε πλήρη σχεδόν εξάντληση των αποθεμάτων τους, ωστόσο δεν ισχύουν οι ισχυρισμοί περί ύπαρξης "κεντρικού σχεδιασμού" στην τροφοδοσία των επιχειρήσεων, τουλάχιστον για την περίοδο που εξετάζεται.
Ωστόσο σε μεγάλο βαθμό η BMW λειτουργούσε καθαρά αυτόνομα, ενώ ο κεντρικός στόχος, δηλαδή η κερδοφορία, όχι μόνο δε θίχτηκε, αλλά αναπτύχθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε μια μέτριου βεληνεκούς επιχείρηση (η κατασκευή κινητήρων αεροσκαφών αποτελούσε πριν το 1945 το βασικό τομέα δραστηριότητας, με την κατασκευή αυτοκινήτων αλλά και ποδηλάτων να έχει δευτερεύοντα ρόλο) πριν το 1933 να είναι στις παραμονές του πολέμου μια οκονομική δύναμη διεθνούς εμβέλειας.Η πολιτική επενδύσεων μόνο έμμεσα επηρεάστηκε από κρατικές οδηγίες, συνήθως δε αφηνόταν στην κρίση της διοίκησης. Επιπλέον ακόμα και στο κομμάτι όπου η κρατική καθοδήγηση ήταν εντονότερη, οι ιθύνοντες της BMW απαιτούσαν και συνήθως πετύχαιναν να συνδιαμορφώνουν τα πλάνα της παραγωγής, έχοντας στραμμένο το βλέμμα στην αναμενόμενη ανακοπή της ζήτησης, μετά τον διαφαινόμενο πόλεμο, εξέλιξη που προσπαθούσαν να προλάβουν ζητώντας ρήτρες από το κράτος σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Εξάλλου η σχεδόν πλήρης αναστολή των επενδύσεων και γενικά της επιχειρηματικής επέκτασης της BMW τις παραμονές του πολέμου έγινε σεβαστή από το υπουργείο Αεροπορίας δίχως τριβές.
Υπάρχουν και ζητήματα στα οποία χρησιμοποιούνται οι κρατικές διακηρύξεις προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η προαναφερθείσα θέση περί κρατικού καταναγκασμού στις επιχειρήσεις του Γ'Ράιχ. Πράγματι υπήρχε μια σειρά νομικών ρυθμίσεων για τις τιμές, εκ των υστέρων διατάγματα για τη διόρθωση των τιμών καθώς και υποχρέωση επιστροφής μέρους των κερδών στο κράτος. Στην πράξη ωστόσο αυτές οι θεσμικές πρωτοβουλίες είχαν καθαρά ρητορικό χαρακτήρα με προπαγανδιστικό αποδέκτη το γερμανικό λαό, αφού ούτε καν υπήρξε ποτέ κάποια άμεση ή έμμεση προσπάθεια του κράτους να επιβάλει τα διατάγματα του, πολλώ δε μάλλον να τιμωρήσει την BMW και τις συναφείς επιχειρήσεις για την πλήρη αδιαφορία τους να συμμορφωθούν. Μια ματιά δε στους ισολογισμούς της εταιρείας δείχνει πως η κερδοφορία όχι μόνο σε σχέση με το 1933, αλλά και σε σχέση με άλλους κερδοφόρους κλάδους της ήδη ευνοημένης πολεμικής βιομηχανίας εκτινάχθηκε σε ιλλιγιώδη ύψη. Ακόμα και στις περιπτώσεις που η διοίκηση της επιχείρησης προέβαινε σε ενέργειες κατόπιν κρατικής εντολής που δεν κάλυπταν τα συμφέροντα της, φρόντιζε να αποκτά άμεσα αντισταθμιστικά οφέλη.
Η εικόνα που προκύπτει λοιπόν από αυτό το μεμονωμένο, αλλά ενδεικτικό (σύμφωνα με τον συγγραφέα) παράδειγμα μιας μονοπωλιακής επιχείρησης, εν προκειμένω μιας επιχείρησης που έφτασε σε αυτό το status ακριβώς κατά την περίοδο των ναζί, δεν είναι εκείνο ενός κράτους-εντολέα κι μιας εταιρίας που θέλοντας και μη συμμορφωνόταν. Αντιθέτως προκύπτει ότι τη μερίδα του λέοντος των ουσιωδών αποφάσεων, δηλαδή αυτών που αφορούσαν η διασφάλιση της μεγιστοποίησης της κερδοφορίας παρέμενε στα χέρια της διοίκησης, με το κράτος ν'ακολουθεί συνήθως πρόθυμα. Το "αντάλλαγμα" της αποδοχής των κρατικών επεμβάσεων σε τεχνοκρατικά ή δευτερεύοντα διαχειριστικά ζητήματα δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση είτε με πλήρη, πόσο μάλλον ακούσιο από πλευράς επιχείρησης, κρατικό έλεγχο, ούτε καν με μονομερή άσκηση πίεσης μιας παντοδύναμης κρατικής μηχανής σε βάρος μιας δυσανασχετούσας διοίκησης. Οι τριβές που προέκυπταν είχαν να κάνουν με επιμέρους διαφωνίες ή αποτυχίες της εταιρείας (αεροπορία ισπανικού εμφυλίου) και πουθενά δεν υπέκρυπταν κάποιο ανταγωνισμό ή ουσιωδώς αντιτιθέμενα συμφέροντα. Προφανώς βέβαια οι στοχεύσεις του κάθε μονοπωλίου, άμεσες είτε πιο μεσομακροπρόθεσμες δε μπορούσαν πάντα να συμπίπτουν με εκείνες του Ράιχ, οι οποίες αφορούσαν συνολικά την καλλιέργεια, κυρίως διαμέσου του πολέμου και των συνακόλουθων κατακτήσεων ενός κλίματος ευνοϊκού για την περαιτέρω ενίσχυση του γερμανικού μονοπωλιακό καπιταλισμού ως σύνολο, στόχος που δεν αναιρείται από το γεγονός πως συγκεκριμένα τμήματα τους ή και μεμονωμένες επιχειρήσεις είχαν απευθείας πολιτικούς τους εκπροσώπους στην ηγεσία του Ράιχ. Η αποτίμηση του πολιτικού και οικονομικού ρίσκου που βρισκόταν πάντα στα χέρια της διοίκησης, καθώς και οι εν πολλοίς επιτυχημένες προσπάθειες της κατά της μέγιστης δυνατής μετακύλισης τους στον κρατικό προϋπολογισμό, δείχνουν μαζί με όλα τα προρρηθέντα πως τα ειωθότα της "ελεύθερης αγοράς" όχι μόνο δεν καταπατώνταν από ένα καθεστώς ολοκληρωτικού ελέγχου, όπως διατείνεται μεγάλη μερίδα αστών ιστορικών, αλλά βρήκε σε πληθώρα περιπτώσεων την πιο πλήρη έκφραση της.
Βιβλιογραφία
Till Lorenzen, "Unternehmerische Handlungsspielräume der
Bayerischen Motoren Werke im Flugmotorenbau
1933–1940" στο Rüstung, Kriegswirtschaft und Zwangsarbeit im Dritten Reich, Andreas Heusler, Mark Spoerer, Helmuth Trischler (επιμ.), Oldenbourg Verlag 2011, 15-36
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου