Η παρούσα ανάρτηση αποτελεί καρπό της δουλειάς του Τζον Χάλαρη (αν επιθυμεί να αποκαλύφθει η ταυτότητα του ευχαρίστως και θα το πράξουμε) την οποία μπορείτε να βρείτε (μαζί με τη σχετική συζήτηση και αντιπαράθεση) αναλυτικά εδώ: http://www.phorum.gr/viewtopic.php?f=51&t=221066 . Εμείς απλά θα επιχειρήσουμε να δώσουμε μια περίληψη, του πώς το αναρχικό κίνημα στην Ελλάδα, στην αντιπαράθεση του προς το νεοπαγές ΣΕΚΕ, οδηγήθηκε στη σιωπηρή υιοθέτηση φιλοπολεμικών θέσεων στο Μικρασιατικό ζήτημα και την λιγότερο ή περισσότερη φανερή υποστήριξη του βενιζέλου πολιτικά και συνδικαλιστικά.
Η δυστοκία της εξεύρεσης κοινού τόπου μεταξύ Ελλήνων αναρχικών και των κομματικά νεοπαγών σοσιαλιστών είχε διαφανεί ήδη από το Ιδρυτικό συνέδριο της ΓΣΕΕ, που πραγματοποιήθηκε μεταξύ 21 και 28 Οκτώβρη 1918. Εκεί παίρνοντας το λόγο οι αναρχικοί Κώστας Σπέρας και Στ. Κουχτσόγλους υποστήριξαν την διατήρηση της αυτονομίας των συνδικάτων έναντι των πολιτικών κομμάτων. Πρέπει να σημειωθεί πως αρχικά ο Βενιζέλος επέδειξε ανοχή στην ίδρυση της Συνομοσπονδίας η οποία ήρθε-καθόλου τυχαία- σχεδόν ταυτόχρονα με εκείνη του ίδιου το ΣΕΚΕ (4 Νοεμβρίου με βάση το παλαιό ημερολόγιο), καθώς θεωρούσε σκόπιμο να χρησιμοποιήσει μερίδα τουλάχιστων των "μετριοπαθών" σοσιαλιστών για τις Διασκέψεις της Ειρήνης, κάτι που πράγματι έγινε με την αποστολή (μεταξύ άλλων, μη συνδεόμενων με το ΣΕΚΕ σοσιαλιστών) των βουλευτών τότε Σίδερη και Κουριελ, στους οποίους όμως επιβλήθηκε τιμωρία από το ίδιο το κόμμα στο ιδρυτικό του συνέδριο. Η αδυναμία της κυβέρνησης να ελέγξει το νέο κόμμα όπως επιθυμούσε οδήγησε σε ραγδαία σκλήρυνση της στάσης της απέναντι της. Έναν απρόσμενο σύμμαχο στην αντι-ΣΕΚΕ ρητορική τουλάχιστον, βρήκε στο πρόσωπο των αναρχικών που είχαν τους δικούς τους λόγους να ανακόψουν τη δράση το σοσιαλιστών στο συνδικαλιστικό κίνημα και τη γενικότερη εξάπλωση της πολιτικής τους επιρροής.
Το Σεπτέμβριο του 1920, τον ίδιο μήνα με τη σύγκληση του δεύτερου συνεδρίου της ΓΣΕΕ, πραγματοποιήθηκε κι ένα είδος παρασυνεδρίου της συνομοσπονδίας, με ελάχιστη συμμετοχή εργατών, και πλήθος από σωματεία-σφραγίδες ή ιδρυθέντα επί τούτου από βενιζελικούς. Σε αυτή την ύστατη προσπάθεια της κυβέρνησης (η οποία θα καταψηφίζονταν δυο μήνες αργότερα από το εκλογικό σώμα) να θέσει υπό τον έλεγχο της τα συνδικάτα, συμμετείχε και η λεγόμενη "Επιτροπή Μαχαίρα", σημαντικής φυσιογνωμίας των αναρχικών της περιόδου. Η προσπάθεια έπεσε στο κενό, καθώς στο κανονικό συνέδριο συμμετείχαν πάνω από 137, κατ'άλλους 194 σωματεία, κι επικράτησε με μεγάλη πλειοψηφία η γραμμή της σύνδεσης της ΓΣΕΕ, χωρίς πλήρη ταύτιση, με το ΣΕΚΕ, έναντι της άποψης που ήθελε συγχώνευση, και την αντιτιθέμενη της διατήρησης του πλήρους διαχωρισμού της συνομοσπονδίας από τα κόμματα.
Η εκ των πραγμάτων συμπόρευση βενιζελικών-αναρχικών αποτυπώνεται εναργέστερα στην "επαναστατική-συνδικαλιστική" εφημερίδα 'Άμυνα", όπου προωθείται η αποχή από τις εκλογές, η αυτονομία συνδικαλισμού-πολιτικής και κυρίως το χτύπημα του ΣΕΚΕ σε συνδικαλιστικό και πολιτικό επίπεδο. Η διάθεση απομάκρυνσης των εργατών από την πολιτική δράση, και δη εν καιρώ πολέμου, εκφράζεται καθαρά σε άρθρο του Μαχαίρα, γραμμένο με αφορμή το αποτυχόν αντισυνέδριο της ΓΣΕΕ: "Η διχογνωμία μας αυτή δεν είνε ούτε μικρά,ούτε ασήμαντος
Δεν αφορά μόνον την τακτικήν και τα μέσα της τακτικής,αλλά και την ουσίαν.Δεν λέγομεν μόνον απέχετε από τας εκλογάς,από τα κοινοβούλια.από τας κυβερνήσεις,από κάθε τι που είνε συνδιαλλαγή .συμβιβασμός.εκκεχειρία εις τον αγώνα.Λέγομεν κανένα όπλον, δάνειον,παρά μόνο τα δικά μας όπλα,τα εντελώς,εντελέστατα δικά μας.Η πολιτική δε(;;) δεν είνε δικό μας όπλον,είνε των εχθρών μας."
Ενδεικτικό είναι το παρακάτω πρωτοσέλιδο, χαρακτηριστικό του τόνου που είχαν τα περισσότερα άρθρα της " Άμυνας", η οποία να σημειωθεί πως κυκλοφορούσε υπό (ή και παρά) το καθεστώς της βενιζελικής λογοκρισίας, ενώ έκλεισε πιθανότατα κατόπιν κυβερνητικής παρέμβασης μετά την αλλαγή σκυτάλης στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920.
![]() |
| "Το πρόγραμμα των εν παρενθέσει κομμουνιστών", κύριο άρθρο της "Αμυνας" από τον Κιουχτσόγλους, που καταφέρεται κατά της πάλης του ΣΕΚΕ ενάντια στην επιστράτευση |
Εκπλήσσει η παντελής απουσία επικρίσεων για τον πόλεμο καθώς και η έλλειψη αναφορών στον Βενιζέλο. Ως βασικός αντίπαλος εκλαμβάνεται το ΣΕΚΕ, ενώ στο οπλοστάσιο εναντίον του χρησιμοποιούνται ακόμα ευθείες ή έμμεσες αναφορές στην εβραϊκή καταγωγή του Μπεναρόγια και άλλων στελεχών του κόμματος. Το ότι η κυβέρνηση του γινόταν αντιληπτή ως ευνοϊκό περιβάλλον δράσης για την εφημερίδα διαφαίνεται και σε μετεκλογικό φύλλο της, όπου αφενώς παραπονείται για την αντιπολεμική διάθεση των γυναικών, αφετέρου καλεί σε "αλληλεγγύη" προς την εφημερίδα ώστε να συνεχίσει την έκδοση της, κάτι που όπως προαναφέρθηκε δεν ευοδώθηκε.
![]() |
| Το μετεκλογικό πρωτοσέλιδο της 'Άμυνας" |
Πάντως το πλέον αποκαλυπτικό για τους εχθρούς και τους φίλους των πρώιμων αναρχικών άρθρο τιτλοφορείται "Ποιος είναι ο κλέφτης και ποιος ο νοικοκύρης" το οποίο λόγο του ιδιαίτερου ενδιαφέροντος του παρατίθεται εδώ ολόκληρο:
Αλλ’ από τα γραφόμενά του φαίνεται ότι κι’ αυτός δεν είνε άλλο τι παρά ένα από τα πολλά μιάσματα που τριγυρνούν την δύστυχη Συνομοσπονδία και από τα οποία έχει άμεσον ανάγκην απαλλαγής. Διότι κατά βάθος δεν βλέπει εργάτην, αλλά ψήφον, δεν σκέπτεται οργανώσεις, αλλά βουλευτιλίκι.
Τολμά μάλιστα να γράφη: «Φωνάζη ο κλέφτης, για να φύγη ο νοικοκύρης». Σωστά. Αλλ’ ας δούμε ποιος είνε ο κλέφτης και ποιος ο νοικοκύρης.
Γνωρίζουμε ότι δυο είδη κλεφτών υπάρχουν. Οι κλέπτοντες φανερά, αυθαίρετα, και οι κλέπτοντες υπούλως. Από τους πρώτους, επειδή φαίνονται, είνε εύκολο να προφυλαχθή κανείς, αλλ’ από τους δευτέρους, που κρατούν όλα τα προσχήματα των αστικών νόμων, τους «νομίμους» κλέπτας, απ’ αυτούς είνε κάπως δύσκολο. Και όμως, αυτούς ακριβώς πρέπει να ξεκαθαρίσουμε, αν θέλωμε να σώσουμε την κοινωνία απ’ την αθλιότητα.
«Ο Μαχαίρας, ο Δελαζάνος και ο Χατζημιχάλης», φωνάζει, «επούλησαν τους εργάτας». Αυτό θα πη ότι έχει απτάς αποδείξεις της πράξεώς των. Άρα έκαμαν κλοπήν φανεράν; Και αν είνε έτσι, οι κατερχόμενοι εις το Συνέδριον αντιπρόσωποι, δεν έχουν παρά να το λάβουν υπ’ όψιν τους, και (επειδή δεν έχει αυτός και η παρέα του το κουράγιο να παρουσιασθή σ’ αυτό), αφού το εξετάσουν και το βρουν βάσιμο, να τους ξεκαθαρίσουν.
Αλλά αυτός ο ίδιος, που καταγγέλλει τους άλλους, αφού πλέκει το εγκώμιον των εργατών «που ξύπνησαν (γνωρίζοντας μέσα του τι μαύρο ξύπνημα έκαμαν) και γίνονται σοσιαλισταί, για να μπορέσουν κάτω από την κόκκινη παντιέρα να γκρεμίσουν το κοινωνικό σύστημα», καταλήγει εις το: «Να γιατί οι εργάται παρεδέχθησαν πως είνε ανάγκη να γείνη και στη πολιτική μορφή της η πάλη των τάξεων. Γι’ αυτό γυρεύουν πια (όχι χωρίς την ουρά σας) την σύνδεσιν των επαγγελματικών σωματείων των, με το κόμμα εκείνο, που αποβλέπει στην κατάλυσι του αστικού καθεστώτος, δηλαδή την άνοδο στην αρχή Μπεναρόγια και Σιας».
Εδώ ευρισκόμεθα προ ενός «νομίμου» εμπόρου... Προ ενός επιχειρηματίου, που κατώρθωνε να ξυπνήση ή να κοιμίση τους εργάτας, κατά τον τρόπον που επεδίωκεν αυτός, βέβαιος ων πλέον ότι θα μπόρεση και αυτός να κάμη μια «νόμιμον» κλοπή, αφού δεν μπορεί να κατορθώση την αυθαίρετον... Ο καυγάς για το πάπλωμα!...
Διότι αν μας ξυπνούσε διαφορετικά, δηλαδή πραγματικά, τότε αλλοίμονον στα συμφεροντάκια του, γιατί θα κάμναμε την εξής σκέψι. Εάν δεν μας δέρνη στο δρόμο η Κυβέρνησις, όπως έκαμνε άλλοτε, είνε διότι την ημέρα που θα θέληση να το κάμη αυτό, ο λαός σύσσωμος θα εξεγερθή και θα λυντσάρη τους εκτελεστάς. Εάν ο αριστοκράτης δεν ανοίγει πια στο πέρασμά του τον δρόμο κτυπώντας δεξιά και αριστερά καμτσικιές όπως άλλοτε, είνε γιατί οι δούλοι του που θα εκτελούσαν τις διαταγές του, τρέχοντας μπροστά στην άμαξά του, θα κομματιαστούν εκεί στον τόπο, με το πρώτο που θα θελήσουν να κτυπήσουν.
Εάν υπάρχη σχετική τις ισότης μεταξύ παραφέντου και εργάτου στους δρόμους ή στα δημόσια μέρη, είνε διότι ο εργάτης απέκτησε ένα αίσθημα προσωπικής αξιοπρέπειας, η οποία δεν του επιτρέπει να υποφέρη την προσβολήν του παραφέντου, και όχι διότι τα δικαιώματά του αυτά εγράφησαν στον κώδικα. Αν μας ξυπνούσε πραγματικά, θα μαθαίναμε ότι δεν είνε πλέον στους συνταγματικούς ή σοσιαλιστικούς νόμους που πρέπει να ζητούμε αυτά τα δικαιώματά μας. Δεν είνε μέσα σε ένα νόμον - σε ένα κομμάτι χαρτί, που μπορεί στο παραμικρό καπρίτσιο να το σχίση κανένας - που πρέπει να ζητήσουμε να προφυλάξουμε τα φυσικά μας δικαιώματα. Είνε μόνον όταν θα γίνουμε δύναμις ικανή να επιβολή τας θελήσεις της, που θα μπορέσουμε να κάμουμε σεβαστά τα δίκαιά μας.
Θέλουμε να έχουμε την ελευθερίαν του λόγου; Θέλουμε το δικαίωμα του συνέρχεσθαι; Δεν είνε από τη Βουλή, από τους Μπεναρόγηδες, που πρέπει να περιμένουμε την άδεια, δεν είνε από τον νόμον που πρέπει να το ζητιανεύσουμε αυτό. Ας γίνουμε μία δύναμις, αφυπνίζοντες την πρωτοβουλία των ατόμων, την αυτενέργειαν, διδάσκοντες αυτούς να μη αναμένουν τίποτε και να μη βασίζονται σε κανέναν επιχειρηματίαν Μπεναρόγιαν, αλλά στην ατομική τους δράσι μόνον, και τότε θα σχηματίσουμε δραστηρίας οργανώσεις, ικανάς να δείξουν τα δόντια τους, όταν θα θελήση κανένας να περιορίση τας ελευθερίας μας. Μόνον τότε θα είμεθα βέβαιοι ότι κανένας δεν θα τολμήση να εγγίση τα δικαιώματά μας, διότι όλοι οι εκμεταλλευόμενοι θα σηκωθούμε – στον δρόμο, στα εργοστάσια, στους κάμπους – να τα υπερασπισθούμε. Αλλά τότε μόνον θα τα αποκτήσουμε, όταν θα παύσουμε να τα ζητιανεύουμε δυο ή τρείς ντουζίνες χρόνια από τους Μπεναρόγηδες, από την Βουλήν. Αι ελευθερίαι δεν δίδονται από τας Βουλάς, αλλά παίρνονται. Αι Βουλαί δεν κάμνουν παρά να κωδικοποιούν τας ανάγκας που δεν μπορούν να αποφύγουν...
Αλλ’ αν ξυπνούσαμε πραγματικά, και κάμναμε αυτές της σκέψεις, θα μας έπιανε φρίκη, γιατί θα βλέπαμε τότε τη πραγματική μορφή του Μπεναρόγια και των συν αυτώ. Και τότε δεν θα τρομάζαμε από εκείνους που νομίζουν την κοινωνική επανάστασι «πράσινα άλογα», όπως γράφει, αλλά από εκείνους που την νομίζουν βουλευτιλίκι δηλ. ανταλλαγή ρουσφετιών, και οι οποίοι, έχοντες ως καινούρια μάσκα της νέας των εκμεταλλεύσεως τον σοσιαλισμόν, εξασκούν, ως πραγματική εμπορική επιχείρησι, την πάλην των τάξεων, θωπεύοντες εμάς τους εργάτας, αποκλειστικώς, από αγάπη προς τα τομάρια μας, για να μπορέσουν κατ’ αυτόν τον τρόπον ευκολώτατα να τα παραδώσουν στο βυρσοδεψείον, που λέγεται Βουλή.
Κατά συνέπειαν το πραγματικό ξύπνημά μας δεν συμφέρει στους διαφόρους Μπεναρόγηδες, γιατί τότε θα φανή φανερά πια ποιος είνε ο κλέφτης και ποιος ο νοικοκύρης. Γι’ αυτό φαίνεται ξελαρυγγίζονται να μη λάβουν μέρος σ’ αυτό το συνέδριο, που δεν μυρίζει βουλευτιλίκι, αποφεύγοντες ούτω και τας επικρίσεις της υπαρχούσης σήμερα αντιπολιτεύσεως, και όντες βέβαιοι ότι κατόπιν στο συνέδριο του κόμματος θα χειροκροτηθούν, και σαν καλοί σύντροφοι, αλληλοσυγχωρούμενοι, δια τα τυχόν λάθη, θα διασαλπίσουν την πλήρη επιτυχίαν των και την προσχώρησίν των και πέραν της 3ης Διεθνούς!»
Ασφαλώς πρέπει να σημειωθεί πως δε γνωρίζουμε σε ποιο βαθμό έχει παρέμβει η βενιζελική λογοκρισία στη διαμόρφωση των δημοσιευμένων κειμένων (ήρθη τμηματικά τον Απρίλη του 1920, ωστόσο όχι σε ζητήματα διεξαγωγής του πολέμου), ωστόσο και μόνο η έλλειψη διώξεων κατά του τύπου (σε αντιδιαστολή ο Ριζοσπάστης αντιμετώπισε μέχρι και προσωρινή διακοπή έκδοσης αλλά και σύλληψη του διευθυντή Πετσόπουλου) αλλά και της δράσης των ίδιων των αναρχικών σε πλήρη αντίθεση προς τη συμπεριφορά προς το ΣΕΚΕ, δείχνει πως αν μη τι άλλο οι πρώτοι δεν γινόταν αντιληπτοί ως απειλή τόσο για την κυβέρνηση, όσο για την ομαλή διεξαγωγή της πολιτικής προσπάθειας. Επίσης, σε ό,τι αφορά το μένος κατά του διωκόμενου ΣΕΚΕ, δε φαίνεται να έπαιξε ρόλο η όποια λογοκριτική αλλοίωση των γραπτών της Άμυνας. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως αυτή η εκ του αποτελέσματος σύμπλευση αναρχικών και βενιζελικών δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το αντεστραμμένο είδωλο της "από τα κάτω"-διότι συμφωνία κορυφής δεν υπήρξε ούτε υπονοείται στις διακηρύξεις των εν λόγω κομμάτων- συνεργασίας ΣΕΚΕ-αντιβενιζελικών στις εκλογές του 1920, χάρη στο σύστημα των σφαιριδίων που τότε χρησιμοποιήθηκε για τελευταία φορά κι επέτρεπε την υπερψήφιση ή καταψήφιση όλων των υποψηφίων μιας περιφέρειας. Ωστόσο αυτή η υπόθεση αίρεται από το γεγονός πως η κυβέρνηση Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη αργότερα, δεν επέδειξε καθόλου την ίδια χαλαρή στάση των προκατόχων τους έναντι των αναρχικών προς το ΣΕΚΕ, αντιθέτως οι διώξεις στα στελέχη, τις δράσεις και τον τύπο του κόμματος ολοένα αυξάνονταν, με αποτέλεσμα τη δυσχερέστατη διεξαγωγή της κομματικής ζωής, στα όρια της παρανομίας. Όσο για την μετέπειτα πορεία των κύριων εκπροσώπων της αναρχίας στην Ελλάδα του 1920, ο Κουχτσόγλου μετά από μια αμφισβητούμενη συνδικαλιστική πορεία (αμφισβητούμενη καθότι η Ομοσπονδία Σιγαροποιών στην οποία υποτίθεται πως έδρασε την περίοδο 1921-1922 ήταν υπό κατάργηση λόγω εξαφάνισης του επαγγέλματος εξαιτίας αυτοματοποίησης) μάλλον-καθώς ελάχιστα στοιχεία υπάρχουν-ιδιώτευσε ως το θάνατο του το 1949, ο Μαχαίρας έγινε μεταξικός, ενώ ο Σπέρας εμφανίζεται με βάση μια πήγη ως συνεργάτης του δικτάτορα Παγκάλου: http://oi43.tinypic.com/35kr31h.jpg, ενώ αργότερα εντάχθηκε στο Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, που ιδρύθηκε από τον Σπύρο Μερκούρη το 1932, ενώ αρθρογραφούσε και στο όργανο αυτού, την "Εθνική Σημαία": http://metwpoistorias.blogspot.gr/2009/07/blog-post.html . Κατά την κατοχή φαίνεται πως έγιναν προσπάθειες σύνδεσης του με τον ΕΔΕΣhttp://metwpoistorias.blogspot.gr/2009/01/blog-post_21.html . Εκτελέστηκε από τον ΕΛΑΣ το 1943.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου