Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στάλιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στάλιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Τα "χαλκεία" του Στάλιν και μια ματιά των TIMES (1935)

Υποστηρίζεται συχνά πως τα σαμποτάζ, αλλά και οι δολοφονίες ανθρώπων αφοσιωμένων στη σοσιαλιστική οικοδόμηση της ΕΣΣΔ ήταν ένα μύθευμα χαλκευμένο από τη σταλινική ηγεσία για τη νομιμοποίηση της δίωξης αντιφρονούντων. Πόσο φανταστικά όμως ήταν τέτοια περιστατικά; Ανάμεσα σε άλλα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας χάρη στη σύχρονη ιστορική έρευνα, ενδιαφέρον παρουσιάζει και το παρακάτω άρθρο των TIMES από το μακρινό 1935, το οποίο επικεντρώνεται στο φαινόμενο του σταχανωφισμού και τις αντιδράσεις που κατά το περιοδικό προκάλεσε στη σοβιετική κοινωνία., αναφέροντας ξεκάθαρα- εφόσον μάλιστα τις εγκωμιάζει- προσπάθειες υπονόμευσης της παραγωγής αλλά και δολοφονίες των πλέον αφοσιωμένων στην υπόθεση του σοσιαλισμού στελεχών κι εργατών από αντισοβιετικά στοιχεία. Υπογραμμίσεις δικές μου. 

Την περασμένη εβδομάδα η ΕΣΣΔ ήταν απασχολημένη ξεκινώντας το 1935 με την πιο πρόσφατη  και σημαντική καινοτομία μετά την λεγόμενη "εκμηδένιση των κουλάκων" και την "πραγματοποίηση του πενταετούς πλάνου": Η νέα προσθήκη στο λεξιλόγιο: Σταχανοβισμός. Η εκμηδένιση των κουλάκων ήταν μια αιματηρή, βίαιη διαδικασία κατά την οποία οι πιο εύποροι μικροαγρότες εκτελέστηκαν κατά χιλιάδες κι εξορίστηκαν στη Σιβηρία κατά εκατοντάδες χιλιάδες για την αντίθεση τους στη θέληση του δικτάτορα Στάλιν να αναγκάσει κάθε χωρικό της Ρωσίας να συμμετέχει σε συλλογικά αγροκτήματα (TIME Νοέμβρης 26, 1928 κι εξής). Σήμερα μια νέα διαμάχη έχει ξεκινήσει σε σχέση με τον σταχανοβισμό και ως τώρα εξοργισμένοι εργάτες είναι εκείνοι που έχουν κάνει τις περισσότερες εκτελέσεις. Σε ανθρακωρυχεία, εργοστάσια, σιδηροδρομικούς σταθμούς, ακόμα και στα αγαπημένα κολχόζ του δικτάτορα, τις τελευταίες εβδομάδες απελπισμένοι Ρώσοι εργάτες σκότωσαν σταχανοβίτες. Περηφάνεια και σαμποτάζ. Πριν από έξι μήνες, ο πιο βίαιος ακόλουθος του δικτάτορα Στάλιν, ο Κομισάριος Βαριάς Βιομηχανίας Grigory Ordzhonikidze με τη μεγάλη μύτη και τα άγρια μάτια, απαίτησε οι Ρώσοι εργάτες να γίνουν πιο ενεργοί και πραγματικά να μάθουν να χρησιμοποιούν τις μηχανές που η κυβέρνηση αγόραζε από τον καπιταλιστικό κόσμο με δραστικές θυσίες σε τρόφιμα και άλλα αγαθά.




Φωνάζοντας και πιέζοντας αδυσώπητα για δράση, ο σύντροφος Ordzhonikidze βρήκε το ευαίσθητο σημείο των Ρωσών, την περηφάνεια τους, λέγοντας τους πώς οι καπιταλιστές που είχαν πουλήσει εργαλεία στους μπολσεβίκους σήκωναν τα μανίκια, σίγουροι πως  οι αδέξιοι Ρώσοι δε θα καταλάβαιναν ποτέ πώς χρησιμοποιείται η αυτοματοποιημένη τεχνική. Ήδη στη Ρωσία η κατάρρευση μιας μηχανής ήταν συχνά το έναυσμα για να εκτελεστεί ο χειριστής ως "σαμποτέρ". Ο Κομισάριος Ordzhonikidze απαίτησε κάτι πιο δημιουργικό. 





Το κατάφερε. Ένας κάποιος Αλεξέι Σταχάνωφ, ένας επιδέξιος χειριστής κομπρεσέρ στα ανθρακωρυχεία του Donbas, ανακαλύφθηκε από το σοβιετικό τύπο φέτος για τις εξωπραγματικές επιδόσεις, σύντομα αναδείχθηκε μέσα από μπολσεβικικούς διθυράμβους στο στάτους του "Ήρωα της Εργασίας". Οι Ρώσοι διαβάζουν πως ο Σταχάνωφ αύξησε την παραγωγή του σε άνθρακα κατά πέντε φορές μέσω του "σταχανοβισμού". Αυτό που έκανε ήταν να οργανώσει μια ομάδα τριών ανθρακωρύχων έτσι ώστε ο Σταχάνωφ, ο επιδέξιος χειριστής κομπρεσέρ ήταν σε θέση να περνάει όλη την ώρα του τρυπώντας για άνθρακα, ενώ οι άλλοι ασχολούνταν με τις υποστηλώσεις της στοάς. Με αυτόν τον τρόπο οι τρεις έβγαζαν αρκετό άνθρακα σε εξάωρη βάρδια ώστε η μόνιμη παραγωγή τους να αυξηθεί στο πενταπλάσιο απ'ό,τι αν δεν υπήρχε ομαδική συνεργασία και κάθε ανθρακωρύχος δούλευε μόνος του. 





Για να τον εμψυχώσει, ο Κομισάριος φρόντισε ώστε ο σύντροφος Σταχάνωφ να αποκτήσει αμάξι και άλλες πολυτέλειες ανήκουστες για ένα Ρώσο ανθρακωρύχο, Μετά από επιμελή έρευνα σε άλλα σοβιετικά ορυχεία και εργοστάσια, νέοι ήρωες της εργασίας δημιουργήθηκαν των οποίων τα σταχανωφικά επιτεύγματα όπως παρουσιάζονταν από τα σοβιετικά μέσα γινόταν όλο και περισσότερο εκπληκτικά.




Όλα αυτά ήταν καλά νέα για τη Ρωσία το 1935, εκτός του ότι ένα από τα κύρια σημεία της ρητορικής των κομμουνιστών ήταν πάντα η εναντίωση στην τεχνική "επιτάχυνσης" των καπιταλιστών. Όπως συνήθως περιέγραφαν οι κομμουνιστές, οι καπιταλιστές παροτρύνουν κάποιους εργάτες να υπερκεράσουν την κανονική παραγωγή, αναγκάζοντας όλη τη μονάδα να δουλεύει γρηγορότερα για να συμβαδίζει, εξουθενώνοντας και εκμεταλλευόμενοι τους εργάτες τους. Σε όλη τη Ρωσία οι προλετάριοι ένιωθαν πως ο μεταμφιεσμένος κρατικός καπιταλισμός του δικτάτορα Στάλιν, που είχε ήδη επιβάλει τη δουλειά με το κομμάτι στους Ρώσους, τώρα ορκιζόταν στο σύστημα της επιτάχυνσης, δήθεν με τη μορφή του  "σταχανωφισμού".

Στα εργοστάσια Γκόρκι οι αδερφοί Ivan και Feodor Kriackov σκότωσαν το συνάδελφο τους Ivan Schmerov γιατί είχε επιταχύνει την ημερήσια παραγωγικότητα του κατά 200%. Δικάστηκαν σε στρατοδικείο και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Σε ένα ανθρακωρυχείο στο Stalino δύο βοηθοί επιστάτη, ένας ζυγιστής και ένας ηλεκτρολόγος συνελήφθησαν για τη δολοφονία ενός Σταχανοβίτη που είχε καταγγείλει  τον μπολσεβίκο προϊστάμενο ως "αντιτιθέμενο στον σταχανωφισμό". Σε ένα κοντινό ορυχείο ένας εργάτης πυροβόλησε χωρίς να ευστοχήσει τον σταχανοβίτη διευθυντή. Το πιο θεαματικό πλήγμα ενάντια στο σταχανωβισμό θεωρείται πως δόθηκε από το μηχανικό Σ. Πλότνικωφ, μέλος του κομμουνιστικό κόμματος μέχρι τη μέρα της σύλληψης του. Σύμφωνα με το σοβιετικό τύπο, ο μηχανικός εξοργίστηκε τόσο στο Chelyabinsk από την επιδεικτική περηφάνεια της τοπικής ομάδας σταχανωβιτών, που διέταξε τους πλέον γρήγορους να σκάψουν σε μια ιδιαίτερα επικίνδυνη στοά. Φυσικά καταπλακώθηκαν. 



Ταπεινός ανθρακωρύχος. Τέτοιες ιστορίες απάνθρωπων μηχανικών είναι μέρος της εξελιγμένης πλέον προσπάθειας του σοβιετικού τύπου να προβάλει την επιτάχυνση της παραγωγικότητας ως κάτι που θα έπρεπε να κάνει τους Ρώσους εργάτες περήφανους, ενώ το ίδιο πράγμα προβαλόταν ως μοχθηρό στα καπιταλιστικά κράτη. Πρόσφατα, 3000 σταχανοβίτες και των δύο φύλων, μεταξύ τους κι ο σύντροφος Αλεξέι Σταχάνωφ, δεξιώθηκαν στη Μόσχα από τους δικτάτορες και τον Ιωσήφ Στάλιν. Όπως ανέφερε η Πράβντα ¨ο Στάλιν μίλησε σύντομα για μια ώρα".


Ως συνήθως το κείμενο του λόγου του δικτάτορα έμεινε αδημοσίευτο μέχρι να υποστεί προσεκτική επεξεργασία. Την περασμένη εβδομάδα, προσεχτικά περικομμένο, αποστεγνωμένο και ρετουσαρισμένο, έγινε διαθέσιμο και στις ΗΠΑ. Ποτέ μετά την διαταγή του για την εξάλειψη των κουλάκων δε μίλησε τόσο σοβαρά. Με την άφιξη του σταχανωβισμού, κατά τον Στάλιν, γυρίζει η αποφασιστική σελίδα της σοβιετικής ιστορίας. Οι σοβιετικές εφημερίδες φρόνιμα τύπωσαν πως ο Μεγάλος Σταχάνωφ του σταχανωβισμού σε αυτό το σημείο αναφώνησε: "Δε ξέρω γιατί αυτό το κίνημα ονομάστηκε σταχανωβισμός. Εμείς αντλήσαμε όλη μας την έμπνευση από το σύντροφο Στάλιν."



Με αυτή την επίδειξη ταπεινοφροσύνης του Σταχάνωφ ο δικτάτορας Στάλιν έκανε μια από αυτές τις θαυμάσιες μπολσεβίκικες συζητήσεις που οι εργάτες του κόσμου σπανίως καταλαβαίνουν. 



Ο Στάλιν για το σταχανωβισμό: "Το κίνημα του σταχανωβισμού δε μπορεί να θεωρηθεί ένα συνηθισμένο κίνημα της εργατικής τάξης. Είναι ένα κίνημα που θα περάσει στην ιστορία της σοσιαλιστικής μας οικοδόμησης ώς μια από τις λαμπρότερες σελίδες της. Πού βρίσκεται η σημασία αυτού του κινήματος; Γιατί ο καπιταλισμός νίκησε κι επικράτησε της φεουδαρχίας; Γιατί έκανε την κοινωνία πλουσιότερη. Γιατί πρέπει το σοσιαλιστικό σύστημα οικονομίας αναπόφευκτα να υπερκεράσει το καπιταλιστικό; Γιατί μπορεί να παρέχει στην κοινωνία περισσότερα αγαθά και να κάνει την κοινωνία πλουσιότερη από το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα. 



"Όσοι θεωρούν πως ο σοσιαλισμός μπορεί να ενισχυθεί με την υλική εξίσωση των ανθρώπων σε ένα χαμηλό επίπεδο κάνουν λάθος. Αυτό είναι μια μικροαστική αντίληψη περί σοσιαλισμού. Ο σοσιαλισμός μπορεί να είναι νικηφόρος μόνο στη βάση υψηλής παραγωγικότητας-υψηλότερης του καπιταλισμού-στη βάση πληθώρας προϊόντων και καταναλωτικών αγαθών, στη βάση μιας πλούσια και πολιτιστικής ζωής όλων των μελών της κοινωνίας". 


"Για να επιτύχει ο σοσιαλισμός αυτόν τον στόχο και να κάνει την κοινωνία πλουσιότερη πρέπει η χώρα να έχει ένα επίπεδο παραγωγικότητας που ξεπερνά εκείνο των πιο αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών. Το σταχανωφικό κίνημα είναι ένα τέτοιο κίνημα. Ανοίγει νέες προοπτικές για την πρακτική ενίσχυση του σοσιαλισμού στη χώρα και για τη μετατροπή του στην πλουσιότερη χώρα." Επιτέλους κομμουνισμός; Η κατάρρευση των παρατηρήσεων του Στάλιν επί του σταχανωφισμού γίνεται αντιληπτή μόνο αν κάποιος συνειδητοποιήσει πως η ΕΣΣΔ ποτέ δεν ήταν κομμουνιστική, δεν είναι τώρα κομμουνιστική, ελπίζει ωστόσο να γίνει στο μέλλον. Σήμερα είναι σοσιαλιστική. Πριν από χρόνια ο Στάλιν είχε αναφερθεί, κάπως μελαγχολικά στο "σοσιαλισμό, το πρώτο στάδιο στην εξέλιξη προς τον κομμουνισμό". Κι όμως την περασμένη εβδομάδα ο Δικτάτορας απεφάνθη παπικά:


"Το σταχανωφικό κίνημα ετοιμάζει το έδαφος για να αναπτυχθεί από το σοσιαλισμό προς τον κομμουνισμό. Στη σοσιαλιστική κοινωνία καθένας εργάζεται ανάλογα με τις ικανότητες του και λαμβάνει ανταμοιβή όχι ανάλογα με τις ανάγκες αλλά σύμφωνα με όσο έχει παράγει για την κοινωνία. Αυτό σημαίνει πως το διανοητικό και τεχνικό επίπεδο της εργατικής τάξης δεν είναι υψηλό, πως υπάρχει ακόμα διαφορά πνευματικής και τεχνικής εργασίας".



"Η βασική αρχή μιας κομμουνιστικής κοινωνίας είναι πως καθένας εργάζεται με βάση τις ικανότητες του και να λαμβάνει ανάλογα με τις πνευματικές του ανάγκες κι όχι ανάλογα με το τι παρήγαγε. Αυτό σημαίνει πως το πνευματικό και τεχνικό επίπεδο της εργατικής τάξης είναι αρκετά υψηλό ώστε να εξαλείψει τις αντιθέσεις μεταξύ πνευματικής και σωματικής εργασίας. "Αυτοί που θεωρούν πως η διαφορά μεταξύ τους μπορεί να εξαλειφθεί υποβιβάζοντας το τεχνικό επίπεδο των μηχανικών και των τεχνιτών είναι εντελώς λάθος. Μόνο φλύαροι μικροαστοί θα μπορούσαν να σκεφτούν κάτι τέτοιο για τον κομμουνισμό" Αυτά τα λόγια, παντελώς ακατάληπτα για εκατομμύρια προλεταρίων, τράβηξαν το βαθύτατο ενδιαφέρον από τους παγκόσμιους δημιουργούς της Επανάστασης. Οι πιο πολλοί μεταφέρουν στις μάζες αυτό που τους ειπώθηκε, πως δηλαδή στη Ρωσία ήδη ισχύει το "σε καθέναν ανάλογα με τις ανάγκες του" Αντιθέτως ο Στάλιν, επιβάλοντας την καπιταλιστική επιτάχυνση της παραγωγής, είπε καθαρά πως σήμερα στη Ρωσία ισχύει το "σε καθέναν όχι ανάλογα με τις ανάγκες του, αλλά ανάλογα με το τι έχει παράγει"-η καθιερωμένη καπιταλιστική αντίληψη της εργασίας με το κομμάτι. 




Το πιο παράξενο αποτέλεσμα του σταχανωβισμού είναι πως έκανε το περίφημο πενταετές πλάνο της Ρωσίας να φαίνεται εργό. Τα "Νέα της Μόσχας" δημιουργεί πια καρικατούρες ακόμα και των προηγουμένως "ιερών" σχεδιαστών, σχεδιάζει μισογελαστούς, μισοθυμωμένους εργάτες καθώς περνούν ανάμεσα και κλωτσούν παράμερα τους μπολσεβίκους σχεδιαστές γραφειοκράτες. 



Σταχανωφικοί εορτασμοί. Οι εργάτες του κόσμου μπορεί να μη συμφωνούν πως η επιτάχυνση του Αλεξέι Σταχάνωφ είναι κάτι καλό για το προλεταριάτο, αλλά ομονοούν στο χειροκρότημα των μεταλίων και του αυτοκινήτου που ο δικτάτορας Στάλιν έδωσε στο Σταχάνωφ, τα μεταξωτά εσώρουχα και το άρωμα που αγόρασε στη Μόσχα για τη γυναίκα του. Μεμονωμένοι σταχανωβίτες λαμβάνουν ονειρεμένα υψηλή ανταμοιβή-η ερώτηση του καχύποπτου σοβιετικού εργάτη είναι πόσον καιρό θα δίνονται υπερβολικοί μισθοί αφότου ένας μεγάλος αριθμός εργατών οδηγηθούν στην αύξηση της παραγωγικότητας τους. Φοβούμενοι πως ο "Σταχανωφισμός" είναι στην πραγματικότητα ένα τεράστιο ψεύδος στο προλεταριάτο από τα σοβιετικά αφεντικά του, αντιδρώντες Ρώσοι εργάτες, όπως οι αντιδρώντες κουλάκοι πριν από αυτούς, ξεκίνησαν αν πυροβολούν.

Οι κουλάκοι έχασαν τη μάχη τους, εξοντώθηκαν. Στο αποκορύφωμα των σταχανοφικών εορτασμών στη Μόσχα, ο δικτάτορας Στάλιν είπε μοχθηρά πως στον τομέα των μεταφορών οι αντισταχονοβίτες έφαγαν τα μούτρα τους και διώχτηκαν από τις δουλειές τους. Υπονοείται καθαρά πως εννοεί να επιβάλει την επιτάχυνση της παραγωγής σε όλη τη Ρωσία με τις ίδιες μεθόδους της Μυστικής Αστυνομία που ανάγκασε τρομοκρατικά 85% των ρώσων χωρικών που δεν εξολοθρεύτηκαν να μπουν στα κολχόζ. 

Εδώ κι εκεί κάποιος ξύπνιος Αλεξέι Σταχάνωφ μπορεί να έχει μια έξυπνη ιδέα, αλλά στα πιο πολλά ρωσικά εργοστάσια την περασμένη εβδομάδα ανταποκριτές βρήκαν πως ο Σταχανωφισμός σημαίνει κυρίως υπερεξάντληση, σε ένα μεγάλο εργοστάσιο υφαντουργίας έξω από τη Μόσχα ο διευθυντής διέταξε τη "σταχανωφοποίηση", λέγοντας σε "κορίτσια με δυνατά πόδια" που χειριζόταν δυο αργαλειούς πως αν κατάφερναν να χειριστούν τέσσερις θα επιμήκυνε ευχαρίστως την πληρωμή τους για όσο κατάφερναν να διατηρήσουν το ρυθμό τους. Με τον ιδρώτα να τρέχει από κάθε της πόρο, μια τέτοια ηρωίδα της εργασίας έκανε αρκετό διάλειμμα ώστε να μιλήσει στους ανταποκριτές: "Το ζήτησα! Είναι σκληρή δουλειά, αλλά ήθελα να κάνω κι άλλη. Τρέχεις συνέχεια αλλά μετά από κάποια στραβοπατήματα μαθαίνεις το γρηγορότερο δρόμο από τον ένα αργαλειό στον άλλο και σώζεις βήματα. Νιώθω καλά, κουρασμένη, μα τίποτε το σοβαρό. Πιστεύω θα ήταν ευκολότερο αν παίρναμε περισσότερο θρεπτικό φαγητό. Αυτό που παίρνουμε είναι αρκετά φτωχικό." "Ξοδεύω τα λεφτά μου". Φορτωμένος εσώρουχα, σαμπάνια, αρώματα, βότκα, τυρί και λουκάνικα ο ήρωας της εργασίας Σταχάνωφ επέστρεψε από τη Μόσχα την περασμένη βδομάδα στο σπίτι του στη στέπα του Donbas, ένα καλύβι με τέσσερα δωμάτια, οι τοίχοι του οποίου ήταν διακοσμημένοι όχι με πόστερ του ισχυρού δικτάτορα Στάλιν, αλλά του δημοφιλούς Πολεμικού επιτρόπου "Κλιμ" Βοροσίλωφ. Στα αγγλικά συμπιεσμένα η οικογενειακή φωτογραφία των Σταχάνωφ μπορεί να αποδοθεί ως εξής: "Ποιος φοβάται τον κακό λύκο;"

Στο γαλαξία των ανταποκριτών και των φωτογράφων, ο σκληροτράχηλος, σιδεροκέφαλος παράγων του κομμουνιστικού κόμματος Konstantin Giorgevich Petrov συστήθηκε ως ο "'ανθρωπος που ανακάλυψε το Σταχάνωφ". Ρωτήθηκε από δημοσιογράφους ο Σταχάνωφ: "Λαμβάνεις πολλά γράμματα; Σε ρωτούν άνθρωποι ρωτώντας για τη μέθοδο της δουλειάς σου;"


"Λαμβάνει γράμματα από παντού-εκατοντάδες γράμματα!" διακόπτει ο-άνθρωπος-που-ανακάλυψε-το-Σταχάνωφ. "Όλες οι γυναίκες θέλουν να μάθουν αν πραγματικά διπλασίασε το μισθό του. Όλοι οι άντρες θέλουν να μάθουν πώς βελτίωσε την τεχνική του. Χιλιάδες γράμματα!"


Ο Σταχάνωφ είπε: "Δίνω όλα μου τα γράμματα στον Petrov. Δε μπορώ να διαβάσω χειρόγραφα. Με διδάσκουν ξανά και ξανά αλλά δεν καταλαβαίνω. "΄Έχει ειδικό δάσκαλο να του μάθει τη γλώσσα και απλή αριθμητική", εξήγησε ο κυνηγός ταλέντων Petrov, προσθέτοντας γελώντας "Αν χρησιμοποιήσει τη σταχανωφική μέθοδο, θα έχει φτάσει στην άλγεβρα στα μέσα του '36!"

"Σταχάνωφ, άνοιξες λογαριασμό τραπέζης με το διπλασιασμένο σου μισθό; Θα αγοράσεις σοβιετικά ομόλογα;"


"Ξοδεύω τα λεφτά μου" είπε ο ήρωας της εργασίας. "Φέρτε σαμπάνια για την τελευταία μας πρόποση"


Η προσκεκλημένη ανταποκρίτρια των New York Times είπε καθώς έφευγε, "Έλα να με δεις στην Αμερική!"


'Είναι πιο εύκολο να πάω να δω το Στάλιν στη Μόσχα"απάντησε ο Σταχάνωφ. "Οι εργάτες σας θα με έσπαγαν στο ξύλο που ξεπέρασα τις νόρμες τους."

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Αντιδράσεις σοβιετικών εργατών στην πρώτη δίκη της Μόσχας (Αύγουστος 1936)


Πρόκειται φυσικά για αστή ιστορικό, κάθε άλλο παρά φιλικά διακείμενη προς το Στάλιν ή το σοβιετικό εγχείρημα ευρύτερα. Ωστόσο χρησιμοποιεί εκτεταμένα αρχειακό υλικό, που οδηγεί σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Εν προκειμένω διαπιστώνεται πως η γενική αίσθηση των εργατών, με διάφορες διαβαθμίσεις κατά περίπτωση, ήταν πως οι κατηγορούμενοι πράγματι ήταν υπεύθυνοι για όσα τους καταλογίζονταν, ενώ και οι υποστηρικτές τους, με βάση τουλάχιστον τα όσα παρατίθενται εδώ, δεν επικαλούνταν-πλην λίγων εξαιρέσεων- την αθωότητα τους, αλλά τον πρότερο επαναστατικό βίο τους, ή την υπερβολική βαρύτητα της ποινής τους, κάποιοι προτείνοντας μάλιστα την επανεκπαίδευση τους. Σε μια περίπτωση μάλιστα, ένας καθώς φαίνεται θερμός οπαδός τους, παραδέχονταν ανοιχτά τα ανατρεπτικά τους σχέδια (τη "δεύτερη επανάσταση" όπως ο ίδιος την ονομάζει), επιδοκιμάζοντας βέβαια. Ακόμα και οι πεπεισμένοι για το στημένο της δίκης, θεωρούν φτιαχτές όχι τις κατηγορίες, αλλά τη διαδικασία, η οποία πιστεύουν πως θα πέσει στο κενό λόγω των υψηλών διασυνδέσεων των εμπλεκομένων. Η εικόνα μιας συνωμοσίας σε βάρος αθώων φαίνεται πάντως πως ήταν μακριά από τις σκέψεις των περισσότερων εργατών, ανεξάρτητα από τη στάση τους απέναντι στη σοβιετική κυβέρνηση ή τις επιμέρους διαφοροποιήσεις τους αναφορικά με την ενδεικνυόμενη μεταχείριση των κατηγορουμένων.

Ρώσοι εργάτες  ψηφίζουν υπέρ της σύλληψης 
τροτσκιστών κατηγορουμένων ως πράκτορες το '37


Από το βιβλίο της Wendy Goldman, Terror and democracy in the age of Stalin. Cambridge University Press 2007, σ. 80-86

Το κόμμα κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες να κινητοποιήσει τις τοπικές οργανώσεις του και τους εργάτες γύρω από τη δίκη. Έγιναν συναντήσεις σε χώρους εργασίες και μεγάλες υπαίθριες συγκεντρώσεις.
Εκατοντάδες χιλιάδες εργατών συγκεντρώνονταν μετά τη βάρδια σε μικρές ομάδες και μεγαλύτερες συνελεύσεις. Οι εργάτες απαιτούσαν τη θανατική ποινή, δήλωναν δακρυσμένοι την πίστη τους στα επιτεύγματα της σοβιετικής επανάστασης. Αν και κάποιοι έθεταν κάποια ερωτήματα που φανέρωναν σκεπτικισμό, η συναισθηματικά φορτισμένη ατμόσφαιρα δυσχέραινε τη δημόσια έκφραση διαφωνίας. Σε ιδιωτικές συζητήσεις, υπήρχε ένα πολύ μεγαλύτερο φάσμα απόψεων. Ωστόσο, ακόμα και οι πλέον ένθερμοι εργάτες και κομματικά μέλη έβλεπαν το θέμα ως ένα μακρινό θέαμα, πολύ μακριά από τα εργοστάσια τους. 

Ο πρώτος γύρος συναντήσεων στα εργοστάσια ξεκίνησε στις 15 Αυγούστου, τέσσερις μέρες πριν την έναρξη της κρίσης. Οι οργανωτές τους διάβαζαν μεγαλόφωνα το κύριο άρθρο της «Πράβντα», «Εχθροί του λαού συνελήφθησαν επ’αυτοφώρω», μια προσεχτικά επεξεργασμένη εκδοχή της επιστολής της Κεντρικής Επιτροπής της 29ης Ιουλίου. Οι εργάτες έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον. Ένας συμμετέχων σημείωνε αργότερα: «Οι συναντήσεις λάμβαναν χώρα σε απόλυτα ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα…Στην αίθουσα συναντήσεων επικρατούσε νεκρική σιγή καθώς διαβαζόταν το κατηγορητήριο, και ένα δάσος από χέρια απαιτούσε να διαβαστεί όλο το άρθρο μέχρι την τελευταία λέξη. Κανείς δε βγήκε έξω, παρότι η συνάντηση κράτησε μέχρι πολύ αργά». 

Στο εργοστάσιο αρ.46 περίπου 1300 εργάτες εμφανίστηκαν στη διάρκεια του μεσημεριανού διαλείμματος για ν’ακούσουν τα νέα που διαβάζονταν δημόσια. Οι κομματικοί οργανωτές χρησιμοποίησαν επιδέξια την απειλή της τρομοκρατίας ώστε να αποσπάσουν ένα ξέσπασμα υποστήριξης προς το κράτος και τους αρχηγούς του. Μια εξηντάχρονη εργάτρια κλωστοϋφαντουργίας (εξωκομματική) έλεγε: «Όλα αυτά τα χρόνια ζήσαμε δύσκολα. Ο Στάλιν μας έβγαλε από τις δυσκολίες κι αρχίσαμε να ζούμε καλύτερα. Αυτοί οι κακούργοι προσπαθούν να διαλύσουν όσα φτιάξαμε, να σκοτώσουν το σύντροφο Στάλιν και τους καλύτερους ηγέτες μας. Πρέπει να ερευνήσουμε σε βάθος την υπόθεση και να μην αφήσουμε κανέναν εχθρό». Ένας γέρος εργάτης, πρόσφατος υποψήφιος για μέλος του κόμματος, έλεγε με δάκρυα στα μάτια: «Είμαι 74 ετών. Όλη μου τη ζωή πριν την επανάσταση υπήρχε φτώχεια, πείνα και ταπείνωση από τους βίαιους γαιοκτήμονες. Μόνο με τη σοβιετική εξουσία είδα τι μπορεί να σημαίνει ζωή. Δεν υπάρχει πατέρας που να νοιάζεται τόσο για το γιο του, που του διδάσκει τόσα πολλά,όσο ο σύντροφος Στάλιν. Για εκείνον θα πήγαινα σε κάθε μέτωπο να πεθάνω». Παρουσιάζοντας τους κατηγορούμενους ως αντεπαναστάτες φασίστες, οι κομματικοί οργανωτές προκαλούσαν συναισθηματικές διακηρύξεις πίστης στα σοβιετικά επιτεύγματα. 

Τόσο μέλη όσο και μη μέλη του κόμματος απαιτούσαν οργισμένα τη θανατική ποινή. Ένα μέλος του κόμματος, εργαζόμενος σε τυπογραφικό εργοστάσιο σχολίαζε: «Με μια ανοιχτή δίκη έχουμε την ευκαιρία να δείξουμε σε όλο τον κόσμο τις μοχθηρές ενέργειες, των Τρότσκυ, Ζηνόβιεφ και Καμένεφ ενάντια στη σοβιετική εξουσία και τους ηγέτες της. Νομίζω πως αφού οι φασίστες χρησιμοποιούν τρόμο ενάντια στην εργατική τάξη, πρέπει κι εμείς να τρομοκρατήσουμε τα ερπετά αυτά που είναι στην άμεση υπηρεσία των φασιστών.» «Ποτέ δεν πίστευα πως στη χώρα μας υπάρχουν άνθρωποι που θα σχεδίαζαν μια απόπειρα κατά των ηγετών μας», έλεγε μια ηλικιωμένη, εξωκομματική εργάτρια. «Θα έπρεπε να τουφεκιστούν και μόνο που το σκέφτηκαν. Ο Ζηνόβιεφ και ο Καμένεφ ως άμεσοι μετέχοντες πρέπει να τουφεκιστούν γρήγορα». 

Οι εργάτες όχι μόνο απαιτούσαν το θάνατο των κατηγορουμένων, αρκετοί θεωρούσαν τη δίκη χάσιμο χρόνου και κόπου. Ένας εξωκομματικός εργάτης έλεγε: «Ας τελειώνουμε με τροτσκιστές και ζηνοβιεφικούς, δε χρειάζεται να τους δικάσουμε, είναι χάσιμο χρόνου. Απλά τουφεκίστε τους». Κάποιος άλλος δήλωνε: «Δίκη; Μα γιατί να δικαστούν; Τουφεκίστε τους όλους δίχως δίκη, χάνουμε χρόνο. Αν πρέπει να διερευνηθεί παραπάνω η υπόθεση, αφήστε μερικούς ζωντανούς». Οι εργάτες έδειχναν μικρό σεβασμό για νομικές «ευγένειες». «Τουφεκίστε τους!», «Κρεμάστε τους» ούρλιαζαν. «Γιατί τους αφήνετε να ζουν αφού σκότωσαν τον Κίρωφ;» Κάποιοι υποστήριζαν πως ο Ζηνόβιεφ και ο Καμένεφ έπρεπε να είχαν τουφεκιστεί δυο χρόνια πριν, αμέσως μετά τη δολοφονία του Κίρωφ. « Αυτοί οι μπάσταρδοι θα έπρεπε να έχουν εξουδετερωθεί εδώ και καιρό» έλεγε ένας ηλικιωμένος εργάτης στο εργοστάσιο Τζερζίνσκι. «Επανειλημμένα πρόδωσαν το κόμμα. Ο Ζηνόβιεφ και ο Καμένεφ μάλιστα είχαν αποκαλύψει το σχέδιο της ένοπλης εξέγερσης τον Οκτώβρη του ’17. Θα έπρεπε να είχαν εκτελεστεί γι’αυτό». Ένας βιδωτής και μέλος του κόμματος στο εργοστάσιο εργαλείων στο Καλίμπρ απαιτούσε: «Γιατί δεν εκτελέστηκε όλη η αντεπαναστατική ομάδα αμέσως μετά το φόνο του Κίρωφ; Αρκετά τους κανακέψαμε. Ήρθε η ώρα να τελειώνουμε μ’αυτή την υπόθεση». Στο εργοστάσιο 95 στη συνοικία Κούντσεφ της Μόσχας οι εργάτες δήλωναν: «Αρκετά με τις επισημότητες» και «Είναι αδύνατη κι άλλη υπομονή». «Τουφεκίστε αυτούς που δε μπορούν πια να σταθούν στην πατρίδα μας ως προδότες».
 
Η έντονα συναισθηματική ατμόσφαιρα καθιστούσε δύσκολο να ασκηθούν ερωτηματικά για τη δίκη ή τα στοιχεία. Κάποιοι εργάτες όμως εξέφραζαν δυνατά τη σκέψη τους. Κάποιοι ήταν ειλικρινά μπερδεμένοι για την εξέλιξη της υπόθεσης. « Γιατί η έρευνα πήρε τόσον καιρό;» και «γιατί οι ομάδες περί τους Ζηνόβιεφ και Καμένεφ δεν εξουδετερώθηκαν αποτελεσματικά μετά τη δολοφονία του Κίρωφ;» Κάποιες ερωτήσεις ήταν πιο προκλητικές, επισημαίνοντας πως τουλάχιστον μία ομάδα είχε ήδη δικαστεί για την υπόθεση: «Γιατί δικάζουμε ανθρώπους δύο φορές για το φόνο του Κίρωφ;» ρωτούσε ένας. Άλλοι αναρωτιόνταν για τη σκοπιμότητα της θανατικής ποινής: «Μπορεί ένα προλεταριακό κράτος να θα καταδικάζει ανθρώπους σε τυφεκισμό;» Άλλοι πάλι απορούσαν για το διεθνή αντίκτυπο της δίκης στην κοινή γνώμη, κι αν η σοβιετική δικαιοσύνη είχε το δικαίωμα να δικάζει μη σοβιετικούς πολίτες: « Πώς βλέπει ο καπιταλιστικός κόσμος τις πληροφορίες των επιτρόπων;», Θα αντιδράσει η μπουρζουαζία στη δίκη των τρομοκρατών από το εξωτερικό;»

Κατ’ιδίαν, οι σοβιετικοί εξέφραζαν εντονότερη διακύμανση απόψεων και ιδεών, αντανακλώντας τις εμπειρίες επιμέρους ομάδων. Πολλοί μεγαλύτεροι εργάτες είχαν έντονες αναμνήσεις της επανάστασης. Είχαν συμμετάσχει στην πτώση του τσαρισμού και είχαν πολεμήσει στον Κόκκινο στρατό κατά τον εμφύλιο. Κάποιοι εξ αυτών ένιωθαν μεγάλο σεβασμό για τον Τρότσκυ, απορρίπτοντας τη διάθεση του Στάλιν να ξαναγράψει την ιστορία. Ένας εργάτης είπε σε έναν κομματικό οργανωτή: «Ο Τρότσκυ ήταν ιδιοφυής, σπουδαίος άνθρωπος, με μεγάλη συνεισφορά, που το κόμμα τώρα αποκρύπτει και δε συζητάει». Σχολίασε πως παλαιότερες ιστορίες του κόμματος αναφέρονταν στον Τρότσκυ αλλά όχι στο Στάλιν. 

Ένας διανομέας σε ένα κατάστημα βαθμονόμησης είπε: «Ο Τρότσκυ είναι εκπρόσωπος της ιντελιγκέντσιας. Ηγούνταν αφ’υψηλού. Αλλά πρέπει κανείς να του αναγνωρίσει πως ήταν καλός ρήτορας και πάντα καθοδηγούσε τις μάζες. Αρκετοί εργάτες θυμήθηκαν τη δίκη του Ραμζύν το 1928, του μηχανικού που κατηγορήθηκε για σαμποτάζ. Κάποιος είπε: «Το κόμμα μας δε θα έπρεπε να τουφεκίσει τόσο έξυπνους ανθρώπους, αλλά να τους επανεκπαιδεύσει, όπως τον Ραμζύν. Ας ξαναστείλουν πίσω όσους ήρθαν εδώ από το εξωτερικό. Υπάρχει κομμουνιστικό κόμμα εδώ. Ας τους αποκαλύψουμε κι ας τους επανεκπαιδεύσουμε.» Πολλοί εργάτες ιδιωτικά εξέφραζαν αμφιβολίες για την αναγκαιότητα της θανατικής ποινής, αν όχι για την ενοχή των κατηγορουμένων. Ένας αναφερόμενος στο Ζηνόβιεφ και τον Καμένεφ είπε: «Θα έπρεπε να υπολογίσουμε τη συνεισφορά τους» . Ένας άλλος είπε: «Με δεδομένες τις επαναστατικές τους δράσεις, εγώ δε θα τους πυροβολούσα» Ένας εξωκομματικός μηχανικός σε χημικό εργοστάσιο είπε: «Θα ήταν καλύτερο να σταλούν στο εξωτερικό παρά να τουφεκιστούν.»

Ορισμένοι θεωρούσαν τη δίκη σκευωρία. Στο εργοστάσιο του Μαλένκωφ, ο Φρόλωφ, ένας κομματικός εργάτης, κι ένας εξωκομματικός, ο Γκουσάρεφ με τον οποίο δούλευαν δίπλα-δίπλα, μιλούσαν για τη δίκη. «Υπάρχει ένα καλό άρθρο στην Πράβδα σήμερα» είπε ο πρώτος. «Ναι, το άρθρο είναι καλό, αλλά ο Τρότσκυ είχε μεγάλη δύναμη όπως και να ‘χει και μεγάλη επιτυχία στον Κόκκινο Στρατό» απάντησε ο Γκουσάρεφ. Όταν ο Φρόλωφ επιχείρησε να αντιδράσει, ο συνάδελφος του τον έκοψε λέγοντας «Όλ’αυτά είναι ανοησίες». Ένας κομσομόλος σε εργοστάσιο στολών ανακοίνωσε σε ένα μέλος του κόμματος στο εντευκτήριο των εργατών: « Ο Τρότσκυ έκανε την επανάσταση το 1917 κι ο λόγος που όλα πήγαν στραβά είναι η έξωση του από το κόμμα. Αλλά ήταν μια σπουδαία προσωπικότητα, διοίκησε τον Κόκκινο Στρατό και χωρίς αυτόν δε θα είχαμε κάνει επανάσταση». 

Μερικοί εργάτες, μη συνειδητοποιώντας πως τα σχόλια τους μεταφέρονταν στις αρχές, υπερασπίστηκαν τους κατηγορούμενους. Κάποιοι αναφέρθηκαν σε προδοσία των ιδανικών της επανάστασης. Ένας επιστάτης σε εργοστάσιο στο Ντεντόφσκ στην ευρύτερη περιοχή της Μόσχας είπε στους συναδέλφους του ένα αστείο: «Ο Λένιν είπε στο Στάλιν: Γύρνα μου το κεφάλι στο μαυσωλείο ώστε να μη βλέπω αυτά που κάνεις». Ένας μεταλοκολλητής παρατηρούσε: «Είναι αντιληπτό πως ο Ζηνόβιεφ και ο Καμένεφ ζητούν εξουσία. Ίσως θέλουν να κάνουν μια δεύτερη επανάσταση. Ο Λένιν είχε πει πως θα υπάρχει ελευθερία, αλλά εδώ δεν υπάρχει ελευθερία. Εδώ μέσα ας πούμε, με αναγκάζουν να έρχομαι σε συναντήσεις κι ας μη θέλω, αν δε θέλω να δουλέψω με αναγκάζουν». Ένας λιπαντής διωγμένος από το κόμμα σε εργοστάσιο υφαντουργίας ανοιχτά καλούσε τους συναδέλφους του σε νέα επανάσταση: «Τρόμος υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει», φώναζε «Είναι απαραίτητο όμως να ανατρέψουμε τα πάντα. Οργανώστε τους εργάτες. Αυτοί (οι αρχές) κατέστρεψαν τα πάντα.» Σε μια συγκέντρωση 40 εργατών στο εργοστάσιο 46 ένας άνεργος και πρώην μέλος του κόμματος προκάλεσε τον κομματικό υπεύθυνο για την ανάγνωση της Πράβντα. « Ο Τρότσκυ ήταν φίλος του Λένιν» εξήγησε «αλλά μετά το θάνατο του άρχισε να παραμερίζεται» Η NKDV ειδοποιημένη πως ο εργάτης κοιμόταν στο εντευκτήριο χωρίς διαβατήριο τον συνέλαβε.

Κάποιοι εργάτες, θορυβημένοι από «δεξιούς» και άλλους κομματικούς ηγέτες εμπλεγμένους σε διάφορες συνωμοσίες, απαιτούσαν περαιτέρω έρευνα. Ένας κομσομόλος εργάτης έλεγε: «Υπάρχουν ακόμα πολλά να αποκαλυφθούν. Πρέπει να εξαφανίσουμε αυτούς τους πρακτορίσκους του φασισμού και μοχθηρούς εχθρούς του λαού από προσώπου γης». Άλλοι εργάτες απαιτούσαν αν γίνει έρευνα για τους Μπουχάριν, Ρύκωφ, Τόμσκι, Ουγκλάνωφ, Σοκόλνικωφ, Πιατάκωφ. Ένας επιστάτης οικοδομής δήλωνε: Όλοι οι δεξιοί και αριστεροί οπορτουνιστές ορκίζονται πίστη στο κόμμα και την κρίσιμη στιγμή το προδίδουν με διάφορους τρόπους. Οι Μπουχάριν, Τόμσκι και Ρύκωφ παραδέχτηκαν τα λάθη τους. Δουλεύουν σε σημαντικά πόστα. Πώς μπορούμε να τους εμπιστευτούμε ξανά; Πρέπει να λογοδοτήσουν στο δικαστήριο». Ένας υφαντουργός σε εργοστάσιο στο Νογκυν έλεγε: «Το ανώτατο δικαστήριο πρέπει να διερευνήσει τις αντεπαναστατικές δραστηριότητες της δεξιάς αντιπολίτευσης και άλλων Τροτσκιστών. Η ετυμηγορίας μας τρόμαξε τον Τόμσκι. Σίγουρα δεν ήταν αθώος, για το λόγο αυτό και αυτοκτόνησε». 

Δε συμφωνούσαν ωστόσο όλοι οι εργάτες. Ένα μεγάλο πλήθος εργατών, ψιθυρίζοντας φήμες, συνέρρευσε αυθόρμητα έξω από το διαμέρισμα του Τόμσκι μετά την αυτοκτονία του. Κάποιοι ακούστηκε να λένε πως ο εκλιπών είχε αφήσει σημείωμα στο Στάλιν λέγοντας πως παρέμενε πάντα πιστός στο κόμμα. Αυτοκτόνησε επειδή δεν άντεχε το διασυρμό. Το κόμμα χρησιμοποιούσε τις δίκες για να προωθήσει διαφορετικούς στόχους. Κομματικοί οργανωτές έκαναν λόγο για την «ανάγκη να ενισχύσουμε την πειθαρχία και να αυξήσουμε την παραγωγικότητα). Οι εργάτες καλούνταν να δηλώσουν τη στήριξη τους στο σταχανωφισμό και να αποκρούσουν τους «εχθρούς». Σε ένα εργοστάσιο για παράδειγμα, οι εργάτες έδιναν τον παρακάτω όρκο: « Εμείς, οι εργάτες, μπροστά στην επίθεση των ταξικών εχθρών, θα επιδείξουμε ακόμα μεγαλύτερη μπολσεβικική επαγρύπνηση και θα εφαρμόσουμε ακόμα περισσότερο τις σταχανωβίτικες μεθόδους , κοντά στην κεντρική επιτροπή και τον αγαπημένο μας ηγέτη Ιωσήφ Στάλιν.» Αυτού του είδους οι σχηματοποιημένες εκφράσεις έκαναν πολλούς να σκέφτονται πως οι δίκες ήταν ακόμα ένα κόλπο για την αύξηση της παραγωγικότητας.

Ένα σημαντικό τμήμα των εργατών προερχόταν από μετανάστες χωρικούς. Πολλοί από αυτούς τους τέως χωρικούς ήταν πικραμένοι με την κολλεκτιβοποίηση, αλλά αδαείς περί των ζωηρών εσωκομματικών αντιθέσεων στη δεκαετία του 1920. Λιγότερο εκλεπτυσμένοι πολιτικά, έβλεπαν όλους τους σοβιετικούς ηγέτες ως κακούργους που προσέβλεπαν στην απομύζηση της τελευταίας ρανίδας αίματος από χωρικούς κι εργάτες. «Δεξιοί» ή «αριστεροί» δεν είχε σημασία γι’αυτούς. Αμφέβαλαν για το αν κομματικοί ηγέτες, που προστάτευαν τα προνόμια ο ένας του άλλου, θα εκτελούσαν τους συντρόφους τους. ‘Ενας εξωκομματικός εργάτης σε εργοστάσιο ρολογιών εξηγούσε σε ένα κομματικό μέλος: «Μαγείρεψαν όλες αυτές τις ανοησίες για να προωθήσουν κάποια καμπάνια. Ο Ζηνόβιεφ είναι στο Κρεμλίνο κι έχει πέντε ωραία διαμερίσματα στη Μόσχα». Ένας μαθητευόμενος υφαντουργός επίσης αμφέβαλε για τη γνησιότητα της δίκης: « Ποιος νοιάζεται για το τι λέτε για το Ζηνόβιεφ και τον Καμένεφ» έλεγε σε έναν κομματικό οργανωτή, «Δε θα πάθουν τίποτε γιατί είναι φίλοι του Στάλιν»
. 
Οι αντιδράσεις των εργατών κυμαίνονταν λοιπόν σε όλο το φάσμα από την αυστηρή καταδίκη των κατηγορουμένων, την πεισματική υπεράσπιση της «αλήθειας» της επανάστασης, μέχρι και την ξεκάθαρη απόρριψη όλων των σοβιετικών ηγετών ως εκμεταλλευτών. Όποια άποψη κι αν είχαν όμως, είχαν βαθύ προσωπικό ενδιαφέρον. Πολλοί ρωτούσαν αν μπορούσαν να πάρουν άδεια από τη δουλειά για να παραστούν. «Μπορώ να πάω στο δικαστήριο να δω αυτά τα παράσιτα;» ρώτησε ένας. Άλλοι ζητούσαν άδεια να πάνε στη δίκη, να οριστούν αντιπρόσωποι του εργοστασίου στη δίκη, να ακούσουν την ακροαματική διαδικασία στο ραδιόφωνο. Οι σοκαριστικές ομολογίες των κατηγορουμένων ζωντάνεψαν τους εργάτες για εβδομάδες, προσφέροντας μια καλοδεχούμενη εναλλαγή από τη σκληρή δουλειά. Ωστόσο η δίκη δεν άλλαξε σημαντικά τις σχέσεις μεταξύ των εργατών ή τη ρουτίνα του partkomy. Ακόμα και οι φανατικότεροι υποστηρικτές της εκτέλεσης των κατηγορουμένων δεν ζήτησαν την επέκταση της ανίχνευσης εχθρών ανάμεσα στους συναδέλφους τους. Οι δίκες ήταν ένα μεγαλειώδες θέαμα, αλλά μια απόκλιση από την καθημερινή ζωή, όχι κομμάτι της. 

Από το βιβλίο της Wendy Goldman, Terror and democracy in the age of Stalin. Cambridge University Press 2007, σ. 80-86

To κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε εδώ: http://redflyplanet.blogspot.com/2013/05/1936.html

Σάββατο 3 Αυγούστου 2013

Κολλεκτιβοποίηση και χωρικοί ΙΙ

ΙΙ. H ΚΟΛΛΕΚΤΙΒΟΠΟΙΗΣΗ ΩΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

Σχεδόν όλες οι μελέτες περί κολλεκτιβοποίησης ακόμα και τα περισσότερα έργα που απλώς το συζητούν, την περιγράφουν ως έναν τρόπο εκμετάλλευσης του αγροτικού τομέα για την εκβιομηχάνιση, συνήθως αναφερόμενοι στη θεωρία του Γιεβγκένι Πρεοβραζένσκυ περί «πρωτόγονης σοσιαλιστικής συσσώρευσης». Αυτή η συμβατική γνώση υποστηρίζει πως το καθεστώς ξεκίνησε την κολλεκτιβοποίηση ως απόκριση στην κρίση σιτηρών του ’27-’29 στην οποία χωρικοί υποτίθεται πως έκρυψαν σιτηρά από την αγορά κυρίως λόγω χαμηλών τιμών και δημιούργησαν τεχνητές ελλείψεις στα αστικά κέντρα, παρά την καλή σοδειά. Το καθεστώς πήρε «έκτακτα μέτρα», εντολές παράδοσης, για να πάρει σιτηρά από την ύπαιθρο, και ο Στάλιν αποφάσισε να επιβάλει την κολλεκτιβοποίηση γιατί θα έδινε την δυνατότητα στην κυβέρνηση να έχει πρόσβαση σε σιτηρά ευκολότερα και φθηνότερα. Η ήττα της δεξιάς αντιπολίτευσης του Μπουχάριν και των συντρόφων του, που αντιτίθεντο σε αυτή την πολιτική, επέτρεψε στο Στάλιν να εφαρμόσει το πρόγραμμα του.

[…]Αυτή η συμβατική ερμηνεία παραλείπει τα κεντρικά αγροτικά συμφραζόμενα του λιμού. Το σοβιετικό καθεστώς ήρθε στην εξουσία εν μέρει λόγω λιμού στις πόλεις, μια κρίση την οποία ο Στάλιν περιέγραψε το 1917. Καθώς αυτός ο λιμός χειροτέρεψε το ’18-’20, οι Μπολσεβίκοι, όπως και οι Λευκοί αντίπαλοι τους, κατέσχεσαν τροφή από χωρικούς για να ταϊσουν τους στρατιώτες και τους κατοίκους των πόλεων. Ο αστικός λιμός του εμφυλίου ενώθηκε με έναν ακόμα χειρότερο, που προκλήθηκε από δύο έτη δριμείας ξηρασίας την περίοδο ’20-’21. , για την ανακούφιση της οποίας η ΕΣΣΔ πήρε πάνω από 718 χιλιάδες τόνους τροφών από την αμερικάνικη επιτροπή ανακούφισης και άλλες σημαντικές εισαγωγές. Σύντομα μετά την επανάκαμψη, άλλη μια σοβαρή ξηρασία χτύπησε το ’24 και η κυβέρνησε εισήγαγε και πάλι τρόφιμα. Το ’25 και ’26 οι σοδειές ήταν καλύτερες , αλλά του ’27-’29 ήταν χειρότερες, οδηγώντας σε λιμό στην Ουκρανία το ’28-’29, για τον οποίο η κυβέρνηση οργάνωσε βοήθεια, και σε περικοπές και διανομή με δελτίο στις πόλεις το ’29. Η σοβιετική κυβέρνηση είχε ξεκινήσει την εφαρμογή του α’ πενταετούς  προγράμματος, κάτι που έφερε μαζική εσωτερική μετανάστευση από την ύπαιθρο στις πόλεις και τις βιομηχανικές περιοχές, κάτι που επέτεινε το πρόβλημα του επισιτισμού. Η κρίση ανάγκασε το καθεστώς παρά τις ανάγκες του α’πενταετους να εισάγει και πάλι τρόφιμα.

Οι σοβιετικοί ηγέτες κατηγόρησαν για τους λιμούς στις πόλεις το ’17-’21 σε «κερδοσκόπους», εμπόρους και χωρικούς που έκρυβαν τρόφιμα για να πάρουν υψηλότερες τιμές, δημιουργώντας έτσι τεχνητε΄ς ελλείψεις. Τους λιμούς που προέρχονταν από κακές σοδειές, από την άλλη, τους απέδιδαν στην οπισθοδρόμηση της παραδοσιακής αγροτικής οικονομίας. Ο Αλεξέι Ρύκωφ (επικεφαλής της σοβιετικής διοίκησης τη δεκαετία του ’20 και μέλος του Πολιτμπυρό) γράφοντας για το λιμό του ’24, περιέγραφε τη σοβιετική αγροτική οικονομία ως «ασιατική». Ο Χριχόριι Πετρόφσκι (επικεφαλής της σοβιετικής Ουκρανίας) έγραφε το ’28 πως σε αντίθεση με τους Γάλλους ή Αμερικανούς αγρότες, που έτρεφαν τις χώρες τους και εξήγαγαν, οι Σοβιετικοί δεν μπορούσαν να θρέψουν ούτε τον εαυτό τους σε σταθερή βάση. Ο Στάλιν το 1926 επισήμαινε το ’26 πως η σοβιετική αγροτική οικονομία δε μπορούσε να μεγαλώσει χωρίς εκβιομηχάνιση που θα παρείχε τον απαραίτητο εξοπλισμό. Και οι δυο αυτές θεωρήσεις του λιμού έχουν πολλά κοινά με σύγχρονες απόψεις για το θέμα.
Σε αυτές τις συνθήκες, αποφάσισε η σοβιετική ηγεσία να προχωρήσει στην κολλεκτιβοποίηση. Το πρώτο βήμα ήταν η εγκατάσταση κάποιων ντουζίνων σοβχόζ (μεγάλες κρατικές φάρμες) στις ανατολικές περιοχές της ΕΣΣΔ, μετά από πρωτοβουλία του Στάλιν το ’28, αλλά κατόπιν μεγάλης συζήτησης με ειδικούς και την κεντρική επιτροπή. Αυτά τα αγροκτήματα εγκαταστάθηκαν σε έρημη γη στα ανατολικά της χώρας (Σιβηρία, Καζακστάν, όχθες του Βόλγα και άλλες περιοχές με μεγάλες ακατοίκητες εκτάσεις) συνεπώς δεν δημιουργήθηκαν για να εκμεταλλευτούν τους αγρότες. Τα σοβχόζ αυτά είχαν ως στόχο να παράγουν 1,5 τόνο σιτηρών για την αγορά. Το σχέδιο, βασισμένο ρητά στις αυτοματοποιημένες φάρμες του Thomas Campbell σε 60000 εκτάρια στην Μοντάνα, εφαρμόστηκε ταχύτατα την περίοδο ’28-’29, ενώ το 1930 με βα΄ση μυστικές αναφορές της αρμόδιας υπηρεσίας, αυτά τα σοβχόζ παρήγαγαν διπλάσια από τη σχεδιαζόμενη ποσότητα σιταριού.
[…]το πρόγραμμα των σοβχόζ αποδείκνυε πως οι εκτεταμένες αυτοματοποιημένες φάρμες ήταν εφικτές στην ΕΣΣΔ. Οι (σοβιετικοί) ηγέτες ρητά θεωρούσαν αυτό το πρόγραμμα ως δοκιμαστικό πλάνο της κολλεκτιβοποίησης, και σε αυτή τη βάση ξόδεψαν δισεκατομμύρια ρούβλια την επόμενη δεκαετία στην αγροτική οικονομία, κάτι που επίσης οι υποστηρικτές της θεωρίας περί εκμετάλλευσης παραβλέπουν. Συνεπώς, ενώ η ηγεσία σίγουρα είχε σίγουρα είχε άλλους σκοπούς με την κολλεκτιβοποίηση, το πρόγραμμα των σοβχόζ και τα μαζικά έξοδα στην αγροτική οικονομία στη δεκαετία του ’30 και μετέπειτα αποδεικνύουν πως ο κυριος στόχος τους ήταν να αυξήσουν την παραγωγή τροφίμων χρησιμοποιώντας ό,τι έμοιαζε να είναι η πιο σύγχρονη και αξιόπιστη μέθοδος της εποχής.

Η διαδικασία της κολλεκτιβοποίησης ήταν διαλυτική και συχνά βίαιη, ιδιαίτερα η σκληρή αναγκαστική μετακίνηση πληθυσμών, η αποκουλακοποίηση, που χρησιμοποιήθηκε για να την ολοκληρώσει. Σίγουρα δεν ήταν η μόνη ή αναγκαστικά η καλύτερη μέθοδος για την επίτευξη των στόχων του καθεστώτος. Παρόλαυτα, αυτές οι αποδείξεις, καθώς και πολλές ακόμα πηγές δείχνουν πως από το Στάλιν και κάτω, όλοι όσοι ασχολήθηκαν με την εφαρμογή της τη θεωρούσαν ένα εκσυγχρονιστικό πρόγραμμα κι όχι ως ανασύσταση της δουλοπαροικίας ή γενοκτονία. Ο Στάλιν ιδιαίτερα διαρκώς αρνούνταν πως το καθεστώς επιθυμούσε να εκμεταλλευτεί τους χωρικούς με την κολλεκτιβοποίηση.

[…]Η ερμηνεία αντίσταση θεωρεί πως οι χωρικοί αντιστάθηκαν εξαρχής και αντιτάχθηκαν σθεναρά στην κολλεκτιβοποίηση το ’29-’30. Πρόσφατες μονογραφίες και συλλογές ντοκουμέντων δείχνουν πως υπήρχε σημαντική αντίσταση την περίοδο ’29-’30. Το σημαντικότερο ντοκουμέντο είναι μια αναφορά της OGPU που απαριθμεί 13754 διαμαρτυρίες χωρικών το 1930. Το έγγραφο ξεκαθαρίζει πως η μυστική αστυνομία είχε δεδομένα για τον αριθμό των εμπλεκομένων στις διαμαρτυρίες μόνο σε 10000 περιπτώσεις, και τα δεδομένα αυτά αριθμούσαν περίπου 2,5 εκ. ανθρώπους. Αν υποθέσουμε πως ένα τρίτο των διαμαρτυριών είναι άγνωστου αριθμού, μπορούμε να υποθέσουμε ένα σύνολο 3.3 εκ. συνολικά. Μπορεί το σύνολο να ήταν τελικά λιγότερο, επειδή σε κάποιες περιπτώσεις η έλλειψη αριθμητικών δεδομένων οφειλόταν στο ότι ήταν πολύ μικρή η συμμετοχή ώστε να αξίζει καταγραφής. Σαφέστατα πάντως, περισσότεροι διαμαρτυρήθηκαν κατά της κολλεκτιβοποίησης, από ότι ενάντια σε οποιαδήποτε αγροτική πολιτική μετά τον εμφύλιο του ’18-’21.
Ωστόσο, ο αγροτικός πληθυσμός της ΕΣΣΔ, σύμφωνα με απογραφή του ’26, ξεπερνούσε τα 120 εκ., από τους οποίους πάνω από 70 εκ. ήταν άνω των 15 ετών, αριθμοί που αυξήθηκαν το 1930. Τα χοντρικά 3.3 εκ. διαμαρτυρομένων συνιστούσαν περίπου 5% του ενήλικου αγροτικού πληθυσμού. Ωστόσο πάνω από τα μισά αγροτικά νοικοκυριά είχαν ήδη υποστεί κάποιο είδους κολλεκτιβοποίησης, πάνω από 60 εκ και πάνω από 35 εκ. ενήλικες. Τι συνέβη στα δεκάδες εκατομμύρια των ήδη κολλεκτιβοποιημένων νοικοκυριών και το σχεδόν 50% των νοικοκυριών εκτός αυτής; Στο βαθμό που το έγγραφο είναι ακριβές, και ακόμα κι αν δεν αποδίδει ακριβώς την έκταση των διαμαρτυριών, υπονοεί πως η πλατιά πλειοψηφία των σοβιετικών χωρικών, περίπου 95% δεν διαμαρτυρήθηκαν ενάντια στην κολλεκτιβοποίηση. Με αυτό τον τρόπο, αυτό το έγγραφο-κλειδί, ουσιαστικά υποστηρίζει την άποψη του Βιόλα πως η αντίσταση ήταν «πιθανόν ένα μικρό κομμάτι» ενός φάσματος αντιδράσεων της κοινωνίας στις σοβιετικές πολιτικές.

Μια πρόσφατη τοπική έρευνα επιβεβαιώνει τη σπανιότητα των διαμαρτυριών. Ο ΜακΝτόναλντ σημείωσε σε άρθρο της εξέγερσης του Πιτελιν πως υπήρχαν 34 «μαζικές ταραχές» ανάμεσα στα πάνω από 6350 χωριά της περιοχής του Ριαζάν, που αφορούσαν περίπου 175 χωριά, λιγότερο από 3%, και καμιά από αυτές δεν είχε την έκταση της εξέγερσης του Πιτέλιν, που επίσης αφορούσε ελάχιστα χωριά. Ακόμα και σε περιοχές που οι διαμαρτυρίες ήταν περισσότερο διαδεδομένες, με λίγες εξαιρέσεις αφορούσαν μια μικρή μειονότητα χωριών ή και κατοίκων σε εξεγερμένα χωριά. Ο Μακντόναλντ υποστηρίζει πως οι εξεγέρσεις ήταν σπάνιες επειδή οι τοπικοί αξιωματούχοι συχνά προστάτευαν πολλά χωριά από τις σκληρότερες όψεις της κολλεκτιβοποίησης, εφαρμόζοντας τις πολιτικές ανολοκλήρωτα ή με μεγαλύτερη σύνεση. Υπάρχουν ωστόσο κι άλλα ζητήματα.
Για να εκτιμήσουμε αυτές της αποδείξεις περί διαμαρτυριών στην ύπαιθρο, πρέπει να ρωτήσουμε: σε τι ακριβώς απαντούσαν οι χωρικοί με τις διαμαρτυρίες αυτές; Με βάση ένα έγγραφο του Μαρτίου 1931 της OGPU, 68% των χωρικών που εξεγέρθηκαν από το Φλεβάρη ως τον Απρίλη του ’30 ήταν κατά της κολλεκτιβοποίησης (οι υπόλοιποι διαμαρτύρονταν κατά της αντιθρησκευτικής καμπάνιας, των ποσοστώσεων, ελλείψεις τροφίμων και άλλα προβλήματα) και οι περισσότερες διαμαρτυρίες έγιναν το Μάρτη του ’30. Τουλάχισοτν ένα τέταρτο των ταραχών του ’30 ενέπλεκε γυναίκες αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, οι υπόλοιπες περιελαμβαναν γυναίκες ως μεγάλη μειονότητα. Στις ταραχές αυτές, οι διαμαρτυρόμενοι απαιτούσαν και έπαιρναν πίσω, ζωντανά, σοδειές και εξοπλισμό που οι τοπικοί αξιωματούχοι ή αποσταλμένοι είχαν κοινωνικοποιήσει για τα κολχόζ. Σε κάποιες περιπτώσεις οι διαμαρτυρόμενοι επιτέθηκαν σε αξιωματούχους, απεσταλμένους ή «ακτιβιστές» του χωριού, ή κατέστρεφαν περιουσιακά στοιχεία.

Σε αυτές τις ενέργειες οι χωρικοί απαντούσαν πρώτα απ’ όλα στη χρήση καταναγκασμού εκ μέρους αξιωματούχων ή απεσταλμένων στην οργάνωση του κολχόζ, που κυμαίνονταν από απειλές να χαρακτηριστούν «εχθροί του σοβιετικού λαού» ως και ποινική βία, όπως βιασμοί και ξυλοδαρμοί, ή συλλήψεις, δήμευση περιουσίας και εξορία από το χωριό. Οι χωρικοί απαντούσαν επίσης, όπως είδαμε, σε αντιθρησκευτικές καμπάνιες στις ντόπιες εκκλησίες και ιερείς, και σε ελλείψεις τροφίμων και πείνα.

Οι καταχρήσεις που περιγράφονται πιο πάνω πρέπει να σόκαραν και να προσέβαλαν πολλούς χωρικούς, η κοινωνικοποίηση μάλλον εξόργισε πολλούς που ένιωθαν να απειλείται η επιβίωση τους, αν κρίνει κανείς από το θυμό με τον οποίο απαιτούσαν πίσω την ιδιοκτησία τους. Κι όμως, σύμφωνα με τα δεδομένα, σε 307 γυναικείες διαμαρτυρίες, όλες όσες ήταν διαθέσιμες στη μυστική αστυνομία, 213 λύθηκαν με «επεξήγηση και πειθώ» και σε 57 από αυτές οι αξιωματούχοι ικανοποίησαν τα αιτήματα των διαδηλωτριών. Οι αρχές χρησιμοποίησαν βία σε εφτά μόνο περιπτώσεις (2% επί του συνόλου). Επίσης σοβιετικοί αξιωματούχοι σε πολλές αγροτικές περιοχές ήδη διένειμαν τρόφιμα σε φτωχούς αγρότες το ’29, πιθανόν οι αξιωματούχοι να πρότειναν την επέκταση αυτής της βοήθειας για να περιορίσουν τις διαμαρτυρίες.

Τα στοιχεία της OGPU του ’31 δείχνουν ένα παρόμοιο μοτίβο. Από τις 13754 «ταραχές», μόνο 150 από αυτές, σύμφωνα με το έγγραφο, ήταν «εξεγέρσεις» που περιλάμβαναν στρατιωτική δράση από οπλισμένους χωρικούς. Σίγουρα επρόκειτο για σημαντικό αριθμό ανταρσιών, και αντιπροσώπευε σοβαρή αντίσταση, ωστόσο ήταν ένα μικρό μόνο κλάσμα των συνολικών διαμαρτυριών. Η μυστική αστυνομία κατέστειλε βίαια μεγαλύτερο αριθμό διαμαρτυριών από τις ένοπλες, και πάλι όμως ήταν μικρή μειονότητα, όπως δείχνει ο παρακάτω πίνακας: Το Φεβρουάριο και το Μάρτιο η βίαιη καταστολή ανήλθε σε 10 και 12,5% επί του συνόλου, ενώ τον Απρίλιο ανήλθε σε 2,8% (Σ.τ.Μ)
[…] Με άλλα λόγια, είναι λάθος να ερμηνεύσουμε αυτό το έγγραφο ως ένδειξη πως οι χωρικοί απάντησαν στην κολλεκτιβοποίηση με 13754 εξεγέρσεις. Πολύ πάνω από 90% των γεγονότων ήταν μικρής κλίμακας και μη βίαια, και αν κρίνει κανείς από τις 307 γυναικείες διαμαρτυρίες, οι περισσότερες λύθηκαν ειρηνικά και συχνά προς όφελος των χωρικών.

[…]Οι περισσότερες μακράν διαμαρτυρίες συνέβησαν το Μάρτιο, πολύ λιγότερες τον Απρίλη, και ακόμα λιγότερες το Φλεβάρη. Αυτό σημαίνει πως το Φλεβάρη οι χωρικοί διαμαρτυρήθηκαν εναντίον στις πιο εξόφθαλμες καταχρήσεις και τις πιο απίθανες καταστάσεις στα νέα ή επεκτεινόμενα κολχόζ. Η μεγάλη αύξηση των διαμαρτυριών το Μάρτη και τον Απρίλη, ωστόσο, μάλλον αντανακλά την επίδραση ενός άρθρου του Στάλιν με τίτλο «Ζαλισμένοι από την επιτυχία», με το οποίο καταδίκαζε τοπικούς αξιωματούχους για ακρότητες και τόνισε πως τα κολχόζ έπρεπε να σχηματίζονται εθελοντικά. Πολλές πηγές σήμερα μας δείχνουν πως χωρικοί σε όλη την ΕΣΣΔ διάβασαν το άρθρο, καθώς ήταν τυπωμένο σε σχεδόν όλες τις εφημερίδες, και εξαιτίας αυτού πολλοί χωρικοί επιτέθηκαν σε αξιωματούχους που τους πίεζαν για είσοδο στα κολχόζ, τα εγκατέλειπαν και διαμαρτύρονταν.
[…]Σε πρόσφατο άρθρο, ο Ρώσος επιστήμονς Γιούρι Μποκάρεφ ανέλυσε εξεγέρσεις χωρικών μεταξύ 1826-49 και δε βρήκε καμία σύνδεση με εξωτερικά γεγονότα , όπως κακές σοδειές και καταπιεστικές πολιτικές. Υποστήριξε πως οι χωρικοί συχνά ανέχονταν καταχρήσεις των κυριών τους και κρατικών αξιωματούχων, αλλά εξεγείρονταν με τρεις προϋποθέσεις: όταν οι αρχές τους πίεζαν να φερθούν ενάντια στις παραδόσεις τους, αν τους πίεζαν να κάνουν κάτι που δεν καταλάβαιναν, η αν μάθαιναν από κάπου πως κάποιο διάταγμα ή εντολή που θεωρούσαν προσβλητική ήταν ψεύτικο ή εμπεριείχε κάτι που οι αρχές είχαν προσπαθήσει να τους αποκρύψουν. Παρότι η ύπαιθρος είχε αλλάξει σημαντικά ως το ’30, πολλά στοιχεία δείχνουν πως αρκετοί, αν όχι οι περισσότεροι χωρικοί, είχαν ακόμη παραδοσιακές αντιλήψεις. Σε άλλο επίπεδο βέβαια, η εφαρμογή αυτής της σύγκρισης δεν απαιτεί να θεωρήσουμε τον συντηρητισμό των χωρικών ως συνώνυμα υποταγής τους. […]
Πρώτον, η κολλεκτιβοποίηση ήταν κάτι που οι περισσότεροι αγρότες δεν καταλάβαιναν. Οι ερευνητές της θεωρίας περί αντίστασης έχουν καταγράψει τις παράλογες φήμες που διαδίδονταν στα χωριά στις αρχές του ’30. Ό,τι άλλο κι αν σήμαιναν αυτές οι φήμες για  τη νοοτροπία των χωρικών, σίγουρα δείχνουν παρερμηνεία εκ μέρους τους του τι συνιστούσε η κολλεκτιβοποίηση. Ακόμα και η ταύτιση που έκαναν οι χωρικοί του προγράμματος αυτού με τη δουλοπαροικία παραμόρφωνε την ουσία της πολιτικής αυτής (όπως είδαμε παραπάνω). Η σύγχυση τους πιθανόν εξηγεί γιατί η μεγάλη πλειονότητα των διαμαρτυριών, όπως ανέφερε η αναφορά της OPGU το 1931, λύθηκαν με εξηγήσεις και πειθώ.

Αναφορές της μυστικής αστυνομίας από την κεντρική Ρωσία, στην επαρχία του Ριαζά, δείχνουν και άλλα παραδείγματα αυτού του σχήματος:  Όποτε οι οργανωτές των κολχόζ παρείχαν επαρκές διαφωτιστικό έργο, η διαδικασία προχωρούσε επιτυχώς. Σε ένα χωριό, οι οργανωτές πίεσαν να δημιουργηθεί κολχόζ και οι χωρικοί αντιστάθηκαν, ενώ σε γειτονικό χωριό, οι οργανωτές τους το εξήγησαν αναλυτικά και οι κάτοικοι συμμετείχαν. Σε μια άλλη περίπτωση, γυναίκες ήλθαν στη συνάντηση στο κέντρο του χωριού με σκοπό να τη διακόψουν, όταν όμως έμαθαν τι είναι τα κολχόζ, συμμετείχαν κι αυτές. Σαφώς, δεν ξέρουμε πόσο αντιπροσωπευτικές είναι αυτές οι ανεκδοτολογικές πηγές, κυρίως επειδή συνήθως οι καταγραφείς των πηγών, όπως είδαμε, ασχολούνταν με τα προβλήματα, παρά με τις ευνοϊκές αντιδράσεις. Σίγουρα όμως κι αυτές οι πηγές δείχνουν πως κάποιοι χωρικοί αποκρίνονταν με προσαρμογή παρά με αντίσταση. […]τέτοιες ενέργειες προσαρμογής ήταν τουλάχιστον εξίσου διαδεδομένες με τις ενέργειες διαμαρτυρίας, αν όχι οι πλέον διαδεδομένες.

Δεύτερον, το άρθρο του Στάλιν «Ζαλισμένοι από την επιτυχία», ήταν ένα κλασικό παράδειγμα πηγής που δείχνει πως οι ενέργειες των αξιωματούχων ήταν λανθασμένες και πως οι τελευταίοι είχαν αποκρύψει από τους χωρικούς πληροφορίες προς το συμφέρον τους, ειδικά μάλιστα όταν κάποιοι εξ αυτών προσπάθησαν να αποκρύψουν το ίδιο το άρθρο από χωριά της υπαίθρου. Ο Στάλιν έγραψε το άρθρο στη βάση μυστικών εκθέσεων για ακρότητες και διαμαρτυρίες του κόσμου της υπαίθρου, και στη βάση εκκλήσεων τοπικών αξιωματούχων, όπως ο Πετρόφσκυ (όπως είδαμε επικεφαλής της τοπικής κυβέρνησης της Ουκρανίας) ώστε να ληφθούν μέτρα για να διορθωθεί η κατάσταση. Αυτό σημαίνει πως οι απόψεις των χωρικών και οι ενέργειες τους, ήταν μεταξύ των πηγών για το γράμμα του Στάλιν. Το πολιτμπυρό το δημοσίευσε με την ελπίδα να περιορίσει πιθανών μεγαλύτερες εξεγέρσεις στο μέλλον. Ο Σέργκο Ορντζονίκιτζε, κορυφαίος σοβιετικός αξιωματούχος και συνεργάτης του Στάλιν, έγραφε τέλη Μαρτίου από την Ουκρανία, μετά την καταστολή τριών εξεγέρσεων, πως ο χωρίς το άρθρο του Στάλιν και το διάταγμα της Κεντρικής επιτροπής που ακολούθησε, «θα είχαμε πολύ σοβαρές επιπλοκές στην Ουκρανία. Από τη στιγμή όμως που οι περισσότερες διαμαρτυρίες σημειώθηκαν μετά τη δημοσίευση του άρθρου, είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς το συμπέρασμα πως το άρθρο, ακριβώς επειδή απέδιδε την καχυποψία των χωρικών σε σχέση με απόκρυψη στοιχειών, και επειδή εν μέρει βασιζόταν σε δικά τους αιτήματα, έδωσε ώθηση σε πολλές από τις διαμαρτυρίες, με τον ίδιο τρόπο που κινητοποίησε πολλούς στην εγκατάλειψη των κολχόζ. Είναι πιθανό να εικάσει κανείς πως αν δεν είχε δημοσιευτεί, κάποιοι από τους διαμαρτυρόμενους χωρικούς, απλώς θα είχαν έστω και με βαριά καρδιά αποδεχτεί τα κολχόζ.
Τουτέστιν, ενώ οι διαμαρτυρίες του πρώιμου 1930 ήταν άμεσες αντιδράσεις σε βιαιότητες ή/και καταχρήσεις τοπικών αξιωματούχων, ταυτόχρονα αντανακλούσαν ένα παραδοσιακό μοτίβο αντίδρασης σε μια πολιτική που οι αγρότες δεν καταλάβαιναν[…]Αυτό δείχνει πως ενώ οι χωρικοί δεν συμμετείχαν εθελοντικά στα κολχόζ, οι διαμαρτυρίες και οι αποχωρήσεις τους από αυτά, πολλές φορές δεν ήταν αντίδραση στα ίδια τα κολχόζ, όσο στον τρόπο με τον οποίο τα επέβαλαν οι τοπικοί αξιωματούχοι.

Τέλος, τι συνέβη με το 90% και πλέον που δεν διαμαρτυρήθηκε; Κάποιοι δεν αρνήθηκαν την κολλεκτιβοποίηση και μάλιστα την υποστήριξαν. Το Μάρτη του 1929 χωρικοί στο Ριαζάν δήλωσαν σε συνάντηση πως επιθυμούσαν η σοβιετική κυβέρνηση να πάρει όλη τη γη και οι αγρότες να δουλεύουν ως μισθωτοί, μια πρόταση όχι πολύ μακριά από τη μελλοντική εφαρμογή των κολχόζ. Μια αναφορά της OGPU το Νοέμβρη του ’29 αναφέρει έναν μεσαίας οικονομικής επιφάνειας αγρότη στην ίδια περιοχή να αναφέρει τα εξής: Οι ποσοστώσεις είναι σκληρές, αλλά απαραίτητες, δεν μπορούμε να ζούμε πια όπως πριν, είναι αναγκαίο να δημιουργηθούν εργοστάσια και εγκαταστάσεις, και γιάυτό χρειάζονται σιτηρά. Το Γενάρη του ’30 κάποιοι χωρικοί ανέφεραν : «ήρθε ο καιρός να εγκαταλείψουμε τα ατομικά μας αγροκτήματα. Πρέπει να τελειώνουμε με αυτά, και να μπούμε στην κολλεκτιβοποίηση».  Τον ίδιο μήνα ένα άλλο ντοκουμέντο δείχνει εθελοντική  και αυθόρμητη προσχώρηση αρκετών χωρικών σε κολχόζ που σχημάτιζαν με δική τους πρωτοβουλία[…]τα κολχόζ σε κάποιες περιπτώσεις, ειδικά στις έννοιες της συλλογικής χρήσης γης και την αρχή της ισοκατανομής, δεν απείχε και πολύ από παραδοσιακές αντιλήψεις και αξίες χωρικών σε όλη την ΕΣΣΔ. Σε κάθε περίπτωση, τα παραδείγματα αυτά και το γεγονός πως η μεγάλη πλειονότητα δε διαμαρτυρήθηκε για τα κολχόζ, σαφώς καταρρίπτει τη θέση του Graziosi πως τα χωριά «ήταν ενωμένα» ενάντια στην κολλεκτιβοποίηση.
[…]

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

Ακτιβισμός

Σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης από το βιβλίο της Fitzpatrick, παρατίθεται εδώ μια μετάφραση (ισχύει ό,τι έχει γραφτεί στο πρώτο ποστ για το θέμα, σε αντίθετη περίπτωση θα επισημαίνεται ξεχωριστά) του κεφαλαίου που αφορά τη δράση αλλά και τα εμπόδια σε αυτή, των πολιτικών ακτιβιστών, κομματικών ή μη, την ίδια περίοδο. 

Το aktiv, το ουσιαστικό από το οποίο προέρχεται ο όρος «ακτιβισμός», ήταν ένα είδος ανεπίσημης ομάδας πίεσης σε διάφορες εκφάνσεις της σοβιετικής ζωής. Τα κομματικά μέλη και οι κομσομόλοι ήταν ακτιβιστές σχεδόν εξ ορισμού. Σε συνδικάτα, εργοστάσια, γραφεία, πανεπιστήμια και άλλους χώρους εργασίας και συλλόγους, η ιδιότητα του μέλος υποδιαιρούνταν σε μια ακτιβιστική μειονότητα, της οποίας η λειτουργία ήταν «να καλεί σε δράση, να ωθεί σε μεγαλύτερες προσπάθειες», και τους υπόλοιπους, οι οποίοι ήταν τα αντικείμενα αυτού του ακτιβισμού. Αναμενόταν οι κομματικοί και οι νέοι της Κομσομόλ να είναι ακτιβιστές σε κάθε ίδρυμα ή ένωση στην οποία ανήκαν. Υπήρχε όμως και χώρος για «εξωκομματικούς ακτιβιστές» επίσης, δηλαδή ανθρώπους με ενέργεια ή φιλοδοξίες που επιθυμούσαν να δουλέψουν μαζί με τους ανθρώπους του κόμματος.

Οι κύριες κατηγορίες ακτιβιστών, πέραν των Κομμουνιστών, ήταν οι νέοι της Κομσομόλ (της κομμουνιστικής νεολαίας), οι σταχανοβίτες (εργάτες και αγρότες βραβευμένοι για επιτεύγματα στην παραγωγή), εργάτες και χωρικοί που λειτουργούσαν ως ανταποκριτές για τον τύπο, και τα μέλη της ένωσης εθελοντών συζύγων. Το να είναι κανείς ακτιβιστής, σήμαινε πρώτα απ’ όλα, να είσαι εθελοντής που βοηθούσε τις κομματικές και κρατικές αρχές να εκτελούν ενέργειες όπως: εγγραφή μαθητών στα σχολεία, συλλογή των καθορισμένων προϊόντων από τα κολχόζ, η επιβολή πειθαρχίας στα εργοστάσια. Αυτή η πλευρά των ακτιβιστών θεωρούνταν βέβαια πολύ αντιδημοφιλής από τους μη ακτιβιστές, που τους έβλεπαν συχνά όπως οι μαθητές τον καλύτερο μαθητή της τάξης.

Οι ακτιβιστές όμως είχαν και άλλες ιδιότητες. Ακτιβιστές της Κομσομόλ από τις πόλεις, περήφανοι για τη μαχητικότητα τους, ήταν πολύ προβεβλημένοι στην κολλεκτιβοποίηση και τις αντιθρησκευτικές καμπάνιες των αρχώ ν της δεκαετίας του ’30, ντυμένοι με μια σχεδόν στρατιωτικού τύπου στολή με «παντελόνι, μποτίνκι (μπότες), κάλτσες, ημιστρατιωτικό πανωφόρι, ζώνη και  καφέ διαγώνια ζώνη. Στη διάρκεια της δεκαετίας, θεωρούσαν αποστολή τους να επιτηρούν τους γραφειοκράτες και να εκθέτουν καταχρήσεις των αρχών «ανεξαρτήτως του ποιος τις διέπραττε». Αυτές ήταν πλευρές ακτιβισμού, συναρπαστικές και ελκυστικές για πολλούς νέους ανθρώπους.  Η επιτήρηση της γραφειοκρατίας είχε επίσης κάποια νομιμοποίηση σε ευρύτερο πληθυσμό, στο βαθμό που οι ακτιβιστές αντιπροσώπευαν το δημόσιο ενδιαφέρον για επίθεση κατά αντιδημοφιλών γραφειοκρατών. Το παράδοξο του ακτιβισμού στη δεκαετία του ’30 ήταν πως εμπεριείχε στήριξη στο καθεστώς παρόλαυτα ταυτόχρονα περιλάμβανε κριτική στους φορείς του.

Ο τομέας της κριτικής προσωποποιείται από την Κάτια, μια ταπεινή ακτιβίστρια σε κολχόζ στη σοβιετική άπω ανατολή, που έχει προβλήματα με το αφεντικό της, τα οποία αποτελούν την αφετηρία για ένα δημοφιλές μιούζικαλ των τελών της δεκαετίας του ’30, «Ένα κορίτσι με χαρακτήρα».

«Πάνω στη σκηνή εμφανίζεται ένα ξανθό κορίτσι. Δίνει έναν οργισμένο λόγο αποκαλύπτοντας το αφεντικό της, τον διευθυντή ενός κολχόζ σιτηρών,  μπροστά από ένα θορυβώδες, φωνασκών κοινό των κολάκων ακολούθων του. Αυτή είναι η πρώτη γνωριμία με την ηρωίδα του έργου, Κάτια Ιβάνοβα. Μαζί με την Κάτια, εξοργίζονται με τον γραφειοκράτη Μεσκώφ και περιμένουν ανυπομονα να εκτεθούν τα εγκλήματα του.»

Μια και οι τοπικοί αξιωματούχοι είναι κολλητοί του Μεσκώφ, τα παράπονα της Κάτιας παραμερίζονται. Αλλά αυτό το «κορίτσι με χαρακτήρα», δεν θα αποδεχθεί την ήττα. Γεμάτη φιλοδοξίες και νεανική τόλμη, θα κάνει το μακρύ ταξίδι ως τη Μόσχα για να βρει δικαιοσύνη. Για εκείνη ο ακτιβισμός σημαίνει αμφισβήτηση της εξουσίας, την οποία ωστόσο αμφισβητεί με την βεβαιότητα ότι στο Κρεμλίνο, στο ανώτατο επίπεδο, η συμπεριφορά της επιδοκιμάζεται και μάλιστα απαιτείται από νεαρούς Σοβιετικούς πατριώτες.

Ιστορίες παρόμοιες με εκείνες της Κάτιας εμφανίζονται έντονα σε απομνημονεύματα ακτιβιστών, ιδίως της Κομσομόλ, σε εκείνη τη γενιά. Για έναν αριθμό νεαρών προσφύγων και αυτόμολων που ερωτήθηκαν στο Μόναχο λίγο μετά τον πόλεμο, ανέφεραν πως το σημαντικότερο κομμάτι της ζωής τους στην Κομσομόλ ήταν η μάχη κάτι της διαφθοράς και του σκοταδισμού των τοπικών αξιωματούχων. Ένας από τους ερωτηθέντες, που είχε υπάρξει δάσκαλος και ακτιβιστής της Κομσομόλ σε ένα χωριό στο Καζακσταν, θυμόταν πώς πολεμούσε τις κλίκες που «κυριαρχούσαν στην ηγεσία των κολχόζ και σπαταλούσαν την περιουσία τους.» Βρήκε συμμάχους στο τοπικό πολιτικό τμήμα του Σταθμού Τρακτέρ, μια υπηρεσία ελέγχου με αναφορά στην πρωτεύουσα, του οποίου η «άψογη στάση» έναντι των τοπικών παρεκκλίσεων κέρδισε το θαυμασμό του.

Ένας άλλος ήταν ένας Κιργίσιος που είχε σταλεί σε μια απομακρυσμένη περιοχή της τοπικής σοβιετικής δημοκρατίας, και τρόμαξε από την οπισθοδρομικότητα και τη διαφθορά που συνάντησε εκεί κι έγινε ακτιβιστής. «Οι μόνοι άνθρωποι που προσπάθησαν να αντιπαλέψουν την άγνοια ήταν δάσκαλοι από το Βορρά και οι τοπικοί ηγέτες της Κομσομόλ». Αργότερα, ο συγκεκριμένος έγινε αποκαλυπτικός δημοσιογράφος, του σοβιετικού στυλ, και εξέθεσε την κακοποίηση που έκανε ένας τοπικός αξιωματούχος στη γυναίκα και τα παιδιά του. Αυτό οδήγησε τον συντηρητικό Κιργίσιο πατέρα του να τον κατηγορήσει πως επέλεξε το «ανέντιμο επάγγελμα» του πληροφοριοδότη, αλλά ο ίδιος έβλεπε τον εαυτό του υπό ένα πιο ηρωικό πρίσμα: «Η Κομσομόλ μου και η δημοσιογραφική μου συνείδηση δεν με άφηναν να ανοιχτό το κακό».

Ένας από τους νεαρότερους ερωτηθέντες, γεννημένος το 1921 στην ρωσική επαρχία Τβερ, μεγάλωσε με λατρεία για τους κομσομόλους από την πόλη που κυριολεκτικά «κατέκτησαν το χωριό» στη διάρκεια της κολλεκτιβοποίησης, φορώντας κομψά ημιστρατιωτικά κοστούμια και οπλοφορώντας. Ήταν πολεμιστές που είχαν κηρύξει τον πόλεμο στην αγροτική οπισθοδρομικότητα και άγνοια. Είπε το πώς αυτοί οι ακτιβιστές αποκάλυψαν το γραμματέα του τοπικού σοβιέτ, έναν γαφειοκράτη που ήταν «η ζωντανή ενσάρκωση του επιθεωρητή του Γκόγκολ και ανάγκαζε τον κόσμο να έρχεται τρεις και τέσσερις φορές στο σοβιέτ για το απλούστερο ζήτημα».  Ο ίδιος έβλεπε την Κομσομόλ πολύ διαφορετικά από τις μεταπολεμικές γενιές, για τις οποίες η εικονοκλαστική και μαχητικά παράδοση της οργάνωσης ήταν λίγο ή καθόλου στη μνήμη τους. Η λειτουργία της Κομσομόλ, είπε σε αυτούς που διεξήγαγαν τη συνέντευξη, ήταν να μάχονται κάθε παράλειψη στη ζωή της χώρας, χωρίς να λογαριάζει τους ανώτερους, προτάσοντας σθεναρά τις απαιτήσεις και τις αναζητήσεις της νιότης.

Αυτές οι «απαιτήσεις και αναζητήσεις της νιότης» ήταν πολύ σημαντικές για το σχηματισμό του μαχητικού πνεύματος των ακτιβιστών στα προπολεμικά χρόνια. Άλλος ένας από τους ερωτηθέντες προσπάθησε να εξηγήσει, γιατί ως νέος άνθρωπος μεγαλωμένος εκείνη την περίοδο (γεννημένος το 1914), προσπάθησε να υποστηρίξει τη σοβιετική εξουσία με το να γίνει ακτιβιστής.

«Παρά τις υλικές δυσκολίες, όπως η συνεχής έλλειψη τροφίμων, που ήταν ιδιαίτερα έντονη εκείνη τη στιγμή, ούτε εγώ ούτε άλλοι νέοι είχαμε αντισοβιετικά συναισθήματα. Απλώς βρίσκαμε στον ηρωισμό που χρειαζόταν για την οικοδόμηση ενός νέου κόσμου της εξήγηση για κάθε δυσκολία. Η ατμόσφαιρα της συνεχούς πάλης για έναν κοινό σκοπό-την κατασκευή ενός εργαστασίου-προξενούσε τον ενθουσιασμό του, και μας έφερνε στο πρώτο πεδίο της μάχης όπου οι δυσκολίες ξεχνιούνταν ή παραβλέπονταν.»

Ο ακτιβισμός, όπως τον αντιλαμβανόταν ο ομιλητής, είχε έντονη σχέση με τη νεότητα.
«Φυσικά, ήταν μόνο η νέα γενιά που αντιλαμβανόταν την πραγματικότητα με αυτό τον τρόπο». Οι γονείς μας ήταν γεμάτοι σιωπηρή αλλά βαθιά δυσαρέσκεια. Οι διαφωνίες των μεγαλύτερων όμως είχαν ελάχιστη επίδραση επάνω μας, μια κι εκείνοι ήταν απασχολημένοι αποκλειστικά με υλικά αντικείμενα, ενώ εμείς βρίσκαμε στην επίσημη δικαιολόγηση όλων αυτών των καταστάσεων έναν έστω επιφανειακό ιδεαλισμό που ασκούσε ιδιαίτερη έλξη στους νέους.»

Για κάποιους, ο ακτιβισμός ήταν το μόνο πράγμα που μπορούσε να σώσει την επανάσταση. Ένας λίγο μεγαλύτερος ομιλητής, γεννημένος το 1904, περιέγραψε τις πεποιθήσεις που τον οδήγησαν στον ακτιβισμό, ήδη από τη δεκαετία του 1920.

«Δεν…ήταν μια επιθυμία για διακρίσεις ή τιμές που με έκαναν άυπνα να αφιερώσω όλη μου την ενέργεια στο κόμμα και την κομσομόλ…Έβλεπα πως η παλιά γενιά, εξαντλημένη από τα χρόνια του πολέμου και το μεταπολεμικό χάος, δεν είχαν πια το κουράγιο να αντεπεξέλθουν στις δυσκολίες που περιείχε η οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Έτσι έφτασα στο συμπέρασμα πως η επιτυχία της μεταμόρφωσης της χώρας μου, εξαρτώνταν αποκλειστικά από τους κόπους και τη θέληση ανθρώπων σαν κι εμένα.»

Οι ακτιβιστές αναμενόταν να συναντήσουν δυσκολίες και κινδύνους. Μια πηγή κινδύνου ήταν τοπικοί ιθύνοντες, θιγμένοι από την παρέμβαση και την κριτική των ακτιβιστών. Χωρικοί ανταποκριτές που ασκούσαν κριτική σε διευθυντικά στελέχη σε κολχόζ και τοπικά σοβιέτ ήταν ιδιαίτερα ευάλωτοι λόγω της φυσικής τους απομόνωσης. Μια  ακτιβίστρια δάσκαλος σε σιβηρικό χωριό περιέγραψε την πάλη της κατά διεφθαρμένων τοπικών ιθυνόντων:

Γράφω σχετικά με πολλά θέματα στον τοπικό εισαγγελέα, στην τοπική επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος, στην τοπική εφημερίδα, αλλά αν ξέρατε μόνο πόσο παθητικά αντιδρούν όλες αυτές οι τοπικές οργανώσεις, και οι σαμποτέρ επωφελούνται από αυτό. Και πόσο με μισούν, κάποιοι από αυτούς τους μεγαλόσχημους που έχουν τοπική εξουσία ως μέλη του τοπικού σοβιέτ και δικαστηρίου και με εκδικούνται όπως μπορούν, με αφήνουν να λιμοκτονήσω…Αλλά δε θα παρατήσω τη «θέση» μου. Δε θα το καταφέρουν με το να με οδηγήσουν στην πείνα.»

Άνθρωποι αντίθετοι στο καθεστώς που θεωρούσαν τους ακτιβιστές υποκατάστατα ήταν μια άλλη πηγή κινδύνου. Ακόμα και μέλη των νέων Πρωτοπόρων, το παιδικό σκέλος της κομσομόλ για παιδιά 10-14 ετών, μπορούσαν να γίνονται στόχοι επιθέσεων. Στην περιοχή Rossoh στην κεντρική Ρωσία, ένα προπύργιο θρησκευτικών αιρέσεων και μοναρχισμού, οι Πρωτοπόροι ήταν αντικείμενο τακτικών επιθέσεων από θρησκευόμενους που «αποκαλούν το φουλάρι των πρωτοπόρων, «ουρά του διαβόλου» και θεωρούν αμαρτία το να το φοράς». Το 1935, μια ομάδα ενηλίκων θρησκευόμενων απήγαγαν κάποιους νέους πρωτοπόρους καθώς γύριζαν από μια λέσχη της οργάνωσης γύρω στα μεσάνυχτα.
«Ο ισεχταριστές, ντυμένοι στα λευκά, έπεσαν πάνω στους Πρωτοπόρους, τους οδήγησαν σε μια χαράδρα και δεν τους άφησαν να βγουν για πάνω από μισή ώρα. Ο Αρέπεφ, [επικεφαλής των σεχταριστών] άρπαξε τον Πρωτοπόρο Κ.Ι.Λόμποντα, του έσκισε τα ρούχα και πέταξε πέτρες στους άλλους, σπάζοντας το κεφάλι του ενός. Καθώς πέταγαν τις πέτρες φώναζαν: «Μικροί ειδωλολάτρες διάβολοι, θα σου δείξω πως φοράνε γραβάτα»

Στα Ουράλια, ένας ακτιβιστής εργάτης, ο Γκρικόρι Μπυκώφ, επίδοξος συγγραφέας, δολοφονήθηκε από ντόπιους νέους με διασυνδέσεις προς κουλάκους, μετά τη συμβολή του στη συγγραφή μια ιστορίας του τοπικού εργοστασίου που αποκάλυψε τους εχθρούς εκεί. Τέτοια περιστατικά, που αναφέρονταν συχνά στον τύπο, έκαναν όλους τους ακτιβιστές να νιώθουν πως ζούσαν ζωές γενναιότητας και κινδύνου, ακόμα κι αν οι δικές τους συνθήκες ήταν πιο ταπεινές, και η ιστορία του Πάβλικ Μορόζωφ, του Νεαρού Πρωτοπόρου που μαρτύρησε, είχαν παρόμοια επίδραση.

Οι ακτιβιστές υποστήριζαν το καθεστώς. Κάποιοι αναμφίβολα έγιναν τέτοιοι λόγω φιλοδοξίας, διότι η στήριξη τους μπορούσε να επιβραβευθεί με τιμές ή ανέλιξη. Για το λόγο αυτό συχνά οι ακτιβιστές θεωρούνταν ευνοούμενοι και προστατευόμενοι του καθεστώτος. Ωστόσο για τους ίδιους ήταν μαχητές, άνθρωποι που ρίσκαραν τις ζωές τους για την πραγματική πάλη για το σοσιαλισμό, Ήταν φανατικοί αντίπαλοι της «οπισθοδρομικότητας», που κυρίως ισοδυναμούσε με τη θρησκεία, την υποταγή των γυναικών, κι άλλες παραδοσιακές πρακτικές, Ήταν αντίπαλοι της «γραφειοκρατίας», κάτι που σήμαινε συχνές συγκρούσεις με τοπικούς αξιωματούχους. Η Μόσχα συνήθως τις ενέκρινε. Πρακτικά ωστόσο, η προστασία της Μόσχας δεν μπορούσε να προσφέρει πολλά όταν οι τοπικοί αξιωματούχοι προέβαιναν σε αντίποινα, έτσι η αυτοαντίληψη των ακτιβιστών ως ριψοκίνδυνοι και γενναίοι δεν ήταν άνευ ερείσματος.


"Επανασφυρηλάτηση"

Εγκαινιάζοντας το ιστολόγιο, θα ασχοληθούμε με ένα θέμα σχετικά-έως παντελώς-άγνωστο στο ευρύ κοινό, εκείνο της αντιμετώπισης των ποινικών κρατουμένων στην ΕΣΣΔ τη δεκαετία του '30, συγκεκριμένα στο κομμάτι που αφορά τις προσπάθειες σωφρονισμού κι επανένταξης τους. Η κεντρική ιδέα πίσω από αυτές ήταν εκείνη της "επανασφυρηλάτησης", η οποία έβρισκε εφαρμογή σε σειρά συμφραζομένων στη σοβιετική κοινωνία της εποχής. Οδηγός μας θα είναι η μετάφραση της υποφαινόμενης εκτενών αποσπασμάτων από το κεφάλαιο "Η αναδημιουργία του ανθρώπου" του βιβλίου της Sheila Fitzpatrick, Everyday stalinism, Oxford university press 2000, 75-79. H συγγραφέας πόρρω απέχει από απολογητική διάθεση για τον Στάλιν ή την ΕΣΣΔ γενικότερα, κάτι που καθιστά τα πορίσματα, βασισμένα σε πλούσιο πρωτογενές υλικό, ακόμα πιο ενδιαφέροντα:

«Σύντροφοι, είμαι σαρανταπέντε χρονών, αλλά είμαι ζωντανός μόλις τα τελευταία 18 χρόνια» έλεγε ένας βετεράνος εργάτης σε συνέδριο σταχανοβιτών το 1935. Η εικόνα της επανάστασης του 1917 ως αναγέννησης ήταν κοινή στη σοβιετική ρητορική. Κάποιες φορές ένας άντρας ή μια γυναίκα «ξαναγεννιόταν» από την επανάσταση, άλλοτε από ένα κατοπινό γεγονός όπως η κολλεκτιβοποίηση. Υπήρχαν επίσης συγκεκριμένες εμπειρίες μεταστροφής που οδηγούσαν τα άτομα από την παλιά ζωή στην καινούργια. Το σατιρικό περιοδικό Krokodil δημοσίευσε ένα κοροϊδευτικό σκίτσο, στο οποίο το άλμα με αλεξίπτωτο, ένα δημοφιλές σπορ στα μέσα της δεκαετίας του ’30, υπηρετούσε αυτό το σκοπό. Το σκίτσο δείχνει ένα παραδοσιακό υπαίθριο σκηνικό ενός χιονισμένου χωριού, με χωρικούς σε έλκηθρα και μια εκκλησία με το καμπαναριό της, μόνο που το καμπαναριό χρησιμοποιείται πια για τα άλματα με αλεξίπτωτο. Η λεζάντα γράφει: «Σε αυτή την εκκλησία βαφτίστηκα δυο φορές, μια ως μωρό, και μια πρόσφατα, στον αέρα».

Συνήθως βέβαια ήταν η δουλειά, κι όχι τα αλεξίπτωτα, που επέτρεπαν στους ανθρώπους να αναγεννηθούν  Η δουλειά σε σοβιετικές συνθήκες θεωρούνταν μια εμπειρία μεταμόρφωσης καθώς ήταν συλλογική και διαποτισμένη από μια αίσθηση σκοπού. Υπό το παλιό καθεστώς, η εργασία ήταν μια εξαναγκαστική, ψυχοφθόρα διαδικασία. Στο σοσιαλισμό ήταν εκείνο που γέμιζε τη ζωή με νόημα. Όπως έγραφε ενας άντρας στο Μαξίμ Γκόρκυ για τη δουλειά του σε μια νέα οικοδομή: «Αποδείχτηκε πως εγώ, ένα άτομο με στερημένα τα πολιτικά δικαιώματα, ένας άντρας δυσαρεσημένος, κατάλαβα εδώ, ανάμεσα σε κακοταιριασμένους ανθρώπους που ομονοούν, πόσο μεγάλη είναι η απόλαυση του να γνωρίζεις τη ζωή και να παίρνεις μέρος στην ανασυγκρότηση τους».

Η ιδέα πως οι άνθρωποι θα μπορούσαν να αναγεννηθούν ήταν πολύ σημαντική στη σοβιετική κοσμοθεωρία. Συνδέονταν, εξαρχής, με την ιδέα πως το έγκλημα είναι μια κοινωνική ασθένεια, το αποτέλεσμα ενός επιζήμιου περιβάλλοντας. Αυτό ήταν η τρέχουσα άποψη στην σοβιετική εγκληματολογία τη δεκαετία του 1920 και 1930, αν και σταδιακά η ισχύς της εξασθένησε καθώς έγινε ποιο δύσκολο να αποδοθεί το σύνολο της εγκληματικής συμπεριφοράς σε προβλήματα μετάβασης ή «επιβιώσεις» του παρελθόντος. Πιο πλατιά, η έννοια της ανθρώπινης μεταμόρφωσης βρισκόταν στην καρδιά του σοβιετικού σχεδίου. Όπως το έθετε ο Μπουχάριν, «η πλαστικότητα του οργανισμού [είναι] η σιωπηρή θεωρητική προϋπόθεση κάθε μας δράσης, «γιατί χωρίς αυτή, ποιος θα ταλαιπωρούνταν να κάνει επανάσταση;» Αν είχαμε την άποψη πως τα φυλετικά και εθνικά χαρακτηριστικά είναι τόσο ισχυρά ώστε χρειάζονται χιλιάδες χρόνια για ν’αλλάξουν, ασφαλώς όλη η δουλειά μας θα ήταν παράλογη».

Το μοτίβο της αναγέννησης το ανθρώπου ήταν δημοφιλές σε κάθε είδους συμφραζόμενα τη δεκαετία του 1930. Ωστόσο οι πιο δημοφιλείς απ’όλες τις ιστορίες ήταν εκείνες της αναγέννησης ή η «επανασφυρηλάτηση» των εγκληματιών και των ανήλικων παραβατών, μέσω της εργασίας και της συμμετοχής σε εργατικές κολλεκτίβες. Ο τύπος ήταν γεμάτος τέτοιες ιστορίες ηθικής αναμόρφωσης, ειδικά στο πρώτο μισό της δεκαετίας, και διαδίδονταν πάρα πολύ τόσο για το ξένο όσο και το εγχώριο ακροατήριο. Σε ό,τι αφορά το εγχώριο κοινό, πάντως, οι ιστορίες αυτές δε μπορεί να παραμεριστούν ως απλή προπαγάνδα, εφόσον προφανώς ήλκυαν την προσοχή του κόσμου σε ασυνήθιστο βαθμό. Ακόμα και στα στρατόπεδα εργασίας gulag, όπου το μοτίβο της «επανασφυρηλάτησης» χρησιμοποιούνταν κατά κόρον, φαίνεται πως είχε μια γνήσια επιρροή ενθάρρυνσης.

Οι ιστορίες μεταστροφής που ήταν τόσο δημοφιλείς τη δεκαετία του 1920 και 1930 είχαν διπλή επίδραση των περιπετειωδών ιστοριών, όπως οι ιστορίες με ληστές που ήταν τόσο δημοφιλείς στη Ρωσία προεπαναστατικά, και των ψυχολογικών δραμάτων στα οποία, ένα δυστυχισμένο, μοναχικό άτομο τελικά βρίσκει την ευτυχία συμμετέχοντας σε μια συλλογικότητα. Συνήθως ο πρωταγωνιστής ήταν κάποιο είδος περιθωριακού στην παλιά του ζωή-ένας καθ’έξιν κακοποιός, ένας νέος με παραβατική συμπεριφορά, ή ακόμα και το παιδί εκτοπισμένων κουλάκων που ξεκινούσε μια νέα ζωή στην εξορία. Ένας νέος σοβιετικός άνθρωπος αναδύεται σε αυτές τις ιστορίες, πετώντας από πάνω του τη βρομιά και τη διαφθορά της παλιάς ζωής […]

Ένα από τα κλασικά σοβιετικά έργα για την αναγέννηση του ατόμου ήταν το «Κανάλι της Λευκής Θάλασσας», μια περίφημη (κατ’άλλους διαβόητη) συλλογική εργασία της οποίας οι συμμετέχοντες περιλάμβαναν το Μαξίμ Γκόρκυ και μια σειρά λογοτεχνικών διασημοτήτων, μεταξύ τους κι ο σατιρικός συγγραφές Mikhail Zoschenko. Το βιβλίο βασίστηκε σε μια επίσκεψη που έκαναν οι συγγραφείς το 1933 στο κανάλι της Λευκής θάλασσας, ένα έργο που διεξάγονταν από την OGPU και χρησιμοποιούσε καταδίκους ως εργάτες. Βασιζόμενοι σε συνεντεύξεις με τους καταδίκους και τη διοίκηση του στρατοπέδου, όπως και σε πηγές σαν την εφημερίδα του στρατοπέδου «Επανασφυρηλάτηση», οι συγγραφείς περιέγραψαν τη διαδικασία με την οποία οι κατάδικοι μετατρέπονταν σε καλούς σοβιετικούς πολίτες. Επρόκειτο ξεκάθαρα για ένα προπαγανδιστικό εγχείρημα: η επίσκεψη δε θα μπορούσε να έχει συμβεί παρά μόνο κατόπιν απόφασης σε υψηλό πολιτικό επίπεδο, το βιβλίο ήταν αφιερωμένο στο 17ο συνέδριο του κόμματος, και σύντομα μεταφράστηκε στα αγγλικά, λαμβάνοντας σημαντική διάδοση χάρη στο Left Book Club και άλλες οργανώσεις συνοδοιπόρων. Παρόλαυτα, το βιβλίο δε στερείται λογοτεχνικού ενδιαφέροντος, και εμπεριέχει κάποιες συναρπαστικές ιστορίες.

Από τις πιο ενδιαφέρουσες είναι εκείνη της Άννα Γιανκόφσκαγια, πρώην επαγγελματίας κλέφτρα, με μακρύ ιστορικό συλλήψεων που εστάλη στο στρατόπεδο του καναλιού της Λευκής Θάλασσας το 1932. Όπως θυμόταν η ίδια, αρχικά ήταν σκεπτική απέναντι στην υπόσχεση της NKDV πως οι κρατούμενοι θα επανεκπαιδεύονταν, δε θα τιμωρούνταν. Θεωρούσε τη σωματική δουλειά απαράδεκτα σκληρή και αρχικά αρνιόταν να εργαστεί. Ένας από τους εκπαιδευτές του στρατοπέδου, πρώην κρατούμενος ο ίδιος, συζήτησε τότε μαζί της επί τέσσερις ώρες για τη ζωή τους, κάτι που έκανε την Άννα να δακρύσει. Αυτή ήταν η κρίσιμη στιγμή της μεταστροφής: Η ανακάλυψη πως, εδώ, για πρώτη φορά, είχε σημασία η ίδια ως άτομο. Μετά από αυτό η Άννα μπορούσε να ξεκινήσει τη δουλειά και να αρχίσει με τη νέα της ζωή.

Μια άλλη ιστορία ασχολείται με μια διαφορετική κατηγορία καταδίκων, έναν αστό μηχανικό, καταδικασμένο για δολιοφθορά, δηλαδή έναν πολιτικό κρατούμενο σαν αυτούς που καταδικάστηκαν στη δημόσια δίκη του Shakty το 1928 (σ.τ.Μ:Το Shakty ήταν πόλη στον Βόρειο Καύκασο, όπου συνελήφθησαν και δικάστηκαν 53 μηχανικοί για σαμποτάζ στα τοπικά ανθρακωρυχεία. Πέντε καταδικάστηκαν σε θάνατο, τέσσερις αθωώθηκαν και οι υπόλοιποι φυλακίστηκαν). Λεγόταν Magnitov. Σύμφωνα με την παράφραση της Katerina Clark « Οι συγγραφείς θυμούνται πως, αφότου ο Magnitov άρχισε να εργάζεται στο κανάλι, απέκτησε γρηγορότερο σφυγμό και γρηγορότερη επεξεργασία σκέψεων και αντιδράσεις. «Αρχίζει να συνηθίζει το νέο ρυθμό, προσαρμόζει τη λογική του σε αυτόν, τη θέληση του και την αναπνοή του». Έχοντας αλλάξει τόσο ριζικά, ο μηχανικός δυσκολευόταν να συνδέσει τον παλιό εαυτό του με την τωρινή του εκδοχή. Οι συγγραφείς ανέφεραν: «Ο μηχανικός Magnitov, σκέφτεται τον παλιό μηχανικό Magnitov και για εκείνον αυτό το άτομο είναι ήδη ξένο. Τον αποκαλεί «αυτός».

Η αναγέννηση των νεαρών με παραβατική συμπεριφορά ήταν ένα ιδιαίτερα ελκυστικό δραματικό θέμα. Άστεγα παιδιά, που μαζεύονταν σε πόλεις κα ισιδηροδρομικούς σταθμούς και σχημάτιζαν συμμορίες με τη δική τους αργκό και τεχνικές επιβίωσης, ήταν χαρακτηριστικό του σοβιετικού τοπίου από τον εμφύλιο και μετά. Ο αριθμός τους έπεσε κάπως στη διάρκεια της δεκαετίας του ’20, αλλά αυξήθηκαν και πάλι στη διάρκεια της κολλεκτιβοποίησης και του λιμού. Τα ορφανοτροφεία, που λεγόταν ευφημιστικά «Σπίτια των παιδιών», δημιουργήθηκαν για να τα απομακρύνουν από το δρόμο και να τα προετοιμάσουν για την ενήλικη ζωή, αλλά συχνά ο δρόμος προς τη μεταστροφή ήταν δύσβατος. Κάποιοι παραβάτες στέλνονταν σε στρατόπεδα εργασίας της OGPU (σ.τ.Μ η μυστική αστυνομία της ΕΣΣΔ), κάποια από τα οποία είχαν ιδεαλιστές και αφοσιωμένους διευθυντές και δασκάλους. Στην ταινία Δρόμος προς τη ζωή (1931), μια από τις πρώτες ταινίες με ήχο στην ΕΣΣΔ- βασιζόταν σε μια πραγματική εγκατάσταση της OGPU  για νέους παραβάτες, όχι μακριά από τη Μόσχα, και χρησιμοποιούσε παιδιά της κοινότητας ως ηθοποιούς. Όπως και στη μεταγενέστερη αμερικανική Ζούγκλα του μαυροπίνακα, ο κύριος χαρακτήρας για την αναμόρφωση των παιδιών είναι ένας χαρισματικός δάσκαλος.

 Ένα λογοτεχνικό έργο με παρόμοιο θέμα ήταν το Παιδαγωγικό ποίημα του Anton Makarenko, o οποίος είχε ξεκινήσει την καριέρα του διευθύνοντας εγκαταστάσεις για νεαρούς παραβάτες  υπό την εποπτεία της OGPU και επέτυχε στο λογοτεχνικό στερέωμα στα μέσα της δεκαετίας του ’30 υπό την προστασία του Μαξίμ Γκόρκυ, βάσισε το βιβλίο στις προσωπικές του εμπειρίες ως εκπαιδευτή. Στο Παιδαγωγικό ποίημα, η τυπική διαδικασία μεταστροφής περιλαμβάνει έναν νεαρό με παραβατική συμπεριφορά που έρχεται απρόθυμα στο στρατόπεδο και αρχικά αψηφά τους κανόνες, μα στη συνέχεια οδηγείται υπό συλλογική πίεση στην αποκήρυξη της παλιάς του ζωής και γίνεται κανονικό μέλος της κοινότητας. Υπάρχει ο χαρισματικός ηγέτης στην ιστορία του Makarenko, η λογοτεχνική αναπαράσταση του ιδίου, αλλά μένει στο παρασκήνιο. Είναι συλλογικά η κοινότητα που παλεύει με το μαύρο της πρόβατο και τελικά επιτυγχάνει τη μεταστροφή του.

Το μοτίβο της μεταστροφής, εμφανιζόταν συχνά στις εφημερίδες τη δεκαετία του 1930. Ένα παράδειγμα  είναι η ιστορία της επανένταξης ενός μακροχρόνιου εγκληματία, του Σεργκέι Ιβάνωφ, η μεταστροφή του οποία περιγράφηκε στην εφημερίδα Ιζβέστια ως αγωνιώδης προσωπικός αγώνας-«μια περιπλοκή και βασανιστική διαδικασία εσωτερικής αναδιαμόρφωσης και επιστροφής στη ζωή». Ο Ιβάνωφ ήταν ένας πορτοφολάς του οποίου η ζωή ήταν μια ατέρμονη εναλλαγή μεταξύ φυλακής και του φαύλου κύκλου του αλκοολισμού, των ναρκωτικών, της πορνείας και της βίας. Όντας στη φυλακή στα μέσα της δεκαετίας του ’20, η γυναίκα του δολοφονήθηκε από κάποιον συνέταιρο του στο έγκλημα και η κόρη του στάλθηκε στο ορφανοτροφείο. Κάποια χρόνια αργότερα, ο Ιβάνωφ κατέληξε σε ένα στρατόπεδο εργασίας της NKDV στα Ουράλια και η ηθική του αναγέννηση ξεκίνησε.

Όπως ο μηχανικός Magnitov «σπάζοντας για πάντα τους δεσμούς με το παρελθόν, ένα νέο άτομο, είχε γίνει πια άλλος άνθρωπος». Με την ενθάρρυνση της κοινότητας, έψαξε και τελικά βρήκε τη χαμένη του κόρη.
[…]
Η αναμόρφωση των εγκληματιών πήρε μια αξιοσημείωτη τροπή από την αρχή του 1937, χάρη στις πρωτοβουλίες του Lev Sheinin, μια ενδιαφέρουσα φιγούρα που συνδύαζε την ημερήσια εργασία του ως υψηλόβαθμος ερευνητής της κρατικής Εισαγγελίας, με το χόμπυ του, τη συγγραφή και τη δημοσιογραφία. Ο Sheinin δημοσίευσε ένα άρθρο στην Ιζβέστια με τίτλο «Παραδίδονται», στο οποίο υποστήριζε πως εγκληματίες κάθε τύπου, από πορτοφολάδες μέχρι δολοφόνοι, εμφανίζονταν όλο και πιο συχνά σε αστυνομικούς για να ομολογήσουν τα εγκλήματα τους και να παραδοθούν. Ανέφερε δυο γράμματα που είχε λάβει πρόσφατα η κρατική Εισαγγελία, με τα οποία δυο καθ’έξιν εγκληματίες μετανοούσαν για τα εγκλήματα τους. Ένα από τα γράμματα ήταν από έναν κλέφτη ονόματι Ivan Frolov, έναν καθέξιν παραβάτη, που είχε σιχαθεί το παρελθόν του και ζήτησε να σταλεί για εργασία οπουδήποτε στη χώρα, «ώστε να γίνει χρήσιμος στη σοβιετική κοινωνία»». Στο άρθρο του ο Sheinin τον καλούσε να εμφανιστεί στο γραφείο του Εισαγγελέα και να συζητήσει τη διευθέτηση της υπόθεσης του. Θα ερχόταν; «Ξέρω πως θα έρθει», συμπέρανε ο Sheinin, “Θα έρθει γιατί γύρω μας η ζωή βράζει, νέες ανθρώπινες σχέσεις εμφανίζονται με όλο και μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Και αυτό είναι δυνατότερο από το φόβο της πιθανής τιμωρίας, δυνατότερο από τις συνήθειες και τις επιβιώσεις του χρόνου. Δυνατότερο από οτιδήποτε.»

Την επόμενη μέρα, πάνω από μια ντουζίνα καθ’εξιν εγκληματιών […] εμφανίστηκαν στην Εισαγγελία ζητώντας το Sheinin. Ανακοίνωσαν πως ήθελαν να αφήσουν την παλιά ζωή και ζήτησαν βοήθεια ώστε να ξεκινήσουν καινούργιες. Αργότερα το βράδυ της ίδιας ημέρας, η συνάντηση επαναλήφθηκε στα γραφεία της Ιζβέστια, με παρόντα τον εισαγγελέα Βισίνσκυ. Υποσχέθηκε πως κανείς τους δε θα διωκόταν και πως θα τους δινόταν εργασία και κάθε απαραίτητο έγγραφο για μια νέα ζωή. […]
«Αυτοί οι άνθρωποι ειλικρινά επιθυμούν μια νέα ζωή» είπε ο Βισίνσκυ στην Ιζβέστια λίγες μέρες αργότερα, «κυριολεκτικά διψούν γι’αυτή». Περισσότερο εγκληματίες εμφανίστηκαν στην αστυνομία και τη εισαγγελία στο Λένινγκραντ και την περιφέρεια για να παραδοθούν και ζητήσουν δουλειά και έγγραφα. Στη Μόσχα συνέβαινε κάτι παρόμοιο.

Κάποιοι από τους κακοποιούς είχαν ιδιαίτερες απαιτήσεις για εργασία. Για παράδειγμα, ένας κατ’επάγγελμα απατεώνας εμφανίστηκε στην πόρτα του Sheinin απαγγέλοντας έναν μονόλογο από τον Οθέλλο, για να υποστηρίξει το αίτημα του να σταλεί σε δραματική σχολή. («Εστάλη στην επιτροπή τεχνών» ανέφερε ο Sheinin. “Τον εξέτασαν και βρήκαν πως πραγματικά είχε πολύ ταλέντο. Έγινε δεκτός στο κρατικό Ινστιτούτο Θεάτρου». Μετά από κάποιες εβδομάδες, το πρώτο κύμα των μετανοημένων κακοποιών αναχώρησε από τη Μόσχα προς διάφορες κατευθύνσεις για να ξεκινήσουν τις νέες τους ζωές. […]Η μετέπειτα τύχη των αναμορφωμένων κακοποιών είναι άγνωστη, ωστόσο μια αναφορά δείχνει πως τουλάχιστον ένας, ο «κόμης» Κόστια, σε κάθε περίπτωση ευημερούσε για πολλά χρόνια. Η πραγματικότητα πίσω από αυτές τις ιστορίες, καθώς και η τελική τους έκβαση ήταν σίγουρα πιο περίπλοκες από οτιδήποτε βρήκε το δρόμο του στον τύπο. Παρόλαυτα, είναι μάλλον αλήθεια πως στην πραγματική ζωή ένα εγκληματικό παρελθόν, ειδικά στο κομμάτι της ανήλικης παραβατικότητας, δεν αποτελούσε τελεσίδικο στίγμα στο μητρώο κάποιου. Το να ήσουν ένα από τα άστεγα παιδιά της δεκαετίας του 1920, να πέρασες από σοβιετικό ορφανοτροφείο και μετά να διδάχτηκες ένα επάγγελμα δεν ήταν εμπόδιο προς την επιτυχία. Κάθε άλλο, τέτοιες εμπειρίες εμφανίζονται αρκετά συχνά στις βιογραφίες ανερχόμενων ανδρών στα τέλη της δεκαετίας του ’30.
Σε ένα σημείο ωστόσο η ρητορική της αναμόρφωσης ήταν έντονα παραπλανητική. Υποστήριζε πως όλοι, ανεξάρτητα από το παρελθόν τους, μπορούσαν να συγχωρεθούν ,ακόμα κι όσοι σαν τον μηχανικό Magnitov είχαν διαπράξει πολιτικά αδικήματα. Αυτό όμως δεν ήταν αλήθεια […] Άνθρωποι στιγματισμένοι λόγω κοινωνικής προέλευσης ή πολιτικής πορείας ήταν πρακτικά πλην ελάχιστων εξαιρέσεων αδύνατον να μετάσχουν στην αναμόρφωση. Η «επανασφυρηλάτηση» αφορούσε όποιον είχε διαπράξει κανονικά εγκλήματα.