Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

"Επανασφυρηλάτηση"

Εγκαινιάζοντας το ιστολόγιο, θα ασχοληθούμε με ένα θέμα σχετικά-έως παντελώς-άγνωστο στο ευρύ κοινό, εκείνο της αντιμετώπισης των ποινικών κρατουμένων στην ΕΣΣΔ τη δεκαετία του '30, συγκεκριμένα στο κομμάτι που αφορά τις προσπάθειες σωφρονισμού κι επανένταξης τους. Η κεντρική ιδέα πίσω από αυτές ήταν εκείνη της "επανασφυρηλάτησης", η οποία έβρισκε εφαρμογή σε σειρά συμφραζομένων στη σοβιετική κοινωνία της εποχής. Οδηγός μας θα είναι η μετάφραση της υποφαινόμενης εκτενών αποσπασμάτων από το κεφάλαιο "Η αναδημιουργία του ανθρώπου" του βιβλίου της Sheila Fitzpatrick, Everyday stalinism, Oxford university press 2000, 75-79. H συγγραφέας πόρρω απέχει από απολογητική διάθεση για τον Στάλιν ή την ΕΣΣΔ γενικότερα, κάτι που καθιστά τα πορίσματα, βασισμένα σε πλούσιο πρωτογενές υλικό, ακόμα πιο ενδιαφέροντα:

«Σύντροφοι, είμαι σαρανταπέντε χρονών, αλλά είμαι ζωντανός μόλις τα τελευταία 18 χρόνια» έλεγε ένας βετεράνος εργάτης σε συνέδριο σταχανοβιτών το 1935. Η εικόνα της επανάστασης του 1917 ως αναγέννησης ήταν κοινή στη σοβιετική ρητορική. Κάποιες φορές ένας άντρας ή μια γυναίκα «ξαναγεννιόταν» από την επανάσταση, άλλοτε από ένα κατοπινό γεγονός όπως η κολλεκτιβοποίηση. Υπήρχαν επίσης συγκεκριμένες εμπειρίες μεταστροφής που οδηγούσαν τα άτομα από την παλιά ζωή στην καινούργια. Το σατιρικό περιοδικό Krokodil δημοσίευσε ένα κοροϊδευτικό σκίτσο, στο οποίο το άλμα με αλεξίπτωτο, ένα δημοφιλές σπορ στα μέσα της δεκαετίας του ’30, υπηρετούσε αυτό το σκοπό. Το σκίτσο δείχνει ένα παραδοσιακό υπαίθριο σκηνικό ενός χιονισμένου χωριού, με χωρικούς σε έλκηθρα και μια εκκλησία με το καμπαναριό της, μόνο που το καμπαναριό χρησιμοποιείται πια για τα άλματα με αλεξίπτωτο. Η λεζάντα γράφει: «Σε αυτή την εκκλησία βαφτίστηκα δυο φορές, μια ως μωρό, και μια πρόσφατα, στον αέρα».

Συνήθως βέβαια ήταν η δουλειά, κι όχι τα αλεξίπτωτα, που επέτρεπαν στους ανθρώπους να αναγεννηθούν  Η δουλειά σε σοβιετικές συνθήκες θεωρούνταν μια εμπειρία μεταμόρφωσης καθώς ήταν συλλογική και διαποτισμένη από μια αίσθηση σκοπού. Υπό το παλιό καθεστώς, η εργασία ήταν μια εξαναγκαστική, ψυχοφθόρα διαδικασία. Στο σοσιαλισμό ήταν εκείνο που γέμιζε τη ζωή με νόημα. Όπως έγραφε ενας άντρας στο Μαξίμ Γκόρκυ για τη δουλειά του σε μια νέα οικοδομή: «Αποδείχτηκε πως εγώ, ένα άτομο με στερημένα τα πολιτικά δικαιώματα, ένας άντρας δυσαρεσημένος, κατάλαβα εδώ, ανάμεσα σε κακοταιριασμένους ανθρώπους που ομονοούν, πόσο μεγάλη είναι η απόλαυση του να γνωρίζεις τη ζωή και να παίρνεις μέρος στην ανασυγκρότηση τους».

Η ιδέα πως οι άνθρωποι θα μπορούσαν να αναγεννηθούν ήταν πολύ σημαντική στη σοβιετική κοσμοθεωρία. Συνδέονταν, εξαρχής, με την ιδέα πως το έγκλημα είναι μια κοινωνική ασθένεια, το αποτέλεσμα ενός επιζήμιου περιβάλλοντας. Αυτό ήταν η τρέχουσα άποψη στην σοβιετική εγκληματολογία τη δεκαετία του 1920 και 1930, αν και σταδιακά η ισχύς της εξασθένησε καθώς έγινε ποιο δύσκολο να αποδοθεί το σύνολο της εγκληματικής συμπεριφοράς σε προβλήματα μετάβασης ή «επιβιώσεις» του παρελθόντος. Πιο πλατιά, η έννοια της ανθρώπινης μεταμόρφωσης βρισκόταν στην καρδιά του σοβιετικού σχεδίου. Όπως το έθετε ο Μπουχάριν, «η πλαστικότητα του οργανισμού [είναι] η σιωπηρή θεωρητική προϋπόθεση κάθε μας δράσης, «γιατί χωρίς αυτή, ποιος θα ταλαιπωρούνταν να κάνει επανάσταση;» Αν είχαμε την άποψη πως τα φυλετικά και εθνικά χαρακτηριστικά είναι τόσο ισχυρά ώστε χρειάζονται χιλιάδες χρόνια για ν’αλλάξουν, ασφαλώς όλη η δουλειά μας θα ήταν παράλογη».

Το μοτίβο της αναγέννησης το ανθρώπου ήταν δημοφιλές σε κάθε είδους συμφραζόμενα τη δεκαετία του 1930. Ωστόσο οι πιο δημοφιλείς απ’όλες τις ιστορίες ήταν εκείνες της αναγέννησης ή η «επανασφυρηλάτηση» των εγκληματιών και των ανήλικων παραβατών, μέσω της εργασίας και της συμμετοχής σε εργατικές κολλεκτίβες. Ο τύπος ήταν γεμάτος τέτοιες ιστορίες ηθικής αναμόρφωσης, ειδικά στο πρώτο μισό της δεκαετίας, και διαδίδονταν πάρα πολύ τόσο για το ξένο όσο και το εγχώριο ακροατήριο. Σε ό,τι αφορά το εγχώριο κοινό, πάντως, οι ιστορίες αυτές δε μπορεί να παραμεριστούν ως απλή προπαγάνδα, εφόσον προφανώς ήλκυαν την προσοχή του κόσμου σε ασυνήθιστο βαθμό. Ακόμα και στα στρατόπεδα εργασίας gulag, όπου το μοτίβο της «επανασφυρηλάτησης» χρησιμοποιούνταν κατά κόρον, φαίνεται πως είχε μια γνήσια επιρροή ενθάρρυνσης.

Οι ιστορίες μεταστροφής που ήταν τόσο δημοφιλείς τη δεκαετία του 1920 και 1930 είχαν διπλή επίδραση των περιπετειωδών ιστοριών, όπως οι ιστορίες με ληστές που ήταν τόσο δημοφιλείς στη Ρωσία προεπαναστατικά, και των ψυχολογικών δραμάτων στα οποία, ένα δυστυχισμένο, μοναχικό άτομο τελικά βρίσκει την ευτυχία συμμετέχοντας σε μια συλλογικότητα. Συνήθως ο πρωταγωνιστής ήταν κάποιο είδος περιθωριακού στην παλιά του ζωή-ένας καθ’έξιν κακοποιός, ένας νέος με παραβατική συμπεριφορά, ή ακόμα και το παιδί εκτοπισμένων κουλάκων που ξεκινούσε μια νέα ζωή στην εξορία. Ένας νέος σοβιετικός άνθρωπος αναδύεται σε αυτές τις ιστορίες, πετώντας από πάνω του τη βρομιά και τη διαφθορά της παλιάς ζωής […]

Ένα από τα κλασικά σοβιετικά έργα για την αναγέννηση του ατόμου ήταν το «Κανάλι της Λευκής Θάλασσας», μια περίφημη (κατ’άλλους διαβόητη) συλλογική εργασία της οποίας οι συμμετέχοντες περιλάμβαναν το Μαξίμ Γκόρκυ και μια σειρά λογοτεχνικών διασημοτήτων, μεταξύ τους κι ο σατιρικός συγγραφές Mikhail Zoschenko. Το βιβλίο βασίστηκε σε μια επίσκεψη που έκαναν οι συγγραφείς το 1933 στο κανάλι της Λευκής θάλασσας, ένα έργο που διεξάγονταν από την OGPU και χρησιμοποιούσε καταδίκους ως εργάτες. Βασιζόμενοι σε συνεντεύξεις με τους καταδίκους και τη διοίκηση του στρατοπέδου, όπως και σε πηγές σαν την εφημερίδα του στρατοπέδου «Επανασφυρηλάτηση», οι συγγραφείς περιέγραψαν τη διαδικασία με την οποία οι κατάδικοι μετατρέπονταν σε καλούς σοβιετικούς πολίτες. Επρόκειτο ξεκάθαρα για ένα προπαγανδιστικό εγχείρημα: η επίσκεψη δε θα μπορούσε να έχει συμβεί παρά μόνο κατόπιν απόφασης σε υψηλό πολιτικό επίπεδο, το βιβλίο ήταν αφιερωμένο στο 17ο συνέδριο του κόμματος, και σύντομα μεταφράστηκε στα αγγλικά, λαμβάνοντας σημαντική διάδοση χάρη στο Left Book Club και άλλες οργανώσεις συνοδοιπόρων. Παρόλαυτα, το βιβλίο δε στερείται λογοτεχνικού ενδιαφέροντος, και εμπεριέχει κάποιες συναρπαστικές ιστορίες.

Από τις πιο ενδιαφέρουσες είναι εκείνη της Άννα Γιανκόφσκαγια, πρώην επαγγελματίας κλέφτρα, με μακρύ ιστορικό συλλήψεων που εστάλη στο στρατόπεδο του καναλιού της Λευκής Θάλασσας το 1932. Όπως θυμόταν η ίδια, αρχικά ήταν σκεπτική απέναντι στην υπόσχεση της NKDV πως οι κρατούμενοι θα επανεκπαιδεύονταν, δε θα τιμωρούνταν. Θεωρούσε τη σωματική δουλειά απαράδεκτα σκληρή και αρχικά αρνιόταν να εργαστεί. Ένας από τους εκπαιδευτές του στρατοπέδου, πρώην κρατούμενος ο ίδιος, συζήτησε τότε μαζί της επί τέσσερις ώρες για τη ζωή τους, κάτι που έκανε την Άννα να δακρύσει. Αυτή ήταν η κρίσιμη στιγμή της μεταστροφής: Η ανακάλυψη πως, εδώ, για πρώτη φορά, είχε σημασία η ίδια ως άτομο. Μετά από αυτό η Άννα μπορούσε να ξεκινήσει τη δουλειά και να αρχίσει με τη νέα της ζωή.

Μια άλλη ιστορία ασχολείται με μια διαφορετική κατηγορία καταδίκων, έναν αστό μηχανικό, καταδικασμένο για δολιοφθορά, δηλαδή έναν πολιτικό κρατούμενο σαν αυτούς που καταδικάστηκαν στη δημόσια δίκη του Shakty το 1928 (σ.τ.Μ:Το Shakty ήταν πόλη στον Βόρειο Καύκασο, όπου συνελήφθησαν και δικάστηκαν 53 μηχανικοί για σαμποτάζ στα τοπικά ανθρακωρυχεία. Πέντε καταδικάστηκαν σε θάνατο, τέσσερις αθωώθηκαν και οι υπόλοιποι φυλακίστηκαν). Λεγόταν Magnitov. Σύμφωνα με την παράφραση της Katerina Clark « Οι συγγραφείς θυμούνται πως, αφότου ο Magnitov άρχισε να εργάζεται στο κανάλι, απέκτησε γρηγορότερο σφυγμό και γρηγορότερη επεξεργασία σκέψεων και αντιδράσεις. «Αρχίζει να συνηθίζει το νέο ρυθμό, προσαρμόζει τη λογική του σε αυτόν, τη θέληση του και την αναπνοή του». Έχοντας αλλάξει τόσο ριζικά, ο μηχανικός δυσκολευόταν να συνδέσει τον παλιό εαυτό του με την τωρινή του εκδοχή. Οι συγγραφείς ανέφεραν: «Ο μηχανικός Magnitov, σκέφτεται τον παλιό μηχανικό Magnitov και για εκείνον αυτό το άτομο είναι ήδη ξένο. Τον αποκαλεί «αυτός».

Η αναγέννηση των νεαρών με παραβατική συμπεριφορά ήταν ένα ιδιαίτερα ελκυστικό δραματικό θέμα. Άστεγα παιδιά, που μαζεύονταν σε πόλεις κα ισιδηροδρομικούς σταθμούς και σχημάτιζαν συμμορίες με τη δική τους αργκό και τεχνικές επιβίωσης, ήταν χαρακτηριστικό του σοβιετικού τοπίου από τον εμφύλιο και μετά. Ο αριθμός τους έπεσε κάπως στη διάρκεια της δεκαετίας του ’20, αλλά αυξήθηκαν και πάλι στη διάρκεια της κολλεκτιβοποίησης και του λιμού. Τα ορφανοτροφεία, που λεγόταν ευφημιστικά «Σπίτια των παιδιών», δημιουργήθηκαν για να τα απομακρύνουν από το δρόμο και να τα προετοιμάσουν για την ενήλικη ζωή, αλλά συχνά ο δρόμος προς τη μεταστροφή ήταν δύσβατος. Κάποιοι παραβάτες στέλνονταν σε στρατόπεδα εργασίας της OGPU (σ.τ.Μ η μυστική αστυνομία της ΕΣΣΔ), κάποια από τα οποία είχαν ιδεαλιστές και αφοσιωμένους διευθυντές και δασκάλους. Στην ταινία Δρόμος προς τη ζωή (1931), μια από τις πρώτες ταινίες με ήχο στην ΕΣΣΔ- βασιζόταν σε μια πραγματική εγκατάσταση της OGPU  για νέους παραβάτες, όχι μακριά από τη Μόσχα, και χρησιμοποιούσε παιδιά της κοινότητας ως ηθοποιούς. Όπως και στη μεταγενέστερη αμερικανική Ζούγκλα του μαυροπίνακα, ο κύριος χαρακτήρας για την αναμόρφωση των παιδιών είναι ένας χαρισματικός δάσκαλος.

 Ένα λογοτεχνικό έργο με παρόμοιο θέμα ήταν το Παιδαγωγικό ποίημα του Anton Makarenko, o οποίος είχε ξεκινήσει την καριέρα του διευθύνοντας εγκαταστάσεις για νεαρούς παραβάτες  υπό την εποπτεία της OGPU και επέτυχε στο λογοτεχνικό στερέωμα στα μέσα της δεκαετίας του ’30 υπό την προστασία του Μαξίμ Γκόρκυ, βάσισε το βιβλίο στις προσωπικές του εμπειρίες ως εκπαιδευτή. Στο Παιδαγωγικό ποίημα, η τυπική διαδικασία μεταστροφής περιλαμβάνει έναν νεαρό με παραβατική συμπεριφορά που έρχεται απρόθυμα στο στρατόπεδο και αρχικά αψηφά τους κανόνες, μα στη συνέχεια οδηγείται υπό συλλογική πίεση στην αποκήρυξη της παλιάς του ζωής και γίνεται κανονικό μέλος της κοινότητας. Υπάρχει ο χαρισματικός ηγέτης στην ιστορία του Makarenko, η λογοτεχνική αναπαράσταση του ιδίου, αλλά μένει στο παρασκήνιο. Είναι συλλογικά η κοινότητα που παλεύει με το μαύρο της πρόβατο και τελικά επιτυγχάνει τη μεταστροφή του.

Το μοτίβο της μεταστροφής, εμφανιζόταν συχνά στις εφημερίδες τη δεκαετία του 1930. Ένα παράδειγμα  είναι η ιστορία της επανένταξης ενός μακροχρόνιου εγκληματία, του Σεργκέι Ιβάνωφ, η μεταστροφή του οποία περιγράφηκε στην εφημερίδα Ιζβέστια ως αγωνιώδης προσωπικός αγώνας-«μια περιπλοκή και βασανιστική διαδικασία εσωτερικής αναδιαμόρφωσης και επιστροφής στη ζωή». Ο Ιβάνωφ ήταν ένας πορτοφολάς του οποίου η ζωή ήταν μια ατέρμονη εναλλαγή μεταξύ φυλακής και του φαύλου κύκλου του αλκοολισμού, των ναρκωτικών, της πορνείας και της βίας. Όντας στη φυλακή στα μέσα της δεκαετίας του ’20, η γυναίκα του δολοφονήθηκε από κάποιον συνέταιρο του στο έγκλημα και η κόρη του στάλθηκε στο ορφανοτροφείο. Κάποια χρόνια αργότερα, ο Ιβάνωφ κατέληξε σε ένα στρατόπεδο εργασίας της NKDV στα Ουράλια και η ηθική του αναγέννηση ξεκίνησε.

Όπως ο μηχανικός Magnitov «σπάζοντας για πάντα τους δεσμούς με το παρελθόν, ένα νέο άτομο, είχε γίνει πια άλλος άνθρωπος». Με την ενθάρρυνση της κοινότητας, έψαξε και τελικά βρήκε τη χαμένη του κόρη.
[…]
Η αναμόρφωση των εγκληματιών πήρε μια αξιοσημείωτη τροπή από την αρχή του 1937, χάρη στις πρωτοβουλίες του Lev Sheinin, μια ενδιαφέρουσα φιγούρα που συνδύαζε την ημερήσια εργασία του ως υψηλόβαθμος ερευνητής της κρατικής Εισαγγελίας, με το χόμπυ του, τη συγγραφή και τη δημοσιογραφία. Ο Sheinin δημοσίευσε ένα άρθρο στην Ιζβέστια με τίτλο «Παραδίδονται», στο οποίο υποστήριζε πως εγκληματίες κάθε τύπου, από πορτοφολάδες μέχρι δολοφόνοι, εμφανίζονταν όλο και πιο συχνά σε αστυνομικούς για να ομολογήσουν τα εγκλήματα τους και να παραδοθούν. Ανέφερε δυο γράμματα που είχε λάβει πρόσφατα η κρατική Εισαγγελία, με τα οποία δυο καθ’έξιν εγκληματίες μετανοούσαν για τα εγκλήματα τους. Ένα από τα γράμματα ήταν από έναν κλέφτη ονόματι Ivan Frolov, έναν καθέξιν παραβάτη, που είχε σιχαθεί το παρελθόν του και ζήτησε να σταλεί για εργασία οπουδήποτε στη χώρα, «ώστε να γίνει χρήσιμος στη σοβιετική κοινωνία»». Στο άρθρο του ο Sheinin τον καλούσε να εμφανιστεί στο γραφείο του Εισαγγελέα και να συζητήσει τη διευθέτηση της υπόθεσης του. Θα ερχόταν; «Ξέρω πως θα έρθει», συμπέρανε ο Sheinin, “Θα έρθει γιατί γύρω μας η ζωή βράζει, νέες ανθρώπινες σχέσεις εμφανίζονται με όλο και μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Και αυτό είναι δυνατότερο από το φόβο της πιθανής τιμωρίας, δυνατότερο από τις συνήθειες και τις επιβιώσεις του χρόνου. Δυνατότερο από οτιδήποτε.»

Την επόμενη μέρα, πάνω από μια ντουζίνα καθ’εξιν εγκληματιών […] εμφανίστηκαν στην Εισαγγελία ζητώντας το Sheinin. Ανακοίνωσαν πως ήθελαν να αφήσουν την παλιά ζωή και ζήτησαν βοήθεια ώστε να ξεκινήσουν καινούργιες. Αργότερα το βράδυ της ίδιας ημέρας, η συνάντηση επαναλήφθηκε στα γραφεία της Ιζβέστια, με παρόντα τον εισαγγελέα Βισίνσκυ. Υποσχέθηκε πως κανείς τους δε θα διωκόταν και πως θα τους δινόταν εργασία και κάθε απαραίτητο έγγραφο για μια νέα ζωή. […]
«Αυτοί οι άνθρωποι ειλικρινά επιθυμούν μια νέα ζωή» είπε ο Βισίνσκυ στην Ιζβέστια λίγες μέρες αργότερα, «κυριολεκτικά διψούν γι’αυτή». Περισσότερο εγκληματίες εμφανίστηκαν στην αστυνομία και τη εισαγγελία στο Λένινγκραντ και την περιφέρεια για να παραδοθούν και ζητήσουν δουλειά και έγγραφα. Στη Μόσχα συνέβαινε κάτι παρόμοιο.

Κάποιοι από τους κακοποιούς είχαν ιδιαίτερες απαιτήσεις για εργασία. Για παράδειγμα, ένας κατ’επάγγελμα απατεώνας εμφανίστηκε στην πόρτα του Sheinin απαγγέλοντας έναν μονόλογο από τον Οθέλλο, για να υποστηρίξει το αίτημα του να σταλεί σε δραματική σχολή. («Εστάλη στην επιτροπή τεχνών» ανέφερε ο Sheinin. “Τον εξέτασαν και βρήκαν πως πραγματικά είχε πολύ ταλέντο. Έγινε δεκτός στο κρατικό Ινστιτούτο Θεάτρου». Μετά από κάποιες εβδομάδες, το πρώτο κύμα των μετανοημένων κακοποιών αναχώρησε από τη Μόσχα προς διάφορες κατευθύνσεις για να ξεκινήσουν τις νέες τους ζωές. […]Η μετέπειτα τύχη των αναμορφωμένων κακοποιών είναι άγνωστη, ωστόσο μια αναφορά δείχνει πως τουλάχιστον ένας, ο «κόμης» Κόστια, σε κάθε περίπτωση ευημερούσε για πολλά χρόνια. Η πραγματικότητα πίσω από αυτές τις ιστορίες, καθώς και η τελική τους έκβαση ήταν σίγουρα πιο περίπλοκες από οτιδήποτε βρήκε το δρόμο του στον τύπο. Παρόλαυτα, είναι μάλλον αλήθεια πως στην πραγματική ζωή ένα εγκληματικό παρελθόν, ειδικά στο κομμάτι της ανήλικης παραβατικότητας, δεν αποτελούσε τελεσίδικο στίγμα στο μητρώο κάποιου. Το να ήσουν ένα από τα άστεγα παιδιά της δεκαετίας του 1920, να πέρασες από σοβιετικό ορφανοτροφείο και μετά να διδάχτηκες ένα επάγγελμα δεν ήταν εμπόδιο προς την επιτυχία. Κάθε άλλο, τέτοιες εμπειρίες εμφανίζονται αρκετά συχνά στις βιογραφίες ανερχόμενων ανδρών στα τέλη της δεκαετίας του ’30.
Σε ένα σημείο ωστόσο η ρητορική της αναμόρφωσης ήταν έντονα παραπλανητική. Υποστήριζε πως όλοι, ανεξάρτητα από το παρελθόν τους, μπορούσαν να συγχωρεθούν ,ακόμα κι όσοι σαν τον μηχανικό Magnitov είχαν διαπράξει πολιτικά αδικήματα. Αυτό όμως δεν ήταν αλήθεια […] Άνθρωποι στιγματισμένοι λόγω κοινωνικής προέλευσης ή πολιτικής πορείας ήταν πρακτικά πλην ελάχιστων εξαιρέσεων αδύνατον να μετάσχουν στην αναμόρφωση. Η «επανασφυρηλάτηση» αφορούσε όποιον είχε διαπράξει κανονικά εγκλήματα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου