Ο Werth μεταπηδά στο επόμενο ερμηνευτικό του σχήμα, ότι το καθεστώς επίτηδες επέβαλε το λιμό για να τιμωρήσει τους χωρικούς για την αντίσταση τους, εξετάζοντας τα καταναγκαστικά μέτρα που επέβαλε η κυβέρνηση το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του ’32 για να αναγκάσει τους αγροτικούς παραγωγούς να ανταποκριθούν στις ποσοστώσεις. Περιγράφει ένα «αληθινό κλίμα πολέμου» στην ύπαιθρο. Αναφέρει ένα ιταλικό διπλωματικό έγγραφα που περιγράφει την καμπάνια παράδοσης με όρους κυβερνητικής προσπάθειας να «κερδίσει» τον «εχθρό», και συμπληρώνει τη σκέψη του διπλωμάτη υποστηρίζοντας πως ο μόνος τρόπος να ηττηθεί ο εχθρός αυτός ήταν να τον λιμοκτονήσει. Ερμηνεύει το περίφημο γράμμα του Στάλιν στο Σολόχωφ το Μάη του ’33 για να πει πως ο ίδιος θεωρούσε την πείνα δικαιολογημένη τιμωρία για τα «σαμποτάζ» των χωρικών.
Στο τέλος του κεφαλαίου, ο συγγραφέας ερμηνεύει το λιμό ως το τελευταίο επεισόδιο αντιπαράθεσης στην αντιπαράθεση μεταξύ καθεστώτος και χωρικών, σε έναν κύκλο που ξεκίνησε από το 1918-22, συγκεκριμένα το ονομάζει «δεύτερη πράξη του πολέμου κατά των χωρικών» που άρχισε με την κολλεκτιβοποίηση του ’29. Τονίζει τις περιοχές της μεγαλύτερης αντίστασης στις σοβιετικές αγροτικές πολιτικές (τις εντολές του ’18-’22, την κολλεκτιβοποίηση του ’29-‘30)ήταν εκείνες που επλήγησαν περισσότερο από το λιμό του ’32-’33. Ειδικότερα υποστηρίζει πως 85% των σχεδόν 14000 ανταρσιών κατά της κολλεκτιβοποίησης σημειώθηκαν σε περιοχές «τιμωρημένες» από το λιμό του ’32-’33.
Αυτή η ερμηνεία αποδίδει το λιμό ρητά σε συνειδητή πρόθεση των σοβιετικών ηγετών να εκδικηθούν για την προηγούμεν και την τρέχουσα αντίδραση των χωρικών. Ωστόσο αποτυγχάνει να εξηγήσει τη χρονολογία της πείνας, και τις επιδράσεις της εκτός χωριών.
Πρώτον, αν οι Σοβιετικοί ηγέτες ήθελαν να τιμωρήσουν τους χωρικούς για την αντίσταση τους, γιατί περίμεναν ως το δεύτερο μισό του ’32; Οι μόνες εξελίξεις το ’31-’32, σύμφωνα με την αφήγηση του Werth, που θα μπορούσαν να δώσουν κίνητρο σε μια απόφαση να «τσακιστούν» οι χωρικοί, ήταν οι δυσκολίες στην εκπλήρωση των ποσοστώσεων του ’32. Ωστόσο, όπως σημειώθηκε πριν, και παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς τυ συγγραφέα, το καθεστώς έβαλε την ποσόστωση του ’32 χαμηλότερα εκείνης του ’31, και τη μείωσε περαιτέρω, ακόμα και στο αποκορύφωμα της κρίσης στις παραδόσεις. Ο συγγραφέας δεν εξηγεί γιατί το καθεστώς απαίτησε την παράδοση λιγότερα δημητριακά το ’32 από ότι το ’31, παρά την πιο βίαιη καμπάνια του προηγούμενου έτους, και γιατί η παράδοση μιας μικρότερης ποσότητας τροφών από τα χωριά σε σχέση με το προηγούμενο έτος οδήγησε σε μια πολύ χειρότερη πείνα. Αυτά τα στοιχεία δείχνουν πως η χώρα είχε γενικότερα προβλήματα παραγωγής τροφής, ένα σενάριο που ο Werth δεν εξετάζει.
Δεύτερον, αν οι σοβιετικοί ήθελαν να τιμωρήσουν τους χωρικούς, γιατί άφησαν εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες και τις οικογένειες τους να πεθάνουν από το λιμό, ακόμα και στη Μόσχα, και χιλιάδες στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού να στερηθούν τροφή; Ο Werth υποτιμά το μέγεθος του λιμού, τονίζει πως επηρέασε τις περιοχές που είχαν αντισταθεί στην κολλεκτιβοποίηση, τέτοιες όμως εξεγέρσεις υπήρχαν γενικά στην ΕΣΣΔ, από τη Λευκορωσία στη Σιβηρία.
Άλλες πηγές δείχνουν πως η πείνα επηρέασε τους ανθρώπους της πόλης, ακόμα και εργάτες σε δουλειές πρώτης προτεραιότητας που δικαιούνταν μεγαλύτερες μερίδες, κι επηρέασε επίσης τον Κόκκινο Στρατό. Αυτό εννοούσε ο Στάλιν στο γράμμα του στο Σολόχωφ: Κάποιοι χωρικοί, που αρνούνταν όπως υποστήριζε να δουλέψουν, ήταν «διατεθειμένοι να αφήσουν τους εργάτες και τον Κόκκινο Στρατό χωρίς ψωμί». Αυτό το στοιχείο δείχνει πως η πείνα έφτασε και στους καταναλωτές των τροφών από τα προϊόντα που συνέλεγε η κυβέρνηση, κάτι που πάλι δείχνει ένα γενικότερο πρόβλημα παραγωγής.
Το δεύτερο επιχείρημα του συγγραφέα περί συνειδητής επιβολής λιμού για τιμωρία των χωρικών, επίσης παρανοεί τις πηγές (μαζί και το γράμμα του Στάλιν) και παραλείπει άλλες παραμέτρους της κατάστασης που δεν υποστηρίζει το επιχείρημα του, κυρίως σε ό,τι αφορά τις ανάγκες του πληθυσμού εκτός χωριών. Οι πραγματικές τιμωρητικές ενέργειες της κυβέρνησης στην κρίση επίσης θέτουν έν αμφιβόλω την ερμηνεία αυτή. Στα τέλη του ’32 και τις αρχές του ’33, η κυβέρνηση εξόρισε πολλούς από τους χωρικούς της περιοχής του Kuban που ο Στάλιν και άλλοι αξιωματούχοι κατηγόρησαν ως σαμποτέρ, και έστειλε χωρικούς από επαρχίες με αγροτικό υπερπληθυσμό και φτωχά εδάφη στα εκκενωμένα χωριά. Σύμφωνα με τον τοπικό γραμματέα του κόμματος Β. Σεμπολντάγεφ, «Ανακοινώνουμε ρητά δημοσίως πως κακόβουλοι σαμποτέρ, συνεργάτες των κουλάκων και όσοι δεν θέλουν να οργώσουν θα εξοριστούν στο Βορρά…προτιμότερο να δώσουμε την πλούσια γη του Kuban σε κολχόζνικους άλλων περιοχών που έχουν φτωχό και άγονο έδαφος». Η ανακοίνωση του Σεμπολντάγιεφ δείχνει πως η ηγεσία διέκρινε μεταξύ τιμωρίας και πείνας: φαίνεται πως δεν θεωρούσαν το λιμό «όπλο» τους, αλλά ως κρίση που προκλήθηκε εν μέρει σε «σαμποτάζ» χωρικών ή αντίσταση, και που ήλπιζαν πως μερικώς θα ξεπερνούσαν με τέτοιες πραγματικά τιμωρητικές ενέργειες.
Στα όρια που θέτει αυτό το κεφάλαιο, κανείς πρέπει να αναφέριε μερικά μόνο από τα κύρια ζητήματα που πρέπει να θιγούν για να φτάσουμε σε μια πλήρη κατανόηση του λιμού του’32-’33.
Πρώτον, μια εκτίμηση των αιτιών του λιμού πρέπει να θίξει το θέμα της αγροτικής παραγωγής και της διαθεσιμότητας τροφίμων στην περιοχή ή χώρα που βρίσκεται υπό συζήτηση. Ακόμα και η Amartya Sen, που υποστηρίζει πως πολλοί πρόσφατοι λιμοί έλαβαν χώρα χωρίς να υπάρχει προηγούμενη έλλειψη τροφίμων, εξετάζει δεδομένα της παραγωγής τους σε καθεμία περίπτωση. Αν πραγματική έλλειψη ήταν αυτή που κυριαρχούσε σε κάποιο συγκεκριμένο λιμό, τότε στην πραγματικότητα είναι δύσκολο να αποκληθεί «εσκεμμένη». Μια σοβαρή έλλειψη μπορούσε να καταστήσει ένα λιμό αναπόφευκτο. Κάποιες εκδόσεις που εμφανίστηκαν πριν τη μαύρη βίβλο, μαζί και η δική μου μελέτη που βασίζεται σε μυστικά ως τώρα αρχειακά δεδομένα, παρουσίασαν αποδείξεις πως η σοδειά του ’32 ήταν πολύ μικρότερη από αυτή που έγινε δημοσίως γνωστή και πως ήταν βασική αιτία της πείνας. Ο Werth δεν αναφέρεται σε αυτές τις πηγές, ούτε δείχνει να γνωρίζει τη σχετική βιβλιογραφία. Μια μικρή σοδειά σήμαινε πως η κρίση των σοβιετικών χωρικών θύμιζε λιγότερο εκείνη των κατοίκων του κατεχόμενου από τους ναζί γκέτο της Βαρσοβίας, για να χρησιμοποιήσω τη σύγκριση του Κουρτουά, από εκείνη των χωρικών της δυτικής Νιγηρίας που υποχρεούνταν να πληρώσουν φόρους (αναλόγους με τις ποσοστώσεις στην ΕΣΣΔ, διότι υποχρέωναν τους χωρικούς να πουλήσουν τροφή που παρήγαγαν για να πάρουν χρήματα), παρά τα σοβαρά προβλήματα στη σοδειά, κάτι που οδήγησε σε λιμό την ίδια περίοδο με το σοβιετικό, το ’31-’32.
Δεύτερον, μια σοβαρή συζήτηση του λιμού πρέπει να λάβει υπόψη της ομάδες που εμπλέκονταν στο σύστημα εφοδιασμού τροφίμων. Ο Κουρτουά και ο Werth ερμηνεύουν το λιμό, καθώς και άλλες σχέσεις χωρικών και κράτους, απομονωμένα, λες και δεν εμπλέκονταν κανένα άλλο τμήμα του πληθυσμού. Ο Werth, πχ. Υποστηρίζει πως ενώ το κράτος ήταν απασχολημένο μόνο με τις ποσοστώσεις, ενώ οι χωρικοί ενδιαφέρονταν για την επιβίωση τους. Αυτή η αντίληψη είναι ανεπαρκής και παραπλανητική. Και το καθεστώς το ίδιο ενδιαφερόταν για την επιβίωση του: οι ποσοστώσεις ήταν η βάση της επιβίωσης των ανθρώπων της πόλης και άλλων ομάδων. Το σύστημα διανομής με μερίδες έδειχνε αυτή τη σχέση: ήταν σχεδιασμένο να διαχειρίζεται κρίσεις έλλειψης τροφίμων στη διάρκεια της κρίσης σιτηρών του ’28-’29, που επεκτάθηκε σε 40 εκ. ανθρώπους στη διάρκεια του ’32-’33, και σταμάτησε όταν οι σοδειές του ’33 και του ’34 κατέστησαν το σύστημα αυτό αχρείαστο. Περιγράφοντας το σύστημα διανομής με δελτίο ως μέσο ελέγχου και τιμωρίας, ο Κορτουά αποδίδει πολύ μεγαλύτερη συνειδητότητα στους σοβιετικούς ηγέτες από εκείνη που πραγματικά διέθεταν, ακριβώς επειδή αποτυγχάνει να δει όλη την εικόνα του συστήματος εφοδιασμού τροφίμων.
Κριτικάροντας τη Μαύρη Βίβλο, δεν θέλω καθόλου να μειώσω την τραγωδία του λιμού ή την ευθύνη της σοβιετικής κυβέρνησης για τους θανάτους αθώων ανθρώπων. Το καθεστώς έκανε εξαγωγές τροφίμων στην περίοδο της κρίσης, ενώ περιέκοψε δραστικά τις εξαγωγές και τις σταμάτησε νωρίς, δεν έκανε αρκετά. Το σοβιετικό καθεστώς είχε να αντιμετωπίσει μια στρατιωτική απειλή στην ¨Απω Ανατολή μετά την ιαπωνική κατάκτηση της Μαντζουρίας, αλλά επί της ουσίας, θα μπορούσε να κάνει περισσότερα για να ανακουφίσει το λιμό χωρίς να διακινδυνεύσει την εθνική ασφάλεια.
Παρόλαυτα, η ευθύνη δεν είναι το ίδιο πράγμα με την πρόθεση. Ο λιμός του ’32-’33 ήταν μια εξαιρετικά περίπλοκη κατάσταση, με συνδυασμό περιβαλλοντικών και ανθρώπινων αιτιών, με συνέπειες που ξεπερνούσαν κατά πολύ την «ζώνη λιμού» στην οποία εστίασαν ο Κουρτουά και ο Werth τη συζήτηση. Οι ενέργειες της σοβιετικής κυβέρνησης, όσο σκληρές κι αν ήταν, φαίνεται πως ήταν ξεκάθαρα προσανατολισμένες στην κατεύθυνση της διαχείρισης μιας μη σχεδιασμένης οικονομικής κρίσης κι ενός λιμού, παρά στην κατεύθυνση της δημιουργίας επί τούτου μιας κρίσης για να τιμωρηθεί μια συγκεκριμένη ομάδα. Γι’αυτούς και άλλους λόγους, πολλοί μελετητές έχουν υποστηρίξει πως ο λιμός δεν μπορεί να τοποθετείται στην ίδια κατηγορία των «εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας», όπως το Ολοκαύτωμα. Αυτή η σοβιετική κρίση έμοιαζε πολύ περισσότερο με κρίσεις που αντιμετώπισαν αναπτυσσόμενα κράτη μετά τον Β’ΠΠ, που προσπάθησαν να προσαρμοστούν στις ανελαστικές απαιτήσεις των ξένων χωρών και διεθνών εταιρειών και να αναπτύξουν βιομηχανικούς τομείς, εξαναγκάζοντας σε θυσίες τους πολίτες τους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου