Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

III. Κολλεκτιβοποίηση και αγρότες

ΙΙΙ. ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΚΑΙ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Το δεύτερο κύριο στοιχείο της θεωρίας περί αντίστασης είναι η παθητική αντίσταση μέσα στο συλλογικό σύστημα αγροτικής παραγωγής […] Πολλοί ερευνητές[…] αναφέρουν πολλά ανεκδοτολογικά στοιχεία των απειλών των χωρικών πως θα αντισταθούν, πχ. πως δε έσπερναν ή όργωναν, κλοπές, αρνήσεις εργασίας παρά τις επίσημες διαταγές.

Τέτοιες ανεκδοτολογικές αναφορές είναι προβληματικές, όπως είπαμε, διότι δεν ξέρουμε την αντιπροσωπευτικότητα τους. Ένας τρόπος επαλήθευσης τους είναι να συγκρίνουμε τα πραγματικά στοιχεία με αυτά που θα περιμέναμε να συμβούν αν η αντίσταση ήταν όντως μέρος της καθημερινότητα, πχ. στην αγροτική παραγωγή.[…]οι ερευνητές υποστηρίζουν πως η αντίσταση είχε καταστροφικές συνέπειες στην παραγωγή. Κι όμως οι σοδειές της δεκαετίας του ’30, δείχνουν μια άλλη εικόνα, κάτι που κανείς από τους θεωρητικούς της αντίστασης δεν αναλύει.

Τα στατιστικά στον πίνακα δύο (ΣτΜ 1930-67 εκ. τόνοι, 1931-54, 1932-48, 1933-68, 1934-67, 1935-75, 1936-56,1937-97, 1938-73) βασίζονται στις ετήσιες αναφορές 77000 κολχόζ το 1932 (40%), πάνω από 154000 το ’33 (60%) και πάνω από 235000 (98%) το 1937. Τα στοιχεία του ’30 και ’31 έχουν αντληθεί από άλλες αρχειακές και δημοσιευμένες πηγές. […]

Τα στοιχεία του πίνακα δείχνουν πως οι σοδειές σιτηρών στη δεκαετία του τριάντα είχαν έντονες διακυμάνσεις από έτος σε έτος. Βασισμένος κανείς στην ερμηνεία αντίστασης κανείς θα μπορούσε να πει πως μικρές σοδειές αντανακλούσαν αντίσταση των χωρικών, αλλά πώς εξηγούνται οι μεγάλες σοδειές του ’35 και ’37; Σίγουρα οι απόψεις των αγροτών επηρέαζαν τη δουλειά τους, όταν τον Απρίλιο του ’36 επετράπη στους κοζάκους να υπηρετήσουν στον κόκκινο στρατό, κάποιοι κοζάκοι κολχόζνικοι  καλλιέργησαν πολύ περισσότερο τη γη απ’ ό,τι έκαναν ως τότε.

Παρόλαυτα, και παρά τις ανεκδοτολογικές πηγές των θεωρητικών της αντίστασης, σαφή και πολυπληθή στοιχεία δείχνουν πως οι διακυμάνσεις στη σοδειά οφείλονταν σε περιβαλλοντικούς παράγοντες. Σημαντικές ξηρασίες περιόρισαν δραστικά τη σοδειά το ’31 και το ’36 (παρά τις προσπάθειες των Κοζάκων) ενώ σε λιγότερο βαθμό επηρέασαν και τις σοδειές του ’34 και ’38, ενώ ένας συνδυασμός φυσικών καταστροφών κατέστησαν τη σοδειά του ’32 τη χαμηλότερη της δεκαετίας και κύριο λόγο της πείνας του ’32-’33.

Παρότι υπήρξε αντίσταση των χωρικών στη δεκαετία αυτή, είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποτιμηθεί η επίδραση της στην παραγωγή. Το 1931 για παράδειγμα, οι χωρικοί όργωσαν μια έκταση, τμήμα της οποία πολύ αργά, αλλά υπό άλλες συνθήκες η σοδειά θα ήταν πολύ μεγαλύτερη. Με την ίδια λογική, η καλή σοδειά του ’33 και του ’37 ήταν κατά κύριο λόγο αποτέλεσμα ευνοϊκών καιρικών συνθηκών. […]Ένας ρώσος ερευνητής έχει αποδείξει σε πρόσφατη μελέτη των κολχόζ στα Ουράλια δείχνουν πως ο σημαντικότερος παράγοντας παραγωγικότητας των κολχόζ ήταν το κλίμα.

Για να δούμε πως αυτά τα στοιχεία της σοδειάς αντικρούουν τα περί αντίστασης, αρκεί να δούμε το επιχείρημα της Fitzpatrick που λέει πως στις αρχές του ’30 οι αγρότες εξέφρασαν οργή για την κολλεκτιβοποίηση μέσω «μιας γενικής άρνησης να δουλέψουν στα κολχόζ». Η συγγραφέας αναφέρει ένα δημοσίευμα τύπο σύμφωνα με το οποίο χωρικοί […] στην Ουκρανία την άνοιξη του ’33 αρνήθηκαν να σπείρουν ακόμα κι όταν τους δόθηκε έκτακτη βοήθεια σε σπόρους, λέγοντας πως « η κυβέρνηση θα τους πάρει τα σιτηρά τους». Κι όμως αρχειακές και άλλες δημοσιευμένες πηγές δείχνουν πως τα πιο πολλά κολχόζ το ’33 παρήγαν περισσότερο από την προηγούμενη χρονιά, παρά το λιμό, ή μάλλον όπως θα δούμε, λόγω του λιμού. Ιδιαίτερα δε το κολχόζ της περιοχής που αναφέρεται στον τύπο καλλιέργησε 884 εκτάρια το 1932 και 997 το 1933, δηλαδή 10% πάνω. Έτσι, η αναφορά του τύπου δεν είναι ενδεικτική της άποψης της πλειονότητας των χωρικών, και είναι εξαιρετικά παραπλανητική για να βγάλει κανείς συμπεράσματα για τη στάση τους σε όλη τη δεκαετία. Για τους ίδιους λόγους, όλες αυτές οι ανεκδοτολογικές πηγές της μυστικής αστυνομίας για χωρικούς που αρνούνταν να δουλέψουν, είναι στην καλύτερη των περιπτώσεων προβληματικές και κάποτε χωρίς νόημα αν τις δει κανείς ως ενδείξεις μιας γενικής στάσης της υπαίθρου, και καμία γενίκευση περί συνολικής άρνησης εργασίας στα κολχόζ δεν μπορεί να έχει εγκυρότητα με βάση αυτά τα στοιχεία.

Σε τέτοιες ακραίες εκδοχές, θα περίμενε κανείς πως τα κολχόζ δε δούλευαν καθόλου[…]από αυτές τις μελέτες φαίνεται πως σχεδόν όλοι οι χωρικοί το μόνο που έκαναν ήταν να αντιστέκονται. Ακόμα και εκείνοι που δέχονται την προσαρμογή των χωρικών στο νέο σύστημα, το ερμηνεύουν ως κίνηση τακτικής για να βρουν νέες μορφές αντίστασης. Ωστόσο τα στοιχεία για τις σοδειές τη δεκαετία του ’30, δείχνουν πως αυτή η ερμηνεία δεν είναι συμβατή με τα παραγωγικά αποτελέσματα του συστήματος. Πολλοί, αν όχι όλοι οι χωρικοί προσαρμόστηκαν στο νέο σύστημα, και δούλεψαν σκληρά στις επίμαχες περιόδους κάθε χρόνο. Όταν οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές, οι σοδειές ήταν από επαρκείς έως πλούσιες, όταν όχι, τα αποτελέσματα ήταν φτωχές σοδειές και πείνα όταν ήταν πολύ χαμηλές. Ακόμα πιο αξιοσημείωτο, οι σοδειές ήταν μεγαλύτερες μετά από καταστροφές και χαμηλές σοδειές (1933, 1935, 1937), κάτι που δείχνει πως πολλοί χωρικοί δούλευαν υπό σκληρές συνθήκες, ακόμα και πεινασμένοι, για να παράγουν περισσότερο και να ξεπεράσουν τις κρίσεις. Οι αντιδράσεις των χωρικών στα κολχόζ δεν μπορεί να περιορίζονται στην αντίσταση, χωρίς να παραλείπονται ή και να διαστρεβλώνονται τα πραγματικά γεγονότα. […]

[…]’όταν κανείς διαβάζει πως οι χωρικοί αρνούνταν να εργαστούν σε «συγκεκριμένα κολχόζ» ή «σε μια σειρά κολχόζ», μερικές φορές μπορεί να σκεφτεί πως αυτές οι φράσεις είναι ευφημισμοί ή κώδικας για να υπαινιχθούν «όλοι», «παντού» και «πάντα». Στην πραγματικότητα η OGPU έγραφε «παντού» και «πάντα» μόνο όταν το εννοούσε. Αυτή η εστίαση μπορεί να οδηγήσει τον ερευνητή σε πληθωρισμό της έννοιας της αντίστασης, περιλαμβάνοντας σε αυτή στάσεις και συμπεριφορές που ήταν κατανοητές και προσωρινές αποκρίσεις στη φυσική καταστροφή, διαχειριστικά λάθη ή άλλα προβλήματα, κι όχι επιθέσεις στο ίδιο το σύστημα.

[…]Αντί να παραθέτουμε απλώς ανεκδοτολογικές πηγές περί αντίστασης, πρέπει να δούμε γιατί αυτοί οι χωρικοί αντιστάθηκαν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και τι σήμαινε η συμπεριφορά τους. Μπορούμε να βρούμε κι ενδείξεις σκληρής δουλειάς από χωρικούς, πάλι ανεκδοτολογικού τύπου συχνά, όπως όμως και οι ενδείξεις περί αντίστασης. Τέλος, μπορούμε να δούμε μια μοναδική πηγή που δίνει μια ολιστική οπτική για τη στάση των χωρικών σε μια συγκεκριμένη, αλλά αντιπροσωπευτική περίπτωση.

Πρέπει πρώτα να δούμε την έννοια της αντίστασης. Συχνά οι ερευνητές παραθέτουν αναφορές της μυστικής αστυνομίας για χωρικούς που δεν πήγαιναν στη δουλειά, ή για λίγους μόνο κολχόζνικούς που δούλευαν. Αυτές οι αναφορές πρέπει να ιδωθούν στο πλαίσιο της εποχής, ότι δηλαδή στη δεκαετία του ’30 και για χρόνια αργότερ, τα κολχόζ συνήθως είχαν υπερπληθυσμό εργατικού δυναμικού. […]Η χαμηλή χρήση εργατικού δυναμικού σε σχέση με το σύνολο του διαθέσιμου τη δεκαετία αυτή, δε φαίνεται να μείωνε την εργασία που γινόταν, για παράδειγμα, μια σχεδόν πλήρης έρευνα στα μέσα της δεκαετίας στο Μέσο Βόλγα, βρήκε πως οι καλλιέργειες στα κολχόζ είχαν αυξηθεί έξι φορές και πλέον σε σχέση με το ’29, και περιλάμβανε ένα τρίτο της καλλιεργημένης γης της περιοχής, παρότι τα κολχόζ αφορούσαν μόνο το 22% των νοικοκυριών της περιοχής. Τα αγροκτήματα μπορούσαν να αυξήσουν τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις, παρά τα χαμηλά ποσοστά εργασίας, ακριβώς επειδή η κολλεκτιβοποίηση εκμηδένιζε τις παραδοσιακές αλληλοπεπικαλύψεις  χωραφιών, το τυπικό μοτίβο ιδιοκτησίας στα σοβιετικά χωριά. Αυτό το μοτίβο ιδιοκτησίας περιόριζε πολύ την παραγωγικότητα, ειδικά μετά τη δημογραφική αύξηση της δεκαετίας του ’20, οι κλήροι κατακερματίστηκαν περαιτέρω. Μόλις αυτό το ουσιαστικά μεσαιωνικό σύστημα παραμερίστηκε, πολύ λιγότεροι χωρικοί μπορούσαν να καλλιεργήσουν όλη τη γη του χωριού. Για χρόνια τα αγροκτήματα είχαν πιο πολλούς εργάτες από όσους μπορούσαν να απασχολήσουν, παρά την αποκουλακοποίηση, και την μετατροπή αγροτών σε βιομηχανικούς εργάτες. Έτσι, τα χαμηλά ποσοστά εργασίας, δεν είναι κατ’ανάγκη σημάδι αντίστασης, αλλά μάλλον αποτέλεσμα των απαιτήσεων που έθετε η ίδια η λειτουργία των κολχόζ.

Κάποιοι κολχόζνικοι δεν εμφανιζόταν λόγω του τρόπου διανομής των αμοιβών στα κολχόζ. Όπως φαίνεται, τα πιο πολλά κολχόζ του 1930 και το ’31 έδιναν ίσες αμοιβές, παρότι υπήρχαν ντιρεκτίβες να δίνονται με βάση τη δουλειά του καθενός. Πολλοί κολχόζνικοι ήταν υπέρ των ίσων αμοιβών, αλλά όχι όλοι: σε ένα κολχόζ στα Ουράλια, κάποιοι χωρικοί αρνήθηκαν την εξίσωση, λέγοντας «όλοι δουλεύουμε το ίδιο, γιατί καθένας μας φοβάται να βγάλει περισσότερα,  ώστε να μην υπερκεράσει το διπλανό του». Όταν κάποια κολχόζ άρχισαν να δουλεύουν με σχέδια διανομής δουλειών και αμοιβών στην ίδια βάση, κάποιοι χωρικοί σταμάτησαν να εμφανίζονται. Τότε τα κολχόζ ανακοίνωσαν πως η αμοιβή θα δινόταν βάση απόδοσης, και τότε όλοι εμφανίστηκαν, ακόμα και (σε ένα κολχόζ) άτομα που είχαν εμφανίσει χαρτιά γιατρού πως ήταν ανίκανοι προς εργασία. Ομολογουμένως είναι ανεκδοτολογικές πηγές, αλλά υποδεικνύουν μια άλλη ερμηνεία των ανεκδοτολογικών πηγών που χρησιμοποιούνται για να καταδείξουν αντίσταση.

Σε κάποιες περιπτώσεις οι χωρικοί έστελναν τα έφηβα παιδιά τους να δουλέψουν στα κολχόζ.[…]Οι ενήλικες σε κάποια κολχόζ αρνούνταν να δουλέψουν λόγω έλλειψης τροφίμων, και τότε στη θέση τους έμπαιναν έφηβοι[…] Αυτοί ήθελαν να δουλέψουν και δούλευαν για παρατεταμένες περιόδους μέχρι που τους σταματούσαν: «Δεν υπάρχει τίποτε για μας να κάνουμε σπίτι», έλεγαν, «δε θέλουμε να νταντεύουμε τα αδέρφια μας και να κουβαλάμε νερά, είναι καλύτερο να δουλεύουμε περισσότερο εδώ παρά να κυνηγάμε το σκύλο». Σε άλλες περιπτώσεις πάλι, αρνήσεις εργασίας, ανάγκαζαν κολχόζ, ακόμα και με σημαντικό πλεόνασμα δυναμικού, να προσλαμβάνουν εργαζόμενους εκτός κολχόζ με ημερομίσθιο. Οι πηγές μας δε διευκρινίζουν αν ήταν μη κολλεκτιβοποιημένοι αγρότες, ή κολχόζνικοι που έρχονταν από αλλού ελπίζοντας σε καλύτερη πληρωμή.

Πιο σημαντικό είναι το πώς δούλευαν οι χωρικοί.[…]Κάποιοι μελετητές απέδωσαν τον ίδιο το λιμό του ’32-’33 σε αντίσταση των χωρικών, με την έννοια ότι αφού δεν είχαν κίνητρο να δουλέψουν σκληρά, δεν παρήγαν αρκετά. Αυτές οι μελέτες δεν λαμβάνουν υπόψη τους περιβαλλοντικούς παράγοντες, αν τους αναφέρουν κιόλας. Ένας μελετητής απέδωσε την αυξημένη σοδειά του ’33 σε σχέση με του ’32 σε αυξημένο κρατικό έλεγχο. Τα επόμενα κεφάλαια […] δείχνουν πως τα επιχειρήματα αυτά υπερβάλλουν και υπεραπλουστεύουν την κατάσταση[…]

Τα κολχόζ το 1932 αντιμετώπιζαν μια εξαιρετικά δυσχερή κατάσταση. Η σοδειά του ’31 ήταν πολύ χαμηλή, παρά τη μεγάλη έκταση που καλλιεργήθηκε, κυρίως λόγω ξηρασίας, αλλά και λόγω οργανωτικών και εφοδιαστικών προβλημάτων. Η χαμηλή σοδειά και οι ποσοστώσεις άφησαν πολλά αγροκτήματα χωρίς τρόφιμα ή με ελάχιστα στις αρχές του ’32, κυρίως στις περιοχές της ξηρασίας (Βόλγας, Ουκρανία, Ουράλια, Καζακστάν). Αυτό οδήγησε πολλούς αγρότες να φύγουν από τα χωριά τους αναζητώντας τροφή. Οι μεταρρυθμίσεις το Φλεβάρη του ’32 συνέδεσαν πιο σφιχτά την αμοιβή με την απόδοση, και απαγόρευσαν τις εξισώσεις, ωστόσο πολλά κολχόζ αγνόησαν ή παρερμήνευσαν τις διατάξεις, ή τις εφήρμοσαν λανθασμένα, εξάλλου ο λιμός επέτεινε τις εξισωτικές τάσεις. Το καθεστώς έστειλε βοήθεια σε τροφές και δάνεια, αλλά συχνά με καθυστέρηση και όχι επαρκώς.

Ως αποτέλεσμα, οι χωρικοί πεινούσαν, συχνά λιμοκτονούσαν και ήταν θυμωμένοι με το καθεστώς και τους αξιωματούχους του. Ξένοι παρατηρητές σημείωναν ενέργειες ανοιχτής εχθρότητας προς τους αξιωματούχους. Αναφορές της μυστικής αστυνομίας και άλλα αρχεία δείχνουν πολυάριθμες αρνήσεις εργασίας. Κάποιοι κολχόζνικοι αρνήθηκαν να δουλέψουν το Μάη του ’32, μέχρι που η κυβέρνηση τους παρείχε σπόρους, και παρόμοια αιτήματα είχαν και σε άλλες περιοχές. Στην Ουκρανία της περιόδου, σύμφωνα με τις αναφορές αυτές, οι αρνήσεις εργασίας είχαν «μαζικό χαρακτήρα» και σε πολλά κολχόζ δούλευαν μόνο έφηβοι και γυναίκες ή «ακτιβιστές», δηλαδή αφοσιωμένοι κομμουνιστές. Πολλές φορές δεν είχαν αρκετούς σπόρους, τα άλογα τους ήταν αδύναμα, τα τρακτέρ χαλασμένα, ή δεν είχαν πάρει τα έσοδα τους το ’31, λόγω των υψηλών ποσοστώσεων. Κι όμως, δεκάδες εκατομμύρια εκταρίων καλλιεργήθηκαν, επισήμως για σιτηρά καλλιεργήθηκαν 99 εκ. εκτάρια, λίγο λιγότερα από το 1931.

Στη διάρκεια του ’32 η σοβιετική αγροτική οικονομία βίωσε κρίση. Φυσικές καταστροφές, κυρίως φυτικές ασθένειες εξαπλώθηκαν και εντάθηκαν λόγω του υγρού καιρού στα μέσα της χρονιάς, μείωσαν σημαντικά τις σοδειές. Οι αναφορές της OGPU, ανεκδοτολογικές μεν, μεταφέρουν ένα κλίμα εκτεταμένης αντίστασης στα κολχόζ. Οι αναφορές μιλούν για κολχόζνικους που πεινούσαν, είχαν να αντιμετωπίσουν κακοδιαχείριση και καταχρήσεις από υπεύθυνους των κολχόζ, και γενικότερα απελπιστικές συνθήκες: νεκρά άλογα, ακινητοποιημένα τρακτέρ, άρρωστες σπορές, και παρακινήσεις σε εξέγερση από διάφορους περαστικούς στα χωριά τους. Οι αντιδράσεις τους διέφεραν: άλλοτε έφευγαν από τα κολχόζ, άλλοι έφευγαν και αναζητούσαν αλλού δουλειά, κάποιοι δούλευαν τσαπατσούλικα, αφήνοντας επίτηδες σπόρους στην επιφάνεια των χωραφιών τους οποίους αργότερα μάζευαν οι ίδιοι.

Ωστόσο, με βάση τα στοιχεία, η συνηθέστερη αντίδραση ήταν η διαίρεση των κολχόζ σε ατομικά χωράφια προς καλλιέργεια. Αυτές οι ενέργειες κάποιες φορές πυροδοτούνταν από φήμες πως ένα μυστικό κρατικό διάταγμα διέλυε τα κολχόζ[…]Ωστόσο σε αυτή την περίπτωση, και σε άλλες ακόμα, οι ενέργειες αυτές δεν είχαν την υφή αντιπολίτευσης ή σαμποτάζ, ή μιας παράνομης προσπάθειας υπονόμευσης του κράτους. Τα αιτήματα τους ήταν ανοιχτά, κάποιες φορές διατυπωμένα σε επίσημες υπογεγραμμένες αιτήσεις προς τις αρχές, και ειλικρινείς: να τους επιτραπεί να δουλέψουν όπως εκείνοι έκριναν σωστό. Κάποιες φορές οι πιέσεις για διαίρεση των κολχοζ, γινόταν για να σωθεί η σοδειά και να παραδώσουν υψηλότερα ποσοστά στην κυβέρνηση. Αυτά τα αιτήματα και οι σχετικές ενέργειες δε χωρούν εύκολα στην θεωρία περί αντίστασης, καθώς οι χωρικοί δήλωναν ανοιχτά πως οι ενέργειες τους ήταν υπέρ της ικανοποίησης των κυβερνητικών απαιτήσεων και της κάλυψης των ποσοστώσεων.

Ακόμα και παρά τα περιστατικά αυτά, και παρά-ή λόγω ακριβώς- της κρίσης το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του ’32, πολλοί χωρικοί δοκίμασαν να δουλέψουν εντός συστήματος. Στις αρχές της χρονιάς του ’33 η μυστική αστυνομία και άλλο κρατικό προσωπικό ερεύνησε χωριά για να καθορίσει το ύψος της απαιτούμενης βοήθειας. Χωρίς εξαίρεση οι αναφορές τους έδειξαν πως ο λιμός ενώ αφορούσε κυρίως χωρικούς που δεν είχαν πολλές μέρες εργασίας στο ενεργητικό τους, είχε πλήξει και αρκετούς εργατικούς και παραγωγικούς κολχζόζνικους. Ξεκάθαρα, αφού πολλοί κολχόζνικοι ήταν εργατικοί και επιτυχημένοι ως την καμπάνια ποσοστώσεων του φθινοπώρου του ’32, η αντίσταση μάλλον απέχει πολύ από το να μας πει ολόκληρη την ιστορία.

Στις αρχές του ’33 η ΕΣΣΔ ήταν στο μέσο ενός καταστροφικού λιμού, διαφορετικής έντασης σε κάθε περιοχή, αλλά διαπεραστικό. Μετά από προσπάθειες απόσπασης περισσότερων σιτηρών το Γενάρη, μετά το Φλεβάρη η κυβέρνηση προσπάθησε απεγνωσμένα από το Φλεβάρη και μετά να βοηθήσει τους αγρότες να καλλιεργήσουν.  Τα πολιτικά τμήματα που εισήγαγε το κράτος στα σοβχόζ και οι σταθμοί τρακτέρ στις αρχές του ’33, έπαιξαν κεντρικό ρόλο στις προσπάθειες αυτές. Αυτές οι υπηρεσίες, που αποτελούνταν από μικρές ομάδες εργατών και προσωπικού της OGPU, απομάκρυναν αξιωματούχους που είχαν παραβιάσει τις ντιρεκτίβες της κυβέρνησης για τη δουλειά και τις ποσοστώσεις, αντικαθιστώντας τους με κολχόζνικούς ή σοβχόζνικους που θεωρούσαν πως ήταν πιο αξιόπιστοι και οργανωμένοι, και γενικά βοήθησαν τα αγροκτήματα να παράγουν μια καλή σοδειά του 1933. Συνοδεύονταν από δρακόντειους καταναγκαστικούς νόμους περί εργασιακής πειθαρχίας σε κάποιες περιοχές, αλλά και τεράστιες προμήθειες σπόρους και τροφής, τις μεγαλύτερες της σοβιετικής ιστορίας. […]

Οι χωρικοί στις περιοχές του λιμού ήταν αδύναμοι, και εκτιμήσεις δίνουν έναν αριθμό μεταξύ τεσσάρων και εφτά εκατομμυρίων νεκρών σε πόλεις και χωριά. Κι όμως, με κάποιο τρόπο, συνολικά οι χωρικοί δούλεψαν πιο σκληρά το ’33 παρά το ’32. Μέχρι τον Ιούνιο του ίδιου έτους, είχαν καλλιεργηθεί τα περισσότερα εδάφη της περιόδου από το 1930. Ο Γερμανός αγροτικός ακόλουθος Όττο Σίλερ πέρασε από 6000 μίλια των κυριότερων αγροτικών εκτάσεων το καλοκαίρι του ’33 και περιέγραψε ένα ενισχυμένο και σταθερό σύστημα κολχόζ. Το απέδωσε κυβερνητική πίεση και στην πείνα ως κίνητρο, αλλά και στην οργάνωση της εργασίας και το σωστό μάνατζμεντ. Αναφορές από όλη τη χώρα έδειχναν πως χωρικοί που πριν αρνούνταν να δουλέψουν στα κολχόζ τώρα συναγωνίζονταν μεταξύ τους, και είχαν μια «θετικότερη στάση» στη δουλειά τους εκεί από πριν. Το αποτέλεσμα, ήταν μια δραματική αύξηση της σοδειάς τη χρονιά εκείνη. […]Έτσι δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία πως η εντατικοποιημένη δουλειά, οι βελτιωμένες συνθήκες και η καλή απόδοση που δείχνουν οι στατιστικές ήταν όντως αντιπροσωπευτικές του τι συνέβαινε στη χώρα.

[…]Μια αναφορά από τις 22 Δεκεμβρίου 1933 προήλθε από μια κεντρική περιοχή που ήταν πολύ κολλεκτιβοποιημένη, αλλά και δυο φορές πληγείσα από λιμό, με μαζικούς θανάτους, οιδήματα και κανιβαλισμό. Μπορούμε δηλαδή να την θεωρήσουμε μια περιοχή ενδεικτική όσων συνέβαιναν στο λιμό στις πιο επιβαρυμένες περιοχές. […]Αυτή η πηγή είναι πολύ σημαντική, γιατί δίνει μια ολιστική περιγραφή της δουλειάς των χωρικών σε μια κρίσιμη χρονιά, βασισμένη σε χιλιάδες αναφορές από τα πολιτικά τμήματα των σταθμών τρακτέρ και των σοβχόζ σε όλη την περιοχή όλο το χρόνο. Είναι δηλαδή πολύ πιο γενική και συνολική από τις ανεκδοτολογικές αναφορές μεμονωμένων περιστατικών που βρίσκονται στην OGPU και τον τύπο. […]

Πρώτα η αναφορά περιγράφει τις συνθήκες κρίσης στις αρχές της χρονιάς: λιμοκτονία και θάνατοι, εξαντλημένα άλογα, που πέθαιναν παραμελημένα, μη επισκευασμένα ή κακοεπισκευασμένα  τρακτέρ, χαμηλή εργασιακή πειθαρχία στα κολχόζ, αλλά και γενικότερα στους αγρότες, με συχνές αρνήσεις εργασίας και αποποιήσεις ευθυνών. Το πολιτικό τμήμα ξεκίνησε συζητώντας και οργανώνοντας τους κολχόζνικους, και εκκαθάρισε τα κολχόζ, τους σταθμούς τρακτέρ και άλλες τοπικές υπηρεσίες από αυτό που όριζα ως κουλάκους και άλλα αντεπαναστατικά στοιχεία. Σύμφωνα με αυτή την αναφορά οι κολχόζνικοι συμμετείχαν σε αυτές τις ενέργειες και ανέπτυξαν ενθουσιασμό για τη δουλειά τους. Με τη βοήθεια των πολιτικών τμημάτων, τα κολχόζ και οι σταθμοί τρακτέρ τερμάτισαν τη σπορά 15 μέρες νωρίτερα από το ’32 και καλλιέργησαν 3,4 εκ. εκτάρια από 2,85 το ’32. Χρησιμοποίησαν πρώτη φορά λιπάσματα, ξεδιάλεξαν το σπόρο, θεράπευσαν περισσότερα φυτά από ασθένειες, αποπαρασιτώνοντας δύο φορές τα χωράφια τους, και αντιμετωπίζοντας τα έντομα. […]

Σαν αποτέλεσμα, η περιοχή μάζεψε 24% περισσότερα σιτηρά από την προηγούμενη χρονιά. Ενώ σίγουρα ο καιρός έπαιξε ρόλο στην επιτυχία, είναι σαφές ότι οι χωρικοί δούλεψαν σκληρότερα και διαφορετικά τη χρονιά εκείνη, στο αποκορύφωμα του λιμού, από ό,τι είχαν κάνει πριν, και σίγουρα η διαχείριση από τα πολιτικά τμήματα συνέβαλε σαυτό. […] Όπως είπα δεν θέλω να πω πως δεν υπήρξε αντίσταση, αλλά αρνούμαι πως ήταν η μόνη ή έστω η κύρια αντίδραση στις συνθήκες της εποχής: η αντίσταση όπου υπήρχε πρέπει να ειδωθεί σωστά και μες στο πλαίσιο της.

[…]Πολλοί χωρικοί ήταν αδύναμοι λόγω λιμού, σε ένα κολχόζ άνθρωποι πέθαιναν δέκα την ημέρα, και εκατοντάδες πέθαναν σε άλλες περιοχές. Σε τέσσερις περιοχές τουλάχισοτν σχηματίστηκαν αντεπαναστατικές ομάδες, με σχέδια που κυμαίνονταν από απόκρυψη σίτου μέχρι και ανατροπή της κυβέρνησης. Υπήρχαν πολλές συμμορίες που έκλεβαν σιτηρά και τα σπίτια των χωρικών, και πολλοί επιτίθενταν και σκότωναν ακτιβιστές και άλλους. […]Οι κολχόζνικοι είχαν συχνά το «δίλημμα» είτε να πάνε για δουλειά στο χωράφι κουβαλώντας μαζί τους τα υπάρχοντα τους για να μην κλαπού, ή να μείνουν σπίτι και να χάσουν την καλλιέργεια. Υπήρχαν κολχόζνικοι που δε δούλευαν ή δούλευαν λίγο, […]ακόμα και κολχόζ στα οποία η πλειονότητα είχε λιγότερες από εκατό μέρες εργασίας, αλλά και περιπτώσεις όπου ακτιβιστές και σκληρά εργαζόμενοι κολχόζνικοι δέχονταν προειδοποιήσεις ή και πρόστιμα για το ότι εκτελούσαν «έργα-σοκ» και υπερκάλυπταν κατά πολύ τις νόρμες. Υπήρχαν κολχόζ στα οποία τα μέλη τους είχαν διαμοιράσει μεταξύ τους τη γη σε εκτάσεις 3 εκταρίων και προσελάμβαναν εργάτες στη θέση τους, και όπου μόνο το 40% των κολχοζνικων εμφανίζονταν για δουλειά (παρότι όπως είδαμε αυτό μπορούσε να μη συνιστά ιδιαίτερο πρόβλημα).

Κι όμως, η αναφορά επιμένει πως η στάση των περισσότερων χωρικών είχε αλλάξει το 1933. Εκεί που το 1932 οι διευθυντές των κολχόζ έπρεπε να πηγαίνουν σε σπίτια αγροτών το πρωί για να τους φέρουν στη δουλειά, και όσοι αποφάσιζαν να δουλέψουν εμφανίζονταν στις 8 ή 9 το πρωί, το 1933 την εποχή της καλλιέργειας εμφανίζονταν μόνοι τους το χάραμα ή νωρίτερα. Χαλούσαν λιγότερο χρόνο σε διαλείμματα, κάπνισμα και καβγάδες, και δούλευαν πολύ προσεκτικότερα, με λιγότερα κενά και απώλειες. Ενώ τα προηγούμενα χρόνια η εξισωτική διανομή κυριαρχούσε και οι καλοί εργάτες δεν είχαν σχεδόν καθόλου αναγνώριση, το ’33 σε όλα τα κολχόζ (άλλη μια περίπτωση που η πηγή αναφέρει τη λέξη «όλα») οι εργάτες-σοκ, κέρδιζαν τιμές, αναγνώριση και εξουσία, ενώ οι «χασομέρηδες» υπόκειντο σε κοινωνική κατακραυγή.

[…]Πολλοί που μισούσαν το νέο σύστημα και την κυβέρνηση που τους πίεζε να μπουν στα κολχόζ, και που πεινούσαν λόγω των ποσοστώσεων, το ’33 με κάποιο τρόπο συμφιλιώθηκαν αρκετά με αυτό ώστε να δουλέψουν για αυτό. Χωρίς αμφιβολία όμως, σε όλη τη διάρκεια της προηγούμενης περιόδου υπήρχαν πολλοί χωρικοί που ήδη δούλευαν εθελοντικά, μαζεύοντας μέρες εργασίας και υποστηρίζοντας το σύστημα. Επί παραδείγματι, μπορούμε να δούμε τις απόψεις τους για το περίφημο νόμο της 7ης Αυγούστου 1932 περί σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας, που επέτρεπε τη σύλληψη για κλοπή και έβαζε ακόμα και θανατική ποινή σε κάποιες περιπτώσεις, σύμφωνα με τον οποίο 100000 άνθρωποι, κυρίως χωρικοί, συνελήφθησαν. Η OGPU στο Ιβάνοβο σημείωνε πως οι περισσότεροι χωρικοί υποστήριξαν το νόμο και μάλιστα θεωρούσαν πως είχε καθυστερήσει, εξαιτίας των πολλών σκανδάλων κλοπής που είχαν δει και δε μπορούσαν να αποτρέψουν νωρίτερα.

[…]Κανείς θα μπορούσε να δει την κλοπή από τα κολχόζ ως ερμηνεία αντίστασης στην κυβέρνηση, που αντανακλούσε αντιλήψεις που είχαν πολλοί ή όλοι οι χωρικοί. Αν όμως μια άλλη ομάδα χωρικών ερμηνεύει την κλοπή ως αφαίρεση πόρων που τους ανήκαν, τότε η κλοπή από πολιτική πράξη σε απλή κλοπή, κατά την οποία οι μεν διαπράττουν ένα ποινικό αδίκημα που έβλαπτε τους διπλανούς τους πολύ περισσότερο μάλλον, παρά υπονόμευε την κυβέρνηση.

Ένα μεταγενέστερο παράδειγμα δείχνει την αφοσίωση πολλών χωρικών στο σύστημα. Το 1936 μια ξηρασία περιόρισε σημαντικά την παραγωγή, και μια ηπιότερη μορφή αντίστασης διέτρεξε πολλές περιοχές της χώρας. Φήμες διαδόθηκαν για διάλυση των κολχόζ, κάποια αγρότες έκλεψαν σιτάρι από χωράφια ή αποθήκες αναμένοντας λιμό, κάποιοι αρνήθηκαν να εργαστούν. Η πολύ καλή κλιματική κατάσταση του ’37 ωστόσο, βρήκε μια ανευ προηγουμένου σοδειά ως συνέχεια,  και η κατά κεφαλήν παραγωγικότητα στα κολχόζ διπλασιάστηκε συγκριτικά ακόμα και με το ευνοϊκό 1935. […]

Με βάση αυτές τις υποθέσεις το 1933 και 1937, το επιχείρημα πως η κολλεκτιβοποίηση δεν έδινε επαρκή κίνητρα πρέπει να τροποποιηθεί. Φαινομενικά, μοιάζει επιφανειακό ή υποβολιμαίο να πει κανείς πως το ξεπέρασμα του λιμού ήταν «κίνητρο». Αν θυμηθεί κανείς όμως ότι οι χωρικοί της ΕΣΣΔ είχαν ζήσει δεκάδες λιμούς στην ιστορία τους, πως οι λιμοί του όψιμου 19ου και των αρχών του 20ου ήταν ακόμα στη μνήμη τους, πως οι λιμοί πάντα τους κινητοποιούσαν να βρουν και κυρίως να παράγουν τροφή, και πως γενικά οι περίοδος στα τέλη της δεκαετίας του ’20 και των αρχών του ’30 ήταν περίοδος λιμών, τότε η χρήση της πείνας ως κινήτρου […] δεν είναι τραβηγμένη. […]
Όλα αυτά δεν λέγονται προς άρνηση του γεγονότος πως κάποιοι χωρικοί εκείνα τα χρόνια, ειδικά επί λιμού, δε χρησιμοποίησαν «τα όπλα του αδυνάτου» ενάντια στα κολχόζ και την κυβέρνηση. […] Οι μελέτες που συντάχθηκαν στα μέσα της δεκαετίας δείχνουν πως οι κολχόζνικοι στην πραγματικότητα δούλευαν σκληρότερα από τους μη κολλεκτιβοποιημένους  χωρικούς της προηγούμενης δεκαετίας, καθαρή απόδειξη της προσαρμογής στο νέο σύστημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου