Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Οι άγνωστοι πρόγονοι της BAU

Αρκετοί από εσάς ίσως έχετε παρακολουθήσει τις σειρές, Profiler, Law and order και Criminal minds. Όλες έχουν ως κοινό στοιχείο-πέραν βέβαια της αστυνομικής πλοκής-την ανάλυση της συμπεριφοράς, της μεθοδολογίας και της ψυχολογίας του δράστη ενός εγκλήματος, συνήθως άγνωστου, γνωστό ως offender profiling, ενώ η τελευταία διαδραματίζεται στα κεντρικά της BAU (Behavioral analysis unit) στο Quantico της Virginia. Πώς όμως δημιουργήθηκε η συγκεκριμένη μέθοδος ανίχνευσης εγκληματιών;

Αν και μακρινός πρόγονος της μπορεί να θεωρηθεί ο Άνσελμος φον Φόυερμπαχ, πατέρας του γνωστού φιλοσόφου Λουδοβίκου Φόυερμπαχ, ο οποίος στις αρχές του 19ου αιώνα περιέγραφε στα έργα του αναλυτικά την ψυχοσύνθεση και τα κίνητρα των δραστών διαφόρων εγκλημάτων. Συνήθως ο όρος profiling συνδέεται με το FBI, ενώ στα μέσα της δεκαετίας του '90 υπήρχαν μόλις 20 ειδικοί της μεθόδου διεθνώς, κυρίως Αμερικανοί και δευτερευόντως Βρετανοί. Ωστόσο η πρώτη σύγχρονη εφαρμογή του profiling, αν και τότε δε διέθετε αυτή την ονομασία, ούτε συστηματοποιήθηκε από τον εισηγητή της βιβλιογραφικά, χρονολογείται στα 1970 στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία, την Ανατολική Γερμανία δηλαδή. 

Αφορμή στάθηκε η υπόθεση ενός κατά συρροή παιδόφιλου αλλά και δολοφόνου, του νεαρού Erwin Hagedorn, o οποίος έδρασε σε μια μικρή πόλη 50 χλμ έξω από το Βερολίνο ανάμεσα στα τέλη της δεκαετίας του '60 και τις αρχές του '70. Η πρώτη διπλή δολοφονία διαπράχθηκε το 1969,  με θύματα δυο εννιάχρονα αγόρια που είχαν βγει με τα ποδήλατα τους στο παρακείμενο δάσος. Βρέθηκαν δυο βδομάδες αργότερα κι έφεραν πολλαπλά τραύματα με μαχαίρι. Παρά την πρωτοφανή ως τότε κινητοποίηση της αστυνομίας, της λεγόμενης Volkspolizei (η βαριά εγκληματικότητα στην ΓΛΔ ήταν εξαιρετικά σπάνια, ενώ γενικότερα οι στατιστικές της παραβατικότητας,  ήταν χαμηλές με 601 αδικήματα πάσης φύσεως ανά 100.000 κατοίκους κατά μέσο όρο στα τέλη της δεκαετίας του '80), σε εκείνη τη φάση δεν έγινε δυνατόν να εντοπιστεί ο δράστης. 

Ωστόσο, στη διάρκεια των ερευνών, ο συνεργάτης της αστυνομίας και καθηγητής της έδρας της ψυχιατρικής εγκληματολογίας στο Αν. Βερολίνο δρ. Hans Szewczyk επινόησε έναν νέο τρόπο για την ταυτοποίηση του δράστη, ερευνώντας το είδος των θυμάτων, τον τρόπο δράσης και εκτέλεσης και τον τόπο τέλεσης του εγκλήματος. Κατέληξε στο ότι επρόκειτο για παιδόφιλο σαδιστή, πολύ νεαρής ηλικίας (όπως αποκαλύφθηκε ο Hagedorn ήταν μόλις 16 όταν διέπραξε τους πρώτους φόνους), πιθανότατα από φυσιολογικό κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον, ο οποίος ήταν πολύ πιθανόν να επαναλάβει την πράξη του.

Δυστυχώς οι εκτιμήσεις του δόκτορα επαληθεύτηκαν δυο χρόνια αργότερα, όταν παιδιά στην ίδια γειτονιά με τα προηγούμενα θύματα ανέφεραν στους γονείς τους πως ένας άγνωστος άντρας καταδίωκε έναν δωδεκάχρονο φίλο τους μες στο δάσος, κι από τότε αγνοούνταν τα ίχνη του. Λίγο αργότερα εντοπίστηκε το πτώμα του αγοριού, πάλι με πολλαπλές μαχαιριές, αλλά και την "υπογραφή" του δράστη, μια βαθιά τομή στο λαιμό. Η ειδική επιτροπή που συστάθηκε για την οριστική διαλεύκανση της υπόθεσης περιέλαβε εκ νέου στους κόλπους της τον δρ. Szewczyk, ο οποίος εμπλούτισε το εγκληματολογικό προφίλ του δράστη, επιβεβαιώνοντας αφενός την εξοικείωση του με τη χρήση μαχαιριών αλλά και διαπιστώνοντας σημαντικές ομοιότητες της υπόθεσης με εκείνη του παιδόφιλου δολοφόνου Jürgen Bartsch που δρούσε στη Δυτική Γερμανία στα μέσα της δεκαετίας του '60. Ζητώντας τη συνδρομή της Υπηρεσίας Κρατικής Ασφαλείας, της γνωστής μας Στάζι, απέκτησε πρόσβαση στο φάκελο του Bartsch. Μελετώντας τον κατέληξε στην ιδέα πως θα έπρεπε να ανακριθούν όλα τα παιδιά σχολικής ηλικίας στην πόλη, και ιδίως στη γειτονιά των θυμάτων, για τυχόν παρενόχληση ή απόπειρα αυτής στο παρελθόν, η οποία είχε αποκρυβεί λόγω φόβου ή ντροπής του παθόντος. 

Πράγματι, μετά από εκτεταμένη έρευνα μιας ειδικής ομάδας παιδοψυχολόγων, κατέληξαν στη μαρτυρία ενός νεαρού μαθητή που ομολόγησε πως το χειμώνα 1968 είχε δεχτεί σεξουαλική επίθεση από έναν άγνωστο άνδρα σε μια πίστα του σκι. Το γεγονός πως το παιδί είχε δει κάποιες φορές το πρόσωπο του δράστη στη μικρή πόλη και μάλιστα στη γειτονιά των θυμάτων, οδήγησε στον εντοπισμό του τόπου κατοικίας του, και τη σύλληψη του. Ο 19χρονος τότε μαθητευόμενος μάγειρας Erwin Hagedorn ομολόγησε την πράξη του αμέσως και συνεργάστηκε προθυμότατα με τις αρχές, συμμετέχοντας στην αναπαράσταση του εγκλήματος που μαγνητοσκοπήθηκε για εκπαιδευτικούς λόγους, ωστόσο δεν έδειξε καμία μεταμέλεια για τις πράξεις του (οι οποίες πέραν των φόνων και  των βιασμών περιλάμβαναν οχτώ απόπειρες δολοφονίας και πολυάριθμες ολοκληρωμένες ή ημιτελείς απόπειρες παρενόχλησης ανηλίκων), ούτε κατά τη σύλληψη και ανάκριση, ούτε και στο δικαστήριο. Η στάση του αυτή θεωρείται και ο κύριος λόγος για τον οποίο εκτελέστηκε η καταδίκη του σε θάνατο μετά από απόρριψη της αίτησης χάριτος των γονέων και του δικηγόρου του, παρότι ήδη στη ΓΛΔ ήταν ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη και πράγματι αποτέλεσε την τελευταία εκτέλεση για ποινικούς λόγους στη χώρα*. Να σημειωθεί πως ο δρ.  Szewczyk που συμμετείχε στην ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη του Hagedorn, παρότι τον έκρινε ως διαταραγμένη προσωπικότητα, δεν του απέδωσε μειωμένο καταλογισμό λόγω του ότι συνειδητά, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και με γνώση των συνεπειών είχε προσχεδιάσει επιμελώς τα εγκλήματα του.

Το προφίλ του δρ.  Szewczyk, βασισμένο στην επίσης πρωτοποριακή για την εποχή της χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών για την ανάλυση εγκληματολογικών δεδομένων, είχε αποδειχτεί  ιδιαίτερα αποτελεσματικό κι έφερε όντως εκπληκτικές ομοιότητες με εκείνο του Bartsch. Παρότι προέρχονταν από αρκετά διαφορετικά περιβάλλοντα, με τον τελευταίο να έχει μια ταραγμένη παιδική ζωή σε θετή οικογένεια, ενώ τον Hagedorn  μεγαλωμένο σε μια σταθερή, αλλά συναισθηματικά ψυχρή κι έντονα πουριτανική οικογένεια, είχαν πολλά κοινά: Αμφότεροι ήταν μοναχικοί, και ήδη από το σχολείο είχαν δυσκολίες στην κοινωνικοποίηση τους, υφίσταντο πιέσεις από τους γονείς τους σε σχέση με την επαγγελματική τους ανέλιξη, ενώ ο σαδισμός τους κλιμακώθηκε σταδιακά από το βασανισμό και τη φόνευση ζώων, (η οποία και αποτελεί συνηθέστατο πρώιμο χαρακτηριστικό των κατά συρροή δολοφόνων μαζί ,αν και όχι αναγκαστικά ταυτόχρονα στον ίδιο άνθρωπο, με την πυρομανία και τη νυχτερινή ενούρηση) στην παρενόχληση παιδιών και τελικά τη δολοφονία τους. Ακόμα και η μεθοδολογία εμφάνιζε ομοιότητες, αφού και οι δύο δρούσαν κοντά στον τόπο κατοικίας τους, διέπραξαν ως ανήλικοι τους πρώτους φόνους και είχαν φτιάξει αυτοσχέδιους χώρους βασανισμού των θυμάτων τους. 

Ο δρ.  Szewczyk μετά την υπόθεση αυτή δεν αναμείχθηκε ξανά άμεσα σε αστυνομικές έρευνες, αφιερώνοντας όλο του το χρόνο στην-ποιοτικά και ποσοτικά εντυπωσιακή- έρευνα και την πανεπιστημιακή διδασκαλία. Παρότι στα πολυάριθμα έργα του αναφέρεται διεξοδικά τόσο στη σημασία της ψυχοσύνθεσης και του κοινωνικού περιβάλλοντος τόσο του δράστη, όσο και του θύματος, για τη διαλεύκανση εγκλημάτων, πουθενά όπως προείπαμε δεν επιχείρησε να καθιερώσει με ξεχωριστή ορολογία κι ακριβή περιγραφή την πρακτική μέθοδο που οδήγησε στη σύλληψη του Hagedorn, η οποία ανταποκρίνεται σε γενικές γραμμές απόλυτα σε αυτό που δυο δεκαετίες αργότερα ονομάστηκε offender profiling. Ποιος θα το έλεγε πως πίσω από τις πολυπληθείς κι εξειδικευμένες μονάδες ανάλυσης συμπεριφοράς του FBI θα κρύβονταν η Στάζι, η ανατολικογερμανική αστυνομία κι ένας άγνωστος στο ευρύ κοινό ψυχίατρος;

* Οι δυο τελευταίες έγιναν στις αρχές της δεκαετίας του '80 για υπoθέσεις κατασκοπίας, κλείνοντας τον κατάλογο 24 ατόμων που είχαν εκτελεστεί στην Ανατολική Γερμανία από την εποχή της σοβιετικής  διοίκησης, ('45-'49) μέχρι την διάλυση της DDR. Στην πλειονότητα τους επρόκειτο για εγκληματίες πολέμου και συνεργάτες των ναζί, ενώ στη δεύτερη θέση έρχονταν οι κατηγορίες για κατασκοπία, με τους ποινικούς να αποτελούν τη μικρότερη κατηγορία εκτελεσθέντων. Επίσημα η θανατική ποινή καταργήθηκε το 1987.

Βιβλιογραφία:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου