Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγρότες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγρότες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Πώς δεν γράφεται μια ιστορική μελέτη ΙΙ

Ο Werth μεταπηδά στο επόμενο ερμηνευτικό του σχήμα, ότι το καθεστώς επίτηδες επέβαλε το λιμό για να τιμωρήσει τους χωρικούς για την αντίσταση τους, εξετάζοντας τα καταναγκαστικά μέτρα που επέβαλε η κυβέρνηση το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του ’32 για να αναγκάσει τους αγροτικούς παραγωγούς να ανταποκριθούν στις ποσοστώσεις. Περιγράφει ένα «αληθινό κλίμα πολέμου» στην ύπαιθρο. Αναφέρει ένα ιταλικό διπλωματικό έγγραφα που περιγράφει την καμπάνια παράδοσης με όρους κυβερνητικής προσπάθειας να «κερδίσει» τον «εχθρό», και συμπληρώνει τη σκέψη του διπλωμάτη υποστηρίζοντας πως ο μόνος τρόπος να ηττηθεί ο εχθρός αυτός ήταν να τον λιμοκτονήσει. Ερμηνεύει το περίφημο γράμμα του Στάλιν στο Σολόχωφ το Μάη του ’33 για να πει πως ο ίδιος θεωρούσε την πείνα δικαιολογημένη τιμωρία για τα «σαμποτάζ» των χωρικών.

Στο τέλος του κεφαλαίου, ο συγγραφέας ερμηνεύει το λιμό ως το τελευταίο επεισόδιο αντιπαράθεσης στην αντιπαράθεση μεταξύ καθεστώτος και χωρικών, σε έναν κύκλο που ξεκίνησε από το 1918-22, συγκεκριμένα το ονομάζει «δεύτερη πράξη του πολέμου κατά των χωρικών» που άρχισε με την κολλεκτιβοποίηση του ’29. Τονίζει τις περιοχές της μεγαλύτερης αντίστασης στις σοβιετικές αγροτικές πολιτικές (τις εντολές του ’18-’22, την κολλεκτιβοποίηση του ’29-‘30)ήταν εκείνες που επλήγησαν περισσότερο από το λιμό του ’32-’33. Ειδικότερα υποστηρίζει πως 85% των σχεδόν 14000 ανταρσιών κατά της κολλεκτιβοποίησης σημειώθηκαν σε περιοχές «τιμωρημένες» από το λιμό του ’32-’33.
Αυτή η ερμηνεία αποδίδει το λιμό ρητά σε συνειδητή πρόθεση των σοβιετικών ηγετών να εκδικηθούν για την προηγούμεν και την τρέχουσα αντίδραση των χωρικών. Ωστόσο αποτυγχάνει να εξηγήσει τη χρονολογία της πείνας, και τις επιδράσεις της εκτός χωριών.

Πρώτον, αν οι Σοβιετικοί ηγέτες ήθελαν να τιμωρήσουν τους χωρικούς για την αντίσταση τους, γιατί περίμεναν ως το δεύτερο μισό του ’32; Οι μόνες εξελίξεις το ’31-’32, σύμφωνα με την αφήγηση του Werth, που θα μπορούσαν να δώσουν κίνητρο σε μια απόφαση να «τσακιστούν» οι χωρικοί, ήταν οι δυσκολίες στην εκπλήρωση των ποσοστώσεων του ’32. Ωστόσο, όπως σημειώθηκε πριν, και παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς τυ συγγραφέα, το καθεστώς έβαλε την ποσόστωση του ’32 χαμηλότερα εκείνης του ’31, και τη μείωσε περαιτέρω, ακόμα και στο αποκορύφωμα της κρίσης στις παραδόσεις. Ο συγγραφέας δεν εξηγεί γιατί το καθεστώς απαίτησε την παράδοση λιγότερα δημητριακά το ’32 από ότι το ’31, παρά την πιο βίαιη καμπάνια του προηγούμενου έτους, και γιατί η παράδοση μιας μικρότερης ποσότητας τροφών από τα χωριά σε σχέση με το προηγούμενο έτος οδήγησε σε μια πολύ χειρότερη πείνα. Αυτά τα στοιχεία δείχνουν πως η χώρα είχε γενικότερα προβλήματα παραγωγής τροφής, ένα σενάριο που ο Werth δεν εξετάζει.

Δεύτερον, αν οι σοβιετικοί ήθελαν να τιμωρήσουν τους χωρικούς, γιατί άφησαν εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες και τις οικογένειες τους να πεθάνουν από το λιμό, ακόμα και στη Μόσχα, και χιλιάδες στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού να στερηθούν τροφή; Ο Werth υποτιμά το μέγεθος του λιμού, τονίζει πως επηρέασε τις περιοχές που είχαν αντισταθεί στην κολλεκτιβοποίηση, τέτοιες όμως εξεγέρσεις υπήρχαν γενικά στην ΕΣΣΔ, από τη Λευκορωσία στη Σιβηρία.

Άλλες πηγές δείχνουν πως η πείνα επηρέασε τους ανθρώπους της πόλης, ακόμα και εργάτες σε δουλειές πρώτης προτεραιότητας που δικαιούνταν μεγαλύτερες μερίδες, κι επηρέασε επίσης τον Κόκκινο Στρατό. Αυτό εννοούσε ο Στάλιν στο γράμμα του στο Σολόχωφ: Κάποιοι χωρικοί, που αρνούνταν όπως υποστήριζε να δουλέψουν, ήταν «διατεθειμένοι να αφήσουν τους εργάτες και τον Κόκκινο Στρατό χωρίς ψωμί». Αυτό το στοιχείο δείχνει πως η πείνα έφτασε και στους καταναλωτές των τροφών από τα προϊόντα που συνέλεγε η κυβέρνηση, κάτι που πάλι δείχνει ένα γενικότερο πρόβλημα παραγωγής.

Το δεύτερο επιχείρημα του συγγραφέα περί συνειδητής επιβολής λιμού για τιμωρία των χωρικών, επίσης παρανοεί τις πηγές (μαζί και το γράμμα του Στάλιν) και παραλείπει άλλες παραμέτρους της κατάστασης που δεν υποστηρίζει το επιχείρημα του, κυρίως σε ό,τι αφορά τις ανάγκες του πληθυσμού εκτός χωριών. Οι πραγματικές τιμωρητικές ενέργειες της κυβέρνησης στην κρίση επίσης θέτουν έν αμφιβόλω την ερμηνεία αυτή. Στα τέλη του ’32 και τις αρχές του ’33, η κυβέρνηση εξόρισε πολλούς από τους χωρικούς της περιοχής του Kuban που ο Στάλιν και άλλοι αξιωματούχοι κατηγόρησαν ως σαμποτέρ, και έστειλε χωρικούς από επαρχίες με αγροτικό υπερπληθυσμό και φτωχά εδάφη στα εκκενωμένα χωριά. Σύμφωνα με τον τοπικό γραμματέα του κόμματος Β. Σεμπολντάγεφ, «Ανακοινώνουμε ρητά δημοσίως πως κακόβουλοι σαμποτέρ, συνεργάτες των κουλάκων και όσοι δεν θέλουν να οργώσουν θα εξοριστούν στο Βορρά…προτιμότερο να δώσουμε την πλούσια γη του Kuban σε κολχόζνικους άλλων περιοχών που έχουν φτωχό και άγονο έδαφος». Η ανακοίνωση του Σεμπολντάγιεφ δείχνει πως η ηγεσία διέκρινε μεταξύ τιμωρίας και πείνας: φαίνεται πως δεν θεωρούσαν το λιμό «όπλο» τους, αλλά ως κρίση που προκλήθηκε εν μέρει σε «σαμποτάζ» χωρικών ή αντίσταση, και που ήλπιζαν πως μερικώς θα ξεπερνούσαν με τέτοιες πραγματικά τιμωρητικές ενέργειες.

Στα όρια που θέτει αυτό το κεφάλαιο, κανείς πρέπει να αναφέριε μερικά μόνο από τα κύρια ζητήματα που πρέπει να θιγούν για να φτάσουμε σε μια πλήρη κατανόηση του λιμού του’32-’33.

Πρώτον, μια εκτίμηση των αιτιών του λιμού πρέπει να θίξει το θέμα της αγροτικής παραγωγής και της διαθεσιμότητας τροφίμων στην περιοχή ή χώρα που βρίσκεται υπό συζήτηση. Ακόμα και η Amartya Sen, που υποστηρίζει πως πολλοί πρόσφατοι λιμοί έλαβαν χώρα χωρίς να υπάρχει προηγούμενη έλλειψη τροφίμων, εξετάζει δεδομένα της παραγωγής τους σε καθεμία περίπτωση. Αν πραγματική έλλειψη ήταν αυτή που κυριαρχούσε σε κάποιο συγκεκριμένο λιμό, τότε στην πραγματικότητα είναι δύσκολο να αποκληθεί «εσκεμμένη». Μια σοβαρή έλλειψη μπορούσε να καταστήσει ένα λιμό αναπόφευκτο. Κάποιες εκδόσεις που εμφανίστηκαν πριν τη μαύρη βίβλο, μαζί και η δική μου μελέτη που βασίζεται σε μυστικά ως τώρα αρχειακά δεδομένα, παρουσίασαν αποδείξεις πως η σοδειά του ’32 ήταν πολύ μικρότερη από αυτή που έγινε δημοσίως γνωστή και πως ήταν βασική αιτία της πείνας. Ο Werth δεν αναφέρεται σε αυτές τις πηγές, ούτε δείχνει να γνωρίζει τη σχετική βιβλιογραφία. Μια μικρή σοδειά σήμαινε πως η κρίση των σοβιετικών χωρικών θύμιζε λιγότερο εκείνη των κατοίκων του κατεχόμενου από τους ναζί γκέτο της Βαρσοβίας, για να χρησιμοποιήσω τη σύγκριση του Κουρτουά, από εκείνη των χωρικών της δυτικής Νιγηρίας που υποχρεούνταν να πληρώσουν φόρους (αναλόγους με τις ποσοστώσεις στην ΕΣΣΔ, διότι υποχρέωναν τους χωρικούς να πουλήσουν τροφή που παρήγαγαν για να πάρουν χρήματα), παρά τα σοβαρά προβλήματα στη σοδειά, κάτι που οδήγησε σε λιμό την ίδια περίοδο με το σοβιετικό, το ’31-’32.

Δεύτερον, μια σοβαρή συζήτηση του λιμού πρέπει να λάβει υπόψη της ομάδες που εμπλέκονταν στο σύστημα εφοδιασμού τροφίμων. Ο Κουρτουά και ο Werth ερμηνεύουν το λιμό, καθώς και άλλες σχέσεις χωρικών και κράτους, απομονωμένα, λες και δεν εμπλέκονταν κανένα άλλο τμήμα του πληθυσμού. Ο Werth, πχ. Υποστηρίζει πως ενώ το κράτος ήταν απασχολημένο μόνο με τις ποσοστώσεις, ενώ οι χωρικοί ενδιαφέρονταν για την επιβίωση τους. Αυτή η αντίληψη είναι ανεπαρκής και παραπλανητική. Και το καθεστώς το ίδιο ενδιαφερόταν για την επιβίωση του: οι ποσοστώσεις ήταν η βάση της επιβίωσης των ανθρώπων της πόλης και άλλων ομάδων. Το σύστημα διανομής με μερίδες έδειχνε αυτή τη σχέση: ήταν σχεδιασμένο να διαχειρίζεται κρίσεις έλλειψης τροφίμων στη διάρκεια της κρίσης σιτηρών του ’28-’29, που επεκτάθηκε σε 40 εκ. ανθρώπους στη διάρκεια του ’32-’33, και σταμάτησε όταν οι σοδειές του ’33 και του ’34 κατέστησαν το σύστημα αυτό αχρείαστο. Περιγράφοντας το σύστημα διανομής με δελτίο ως μέσο ελέγχου και τιμωρίας, ο Κορτουά αποδίδει πολύ μεγαλύτερη συνειδητότητα στους σοβιετικούς ηγέτες από εκείνη που πραγματικά διέθεταν, ακριβώς επειδή αποτυγχάνει να δει όλη την εικόνα του συστήματος εφοδιασμού τροφίμων.

Κριτικάροντας τη Μαύρη Βίβλο, δεν θέλω καθόλου να μειώσω την τραγωδία του λιμού ή την ευθύνη της σοβιετικής κυβέρνησης για τους θανάτους αθώων ανθρώπων. Το καθεστώς έκανε εξαγωγές τροφίμων στην περίοδο της κρίσης, ενώ περιέκοψε δραστικά τις εξαγωγές και τις σταμάτησε νωρίς, δεν έκανε αρκετά. Το σοβιετικό καθεστώς είχε να αντιμετωπίσει μια στρατιωτική απειλή στην ¨Απω Ανατολή μετά την ιαπωνική κατάκτηση της Μαντζουρίας, αλλά επί της ουσίας, θα μπορούσε να κάνει περισσότερα για να ανακουφίσει το λιμό χωρίς να διακινδυνεύσει την εθνική ασφάλεια.

Παρόλαυτα, η ευθύνη δεν είναι το ίδιο πράγμα με την πρόθεση. Ο λιμός του ’32-’33 ήταν μια εξαιρετικά περίπλοκη κατάσταση, με συνδυασμό περιβαλλοντικών και ανθρώπινων αιτιών, με συνέπειες που ξεπερνούσαν κατά πολύ την «ζώνη λιμού» στην οποία εστίασαν ο Κουρτουά και ο Werth τη συζήτηση. Οι ενέργειες της σοβιετικής κυβέρνησης, όσο σκληρές κι αν ήταν, φαίνεται πως ήταν ξεκάθαρα προσανατολισμένες στην κατεύθυνση της διαχείρισης μιας μη σχεδιασμένης οικονομικής κρίσης κι ενός λιμού, παρά στην κατεύθυνση της δημιουργίας επί τούτου μιας κρίσης για να τιμωρηθεί μια συγκεκριμένη ομάδα. Γι’αυτούς και άλλους λόγους, πολλοί μελετητές έχουν υποστηρίξει πως ο λιμός δεν μπορεί να τοποθετείται στην ίδια κατηγορία των «εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας», όπως το Ολοκαύτωμα. Αυτή η σοβιετική κρίση έμοιαζε πολύ περισσότερο με κρίσεις που αντιμετώπισαν αναπτυσσόμενα κράτη μετά τον Β’ΠΠ, που προσπάθησαν να προσαρμοστούν στις ανελαστικές απαιτήσεις των ξένων χωρών και διεθνών εταιρειών και να αναπτύξουν βιομηχανικούς τομείς, εξαναγκάζοντας σε θυσίες τους πολίτες τους.

Πώς δεν γράφεται μια ιστορική μελέτη

Σε συνέχεια της ενασχόλησης μας με το λιμό της Ουκρανίας, αναδημοσιεύουμε σε δύο μέρη το κείμενο του Mark Tauger από τον ιστότοπο http://www.phorum.gr/viewtopic.php?f=51&t=255849&p=5090060&hilit=%CE%BB%CE%B9%CE%BC%CF%8C%CF%82#p5090060, για το πώς η ιδεολογική εμπάθεια οδηγεί σε συνειδητές παραβιάσεις της επιστημονικής μεθοδολογίας:


Η μαύρη Βίβλος του κομμουνισμού και ο σοβιετικός λιμός του '32-'33
Mark.B. Tauger
Τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Δυτικής Βιρτζίνια

H Μαύρη Βίβλος του κομμουνισμού εκτιμά το λιμό του ’32-’33 ως ένα από τα σημαντικότερα εγκλήματα του κομμουνισμού. Ο Στεφάν Κουρτουά αναφέρει το λιμό στην αμφιλεγόμενη ρήση του, πως ο θάνατος από πείνα ενός παιδιού κουλάκου στην Ουκρανία αξίζει όσο εκείνος ενός εβραιόπουλου στο γκέττο της Βαρσοβίας. Ισχυρίζεται πως το κομμουνιστικό καθεστώς χρησιμοποίησε το «όπλο της πείνας» μέσω του συστήματος του δελτίου ώστε να διανέμει φαγητό με πολιτικά κριτήρια. Τόσο εκείνος, όσο και ο Nicolas Werth συγγραφέας του σχετικού άρθρου στο βιβλίο, το ερμηνεύουν ως αποτέλεσμα σκόπιμης τακτικής του σοβιετικού καθεστώτος.

Αυτή η ερμηνεία ωστόσο της Μαύρης βίβλου, περιέχει λάθη, παραλείψεις και παρανοήσεις που αρκούν για να αποδυναμώσουν, αν όχι να καταρρίψουν τα επιχειρήματα του. Το παρόν κεφάλαιο αναλύει και ασκεί κριτική στις ερμηνείες της Μαύρης Βίβλου για το λιμό και προτείνει παραμέτρους για μια ακριβέστερη και πληρέστερη προσέγγιση.

Καταρχάς, πρέπει να τονίσουμε πως οι συγγραφείς του έργου δεν συμφωνούν στο βασικό ορισμό του λιμού. Ο Κουρτουά, στην εισαγωγή, αναφέρεται σε αυτόν ως «Ουκρανικό λιμό» και υποστηρίζει πως έξι εκατομμύρια Ουκρανών πέθαναν εξαιτίας του. Ο Werth, στο σχετικό κεφάλαιο, σημειώνει πως ο λιμός επηρέασε και πολλές περιοχές εκτός Ουκρανίας, περιλαμβάνοντας τη Μόσχα και το Ιβάνοβο, και πως η θνησιμότητα από το λιμό περιλάμβανε και άλλες εθνικότητες πλην Ουκρανών. Οι περισσότεροι σοβαροί ερευνητές σήμερα δεν αποδέχονται την άποψη πως ήταν αποκλειστικά «ουκρανικός» ο λιμός.

Το κεφάλαιο του Werth για το λιμό ξεκινά αποδίδοντας το σε εκμετάλλευση των χωρικών, αλλά καταλήγει στην ερμηνεία του ως ξεκάθαρη τιμωρία τους για την προηγούμενη αντίσταση τους στις προωθούμενες σοβιετικές αγροτικές πολιτικές. Δεν αναγνωρίζει όμως τις δυο ερμηνείες ως διακριτές η μία από την άλλη, πολλώ δε μάλλον να προσπαθήσει να τις συμφιλιώσει μεταξύ τους. 

Ο Werth ξεκινά το επιχείρημα του με τον ισχυρισμό πως η πείνα του 1932-33 διέφερε από τις προηγούμενες στη Ρωσία, καθώς ήταν αποτέλεσμα της «στρατιωτικής-φεουδαρχικής εκμετάλλευσης των χωρικών» που επιβλήθηκε από την κολλεκτιβοποίηση, αναφερόμενος στο γνωστό απόφευγμα του σοβιετικού ηγέτη Νικολάι Μπουχάριν. Ο Werth εδώ παρερμηνεύει το επιχείρημα του Μπουχάριν: Ο τελευταίος εννοούσε πως ο σταλινισμός αντιπροσώπευε μια επιστροφή σε τσαρικές πολιτικές ενάντια στους χωρικούς. Υπό αυτό το γενικό πρίσμα, φαίνεται πολύ πιθανό πως ο Μπουχάριν έβλεπε το λιμό αυτό παρόμοιο με εκείνους της τσαρικής εποχής.

Λέγοντας «φεουδαρχική-στρατιωτική εκμετάλλευση» , ο Werth εννοούσε πως το καθεστώς έβαζε τις ποσοστώσεις παράδοσης δημητριακών από τους χωρικούς πολύ ψηλά, και αρνούνταν να τις τροποποιήσει. Σε αυτό το επιχείρημα ο Werth υπαινίσσεται μια έμμεση σκοπιμότητα, ότι δηλαδή το καθεστώς δεν επιθυμούσε ρητά το λιμό, αλλά έβαλε υψηλές ποσοστώσεις που κατέληξαν σε λιμό. Ο Werth δεν προτείνει κανένα λόγο για τον οποίο το καθεστώς επέβαλε αυτές τις ποσοστώσεις τόσο αυστηρά. Ο όρος «στρατιωτικο-φεουδαρχική εκμετάλλευση» υπαινίσσεται οικονομικούς λόγους, ή λόγους ασφαλείας, αλλά ο συγγραφέας δεν επεκτείνεται καθόλου σε αυτό τον υπαινιγμό.

Ο Werth επίσης δεν υποστηρίζει τον ισχυρισμό του σε σχέση με τις υπερβολικές ποσοστώσεις με την παράθεση κάποιας πληροφορίας σχετικά με το ποια ήταν η παραγωγή τροφής εκείνη την περίοδο, αλλά παραθέτει μόνο ανακριβείς παραπομπές στο ύψος των ποσοστώσεων επί των εσοδειών. Για παράδειγμα, υποστηρίζει πως τα ποσοστά παράδοσης για το 1932 ήταν 32% ψηλότερα από το ’31. Η πηγή του ωστόσο αναφέρει (σε μία πρόταση), πως ο κομισσάριος εφοδιασμού Α.Ι Μικογιάν είχε θέσει ένα υψηλό ποσοστό παράδοσης δημητριακών, (29 εκ. τόνους) στις αρχές του ’32, αλλά μετά το μείωσε την άνοιξη του ίδιου έτους σε 18 εκ. τόνους. Ο Werth απλώς παραλείπει την πληροφορία που αντιβαίνει στο επιχείρημα του. 
Τα ντοκουμέντα δείχνουν πως ενώ οι αξιωματούχοι πράγματι σκέφτονταν να βάλουν υψηλή ποσόστωση για τις αρχές του ’32, η πρώτη επισήμως εκδοθείσα ποσόστωση παράδοσης, που εκδόθηκε σε διάταγμα της 6ης Μαίου, που επίσης νομιμοποιούσε και την ιδιωτική εμπορεία σιτηρών, ήταν σχεδόν 20% χαμηλότερη του ’31. Στη διάρκεια της καμπάνιας παράδοσης που ακολούθησε, το καθεστώς μείωσε σημαντικά τις ποσοστώσεις σε περιοχές που είχαν τις μεγαλύτερες δυσκολίες να αντεπεξέλθουν, περιλαμβανομένων του Νότιου Καυκάσου και της Ουκρανίας. Ο Werth δεν αναφέρει τις κινήσεις αυτές, παρότι κάποιες από τις πηγές του το κάνουν. Ειδικότερα, ο Werth ισχυρίζεται πως ο Μολότωφ αρνήθηκε τις εκκλήσεις τοπικών αξιωματούχων για τη μείωση των ποσοστώσεων: σύμφωνα με τα αρχεία, αλλά και τις πηγές στις οποίες παραπέμπει ο συγγραφέας, ο Μολότωφ στην πραγματικότητα ενέκρινε τις μειώσεις.

Οι πηγές του Werth επομένως, στην πραγματικότητα δεν υποστηρίζουν το επιχείρημα του πως ο λιμός οφειλόταν σε «στρατιωτικό-φεουδαρχική εκμετάλλευση» μέσω αυστηρών ποσοστώσεων παράδοσης σε δημητριακά. Μια πιο πλήρης επισκόπηση των αποδείξεων επίσης αμφισβητεί το λανθάνον επιχείρημα του συγγραφέα πως το καθεστώς σχεδίασε σκόπιμα τις ποσοστώσεις ώστε να προκαλέσει πείνα: μειώνοντας τις ποσοστώσεις, οι σοβιετικοί ηγέτες προσπάθησαν στα σοβαρά να συμβιβάσουν τις ανάγκες της υπαίθρου και τις υπόλοιπες (των πόλεων, του στρατού κ.α), μια παράμετρος την οποία ο συγγραφέας δεν αναφέρει. Ο Werth επίσης δεν εξετάζει το μέγεθος του λιμού του ’32, μια προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για κάθε εκτίμηση του χαρακτήρα της επιδημίας. 

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

ΙV. Κολλεκτιβοποίηση και χωρικοί

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΚΟΛΛΕΚΤΙΒΟΠΟΙΗΣΗ
[…]
Με δεδομένα τα επιτεύγματα της σοβιετικής αγροτικής οικονομίας και των κολχόζνικων, ειδικά στο ξεπέρασμα κακών σοδειών και λιμών, η αντίσταση δεν εξαντλεί τις αντιδράσεις των χωρικών στην κολλεκτιβοποίηση[…]. Η αποκλειστική εστίαση στην αντίσταση, και δη στις πιο ακραίες μορφές της, υπό το πρίσμα των καλών σοδειών αμέσως μετά από λιμούς και κακές σοδειές, παρερμηνεύει τα κίνητρα των ενεργειών της πλειονότητας των χωρικών, και παραλείπει τα επιτεύγματα της, δίνοντας έτσι μια ανακριβή εικόνα της σοβιετικής υπαίθρου.[…]

Μπορούμε να ξεκινήσουμε με την παραδοχή πως η κολλεκτιβοποίηση ήταν ένα πρόγραμμα που στόχευε στην επίτευξη ενός σαφέστατα αναγκαίου στόχου, την αύξηση της τροφής σε μια χώρα πληττόμενη από λιμούς, και πως εφαρμόστηκε μετά το προφανώς πετυχημένο πείραμα των σοβχόζ. Από την άλλη βέβαια, η κυβέρνησε την εφάρμοσε αναγκαστικά, βίαια και χωρίς επαρκή προσοχή στις πιθανές διαλυτικές της συνέπειες. Δηλαδή ήταν μια αμφίσημη πολιτική, με καλές και άσχημες πλευρές. Εξίσου αμφίσημες ήταν οι αντιδράσεις των χωρικών, περιλαμβάνοντας φυσικά σημαντική αντίσταση, αλλά και πολλές άλλες στάσεις, όπως σημαντική προσαρμογή και υποστήριξη. Στο αποκορύφωμα της κρίσης, οι χωρικοί επανειλημμένα απέδειξαν την ικανότητα τους να παραμερίσουν τις ενστάσεις τους και να υπερκεράσουν αντιξοότητες ακόμα και με μεγάλο κόστος, και να παράγουν σοδειές που τερμάτισαν τους λιμούς.

Με άλλα λόγια αυτό που προτείνω εγώ ως μέθοδο κατανόησης των αποκρίσεων των χωρικών δεν είναι εκείνη της ηρωϊκής μα μάταιης αντίστασης ενάντια σε ένα εντελώς λάθος σύστημα, οι ευγενείς χωρικοί που πολεμούσαν με τα όπλα των αδυνάτων, κάτι που αφορά μόνο ένα κλάσμα χωρικών, αλλά εκείνη του πικρού και αμφίσημου ηρωισμού, της απελπισμένης αλλά συχνά πετυχημένης προσπάθειας από κάποιους χωρικούς, παρά τις φυσικές καταστροφές, την ανεπάρκεια και τη σκληρότητα του καθεστώτος, και την περιφρόνηση και την εχθρότητα κάποιων γειτόνων τους. Πιστεύω πως αυτή η θεώρηση ανταποκρίνεται πολύ καλύτερα στα πραγματικά αποτελέσματα που τα περισσότερα χρόνια εξέθρεψε τον αυξανόμενο πληθυσμό της ΕΣΣΔ.


[…]Η θεωρία περί αντίστασης είναι ένα παράδειγμα θεωρητικά ή ακόμα και πολιτικά καθοδηγούμενης ιστοριογραφίας, στην οποίο ερευνητές επέλεξαν πηγές που να ταιριάζουν στις ήδη προϋπάρχουσες θεωρητικές τους αντιλήψεις ή απλά για να εκφράσουν την εχθρότητα τους στο σοβιετικό καθεστώς, χωρίς να δουν πόσο ρεαλιστικές ή αντιπροσωπευτικές ήταν αυτές οι αποδείξεις. […]Αρκεί να σκεφτεί κανείς την ποικιλία απόψεων που εξέφρασαν πρώην χωρικοί που έγιναν πρόσωπα περιωπής στην Ρωσία του πρώιμου 20ου αιώνα και στην ΕΣΣΔ: από κομμουνιστές όπως ο Στάλιν, ο Χρουστσώφ και ο Μπρέζνιεφ, όλοι γιοι αγροτών, μέχρι μετριοπαθείς οικονομολόγοι όπως ο Κοντράγιεφ και και ο Τσαγιάνοφ, μέχρι φανατικοί αντίπαλοι του καθεστώτος όπως ο Κορνίλωφ και ο αντάρτης χωρικός Αντώνωφ. Με βάση ένα τέτοιο φάσμα διαφορετικών αντιλήψεων από τέως χωρικούς, πρέπει να αναμένουμε και να ερευνούμε ποικιλία απόψεων στις έρευνες, αντί να υποθέτουμε πως όλοι οι χωρικοί αντιστέκονταν και να τους αποδίδουμε απόψεις της μειοψηφίας. 

III. Κολλεκτιβοποίηση και αγρότες

ΙΙΙ. ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΚΑΙ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

Το δεύτερο κύριο στοιχείο της θεωρίας περί αντίστασης είναι η παθητική αντίσταση μέσα στο συλλογικό σύστημα αγροτικής παραγωγής […] Πολλοί ερευνητές[…] αναφέρουν πολλά ανεκδοτολογικά στοιχεία των απειλών των χωρικών πως θα αντισταθούν, πχ. πως δε έσπερναν ή όργωναν, κλοπές, αρνήσεις εργασίας παρά τις επίσημες διαταγές.

Τέτοιες ανεκδοτολογικές αναφορές είναι προβληματικές, όπως είπαμε, διότι δεν ξέρουμε την αντιπροσωπευτικότητα τους. Ένας τρόπος επαλήθευσης τους είναι να συγκρίνουμε τα πραγματικά στοιχεία με αυτά που θα περιμέναμε να συμβούν αν η αντίσταση ήταν όντως μέρος της καθημερινότητα, πχ. στην αγροτική παραγωγή.[…]οι ερευνητές υποστηρίζουν πως η αντίσταση είχε καταστροφικές συνέπειες στην παραγωγή. Κι όμως οι σοδειές της δεκαετίας του ’30, δείχνουν μια άλλη εικόνα, κάτι που κανείς από τους θεωρητικούς της αντίστασης δεν αναλύει.

Τα στατιστικά στον πίνακα δύο (ΣτΜ 1930-67 εκ. τόνοι, 1931-54, 1932-48, 1933-68, 1934-67, 1935-75, 1936-56,1937-97, 1938-73) βασίζονται στις ετήσιες αναφορές 77000 κολχόζ το 1932 (40%), πάνω από 154000 το ’33 (60%) και πάνω από 235000 (98%) το 1937. Τα στοιχεία του ’30 και ’31 έχουν αντληθεί από άλλες αρχειακές και δημοσιευμένες πηγές. […]

Τα στοιχεία του πίνακα δείχνουν πως οι σοδειές σιτηρών στη δεκαετία του τριάντα είχαν έντονες διακυμάνσεις από έτος σε έτος. Βασισμένος κανείς στην ερμηνεία αντίστασης κανείς θα μπορούσε να πει πως μικρές σοδειές αντανακλούσαν αντίσταση των χωρικών, αλλά πώς εξηγούνται οι μεγάλες σοδειές του ’35 και ’37; Σίγουρα οι απόψεις των αγροτών επηρέαζαν τη δουλειά τους, όταν τον Απρίλιο του ’36 επετράπη στους κοζάκους να υπηρετήσουν στον κόκκινο στρατό, κάποιοι κοζάκοι κολχόζνικοι  καλλιέργησαν πολύ περισσότερο τη γη απ’ ό,τι έκαναν ως τότε.

Παρόλαυτα, και παρά τις ανεκδοτολογικές πηγές των θεωρητικών της αντίστασης, σαφή και πολυπληθή στοιχεία δείχνουν πως οι διακυμάνσεις στη σοδειά οφείλονταν σε περιβαλλοντικούς παράγοντες. Σημαντικές ξηρασίες περιόρισαν δραστικά τη σοδειά το ’31 και το ’36 (παρά τις προσπάθειες των Κοζάκων) ενώ σε λιγότερο βαθμό επηρέασαν και τις σοδειές του ’34 και ’38, ενώ ένας συνδυασμός φυσικών καταστροφών κατέστησαν τη σοδειά του ’32 τη χαμηλότερη της δεκαετίας και κύριο λόγο της πείνας του ’32-’33.

Παρότι υπήρξε αντίσταση των χωρικών στη δεκαετία αυτή, είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποτιμηθεί η επίδραση της στην παραγωγή. Το 1931 για παράδειγμα, οι χωρικοί όργωσαν μια έκταση, τμήμα της οποία πολύ αργά, αλλά υπό άλλες συνθήκες η σοδειά θα ήταν πολύ μεγαλύτερη. Με την ίδια λογική, η καλή σοδειά του ’33 και του ’37 ήταν κατά κύριο λόγο αποτέλεσμα ευνοϊκών καιρικών συνθηκών. […]Ένας ρώσος ερευνητής έχει αποδείξει σε πρόσφατη μελέτη των κολχόζ στα Ουράλια δείχνουν πως ο σημαντικότερος παράγοντας παραγωγικότητας των κολχόζ ήταν το κλίμα.

Για να δούμε πως αυτά τα στοιχεία της σοδειάς αντικρούουν τα περί αντίστασης, αρκεί να δούμε το επιχείρημα της Fitzpatrick που λέει πως στις αρχές του ’30 οι αγρότες εξέφρασαν οργή για την κολλεκτιβοποίηση μέσω «μιας γενικής άρνησης να δουλέψουν στα κολχόζ». Η συγγραφέας αναφέρει ένα δημοσίευμα τύπο σύμφωνα με το οποίο χωρικοί […] στην Ουκρανία την άνοιξη του ’33 αρνήθηκαν να σπείρουν ακόμα κι όταν τους δόθηκε έκτακτη βοήθεια σε σπόρους, λέγοντας πως « η κυβέρνηση θα τους πάρει τα σιτηρά τους». Κι όμως αρχειακές και άλλες δημοσιευμένες πηγές δείχνουν πως τα πιο πολλά κολχόζ το ’33 παρήγαν περισσότερο από την προηγούμενη χρονιά, παρά το λιμό, ή μάλλον όπως θα δούμε, λόγω του λιμού. Ιδιαίτερα δε το κολχόζ της περιοχής που αναφέρεται στον τύπο καλλιέργησε 884 εκτάρια το 1932 και 997 το 1933, δηλαδή 10% πάνω. Έτσι, η αναφορά του τύπου δεν είναι ενδεικτική της άποψης της πλειονότητας των χωρικών, και είναι εξαιρετικά παραπλανητική για να βγάλει κανείς συμπεράσματα για τη στάση τους σε όλη τη δεκαετία. Για τους ίδιους λόγους, όλες αυτές οι ανεκδοτολογικές πηγές της μυστικής αστυνομίας για χωρικούς που αρνούνταν να δουλέψουν, είναι στην καλύτερη των περιπτώσεων προβληματικές και κάποτε χωρίς νόημα αν τις δει κανείς ως ενδείξεις μιας γενικής στάσης της υπαίθρου, και καμία γενίκευση περί συνολικής άρνησης εργασίας στα κολχόζ δεν μπορεί να έχει εγκυρότητα με βάση αυτά τα στοιχεία.

Σε τέτοιες ακραίες εκδοχές, θα περίμενε κανείς πως τα κολχόζ δε δούλευαν καθόλου[…]από αυτές τις μελέτες φαίνεται πως σχεδόν όλοι οι χωρικοί το μόνο που έκαναν ήταν να αντιστέκονται. Ακόμα και εκείνοι που δέχονται την προσαρμογή των χωρικών στο νέο σύστημα, το ερμηνεύουν ως κίνηση τακτικής για να βρουν νέες μορφές αντίστασης. Ωστόσο τα στοιχεία για τις σοδειές τη δεκαετία του ’30, δείχνουν πως αυτή η ερμηνεία δεν είναι συμβατή με τα παραγωγικά αποτελέσματα του συστήματος. Πολλοί, αν όχι όλοι οι χωρικοί προσαρμόστηκαν στο νέο σύστημα, και δούλεψαν σκληρά στις επίμαχες περιόδους κάθε χρόνο. Όταν οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές, οι σοδειές ήταν από επαρκείς έως πλούσιες, όταν όχι, τα αποτελέσματα ήταν φτωχές σοδειές και πείνα όταν ήταν πολύ χαμηλές. Ακόμα πιο αξιοσημείωτο, οι σοδειές ήταν μεγαλύτερες μετά από καταστροφές και χαμηλές σοδειές (1933, 1935, 1937), κάτι που δείχνει πως πολλοί χωρικοί δούλευαν υπό σκληρές συνθήκες, ακόμα και πεινασμένοι, για να παράγουν περισσότερο και να ξεπεράσουν τις κρίσεις. Οι αντιδράσεις των χωρικών στα κολχόζ δεν μπορεί να περιορίζονται στην αντίσταση, χωρίς να παραλείπονται ή και να διαστρεβλώνονται τα πραγματικά γεγονότα. […]

[…]’όταν κανείς διαβάζει πως οι χωρικοί αρνούνταν να εργαστούν σε «συγκεκριμένα κολχόζ» ή «σε μια σειρά κολχόζ», μερικές φορές μπορεί να σκεφτεί πως αυτές οι φράσεις είναι ευφημισμοί ή κώδικας για να υπαινιχθούν «όλοι», «παντού» και «πάντα». Στην πραγματικότητα η OGPU έγραφε «παντού» και «πάντα» μόνο όταν το εννοούσε. Αυτή η εστίαση μπορεί να οδηγήσει τον ερευνητή σε πληθωρισμό της έννοιας της αντίστασης, περιλαμβάνοντας σε αυτή στάσεις και συμπεριφορές που ήταν κατανοητές και προσωρινές αποκρίσεις στη φυσική καταστροφή, διαχειριστικά λάθη ή άλλα προβλήματα, κι όχι επιθέσεις στο ίδιο το σύστημα.

[…]Αντί να παραθέτουμε απλώς ανεκδοτολογικές πηγές περί αντίστασης, πρέπει να δούμε γιατί αυτοί οι χωρικοί αντιστάθηκαν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και τι σήμαινε η συμπεριφορά τους. Μπορούμε να βρούμε κι ενδείξεις σκληρής δουλειάς από χωρικούς, πάλι ανεκδοτολογικού τύπου συχνά, όπως όμως και οι ενδείξεις περί αντίστασης. Τέλος, μπορούμε να δούμε μια μοναδική πηγή που δίνει μια ολιστική οπτική για τη στάση των χωρικών σε μια συγκεκριμένη, αλλά αντιπροσωπευτική περίπτωση.

Πρέπει πρώτα να δούμε την έννοια της αντίστασης. Συχνά οι ερευνητές παραθέτουν αναφορές της μυστικής αστυνομίας για χωρικούς που δεν πήγαιναν στη δουλειά, ή για λίγους μόνο κολχόζνικούς που δούλευαν. Αυτές οι αναφορές πρέπει να ιδωθούν στο πλαίσιο της εποχής, ότι δηλαδή στη δεκαετία του ’30 και για χρόνια αργότερ, τα κολχόζ συνήθως είχαν υπερπληθυσμό εργατικού δυναμικού. […]Η χαμηλή χρήση εργατικού δυναμικού σε σχέση με το σύνολο του διαθέσιμου τη δεκαετία αυτή, δε φαίνεται να μείωνε την εργασία που γινόταν, για παράδειγμα, μια σχεδόν πλήρης έρευνα στα μέσα της δεκαετίας στο Μέσο Βόλγα, βρήκε πως οι καλλιέργειες στα κολχόζ είχαν αυξηθεί έξι φορές και πλέον σε σχέση με το ’29, και περιλάμβανε ένα τρίτο της καλλιεργημένης γης της περιοχής, παρότι τα κολχόζ αφορούσαν μόνο το 22% των νοικοκυριών της περιοχής. Τα αγροκτήματα μπορούσαν να αυξήσουν τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις, παρά τα χαμηλά ποσοστά εργασίας, ακριβώς επειδή η κολλεκτιβοποίηση εκμηδένιζε τις παραδοσιακές αλληλοπεπικαλύψεις  χωραφιών, το τυπικό μοτίβο ιδιοκτησίας στα σοβιετικά χωριά. Αυτό το μοτίβο ιδιοκτησίας περιόριζε πολύ την παραγωγικότητα, ειδικά μετά τη δημογραφική αύξηση της δεκαετίας του ’20, οι κλήροι κατακερματίστηκαν περαιτέρω. Μόλις αυτό το ουσιαστικά μεσαιωνικό σύστημα παραμερίστηκε, πολύ λιγότεροι χωρικοί μπορούσαν να καλλιεργήσουν όλη τη γη του χωριού. Για χρόνια τα αγροκτήματα είχαν πιο πολλούς εργάτες από όσους μπορούσαν να απασχολήσουν, παρά την αποκουλακοποίηση, και την μετατροπή αγροτών σε βιομηχανικούς εργάτες. Έτσι, τα χαμηλά ποσοστά εργασίας, δεν είναι κατ’ανάγκη σημάδι αντίστασης, αλλά μάλλον αποτέλεσμα των απαιτήσεων που έθετε η ίδια η λειτουργία των κολχόζ.

Κάποιοι κολχόζνικοι δεν εμφανιζόταν λόγω του τρόπου διανομής των αμοιβών στα κολχόζ. Όπως φαίνεται, τα πιο πολλά κολχόζ του 1930 και το ’31 έδιναν ίσες αμοιβές, παρότι υπήρχαν ντιρεκτίβες να δίνονται με βάση τη δουλειά του καθενός. Πολλοί κολχόζνικοι ήταν υπέρ των ίσων αμοιβών, αλλά όχι όλοι: σε ένα κολχόζ στα Ουράλια, κάποιοι χωρικοί αρνήθηκαν την εξίσωση, λέγοντας «όλοι δουλεύουμε το ίδιο, γιατί καθένας μας φοβάται να βγάλει περισσότερα,  ώστε να μην υπερκεράσει το διπλανό του». Όταν κάποια κολχόζ άρχισαν να δουλεύουν με σχέδια διανομής δουλειών και αμοιβών στην ίδια βάση, κάποιοι χωρικοί σταμάτησαν να εμφανίζονται. Τότε τα κολχόζ ανακοίνωσαν πως η αμοιβή θα δινόταν βάση απόδοσης, και τότε όλοι εμφανίστηκαν, ακόμα και (σε ένα κολχόζ) άτομα που είχαν εμφανίσει χαρτιά γιατρού πως ήταν ανίκανοι προς εργασία. Ομολογουμένως είναι ανεκδοτολογικές πηγές, αλλά υποδεικνύουν μια άλλη ερμηνεία των ανεκδοτολογικών πηγών που χρησιμοποιούνται για να καταδείξουν αντίσταση.

Σε κάποιες περιπτώσεις οι χωρικοί έστελναν τα έφηβα παιδιά τους να δουλέψουν στα κολχόζ.[…]Οι ενήλικες σε κάποια κολχόζ αρνούνταν να δουλέψουν λόγω έλλειψης τροφίμων, και τότε στη θέση τους έμπαιναν έφηβοι[…] Αυτοί ήθελαν να δουλέψουν και δούλευαν για παρατεταμένες περιόδους μέχρι που τους σταματούσαν: «Δεν υπάρχει τίποτε για μας να κάνουμε σπίτι», έλεγαν, «δε θέλουμε να νταντεύουμε τα αδέρφια μας και να κουβαλάμε νερά, είναι καλύτερο να δουλεύουμε περισσότερο εδώ παρά να κυνηγάμε το σκύλο». Σε άλλες περιπτώσεις πάλι, αρνήσεις εργασίας, ανάγκαζαν κολχόζ, ακόμα και με σημαντικό πλεόνασμα δυναμικού, να προσλαμβάνουν εργαζόμενους εκτός κολχόζ με ημερομίσθιο. Οι πηγές μας δε διευκρινίζουν αν ήταν μη κολλεκτιβοποιημένοι αγρότες, ή κολχόζνικοι που έρχονταν από αλλού ελπίζοντας σε καλύτερη πληρωμή.

Πιο σημαντικό είναι το πώς δούλευαν οι χωρικοί.[…]Κάποιοι μελετητές απέδωσαν τον ίδιο το λιμό του ’32-’33 σε αντίσταση των χωρικών, με την έννοια ότι αφού δεν είχαν κίνητρο να δουλέψουν σκληρά, δεν παρήγαν αρκετά. Αυτές οι μελέτες δεν λαμβάνουν υπόψη τους περιβαλλοντικούς παράγοντες, αν τους αναφέρουν κιόλας. Ένας μελετητής απέδωσε την αυξημένη σοδειά του ’33 σε σχέση με του ’32 σε αυξημένο κρατικό έλεγχο. Τα επόμενα κεφάλαια […] δείχνουν πως τα επιχειρήματα αυτά υπερβάλλουν και υπεραπλουστεύουν την κατάσταση[…]

Τα κολχόζ το 1932 αντιμετώπιζαν μια εξαιρετικά δυσχερή κατάσταση. Η σοδειά του ’31 ήταν πολύ χαμηλή, παρά τη μεγάλη έκταση που καλλιεργήθηκε, κυρίως λόγω ξηρασίας, αλλά και λόγω οργανωτικών και εφοδιαστικών προβλημάτων. Η χαμηλή σοδειά και οι ποσοστώσεις άφησαν πολλά αγροκτήματα χωρίς τρόφιμα ή με ελάχιστα στις αρχές του ’32, κυρίως στις περιοχές της ξηρασίας (Βόλγας, Ουκρανία, Ουράλια, Καζακστάν). Αυτό οδήγησε πολλούς αγρότες να φύγουν από τα χωριά τους αναζητώντας τροφή. Οι μεταρρυθμίσεις το Φλεβάρη του ’32 συνέδεσαν πιο σφιχτά την αμοιβή με την απόδοση, και απαγόρευσαν τις εξισώσεις, ωστόσο πολλά κολχόζ αγνόησαν ή παρερμήνευσαν τις διατάξεις, ή τις εφήρμοσαν λανθασμένα, εξάλλου ο λιμός επέτεινε τις εξισωτικές τάσεις. Το καθεστώς έστειλε βοήθεια σε τροφές και δάνεια, αλλά συχνά με καθυστέρηση και όχι επαρκώς.

Ως αποτέλεσμα, οι χωρικοί πεινούσαν, συχνά λιμοκτονούσαν και ήταν θυμωμένοι με το καθεστώς και τους αξιωματούχους του. Ξένοι παρατηρητές σημείωναν ενέργειες ανοιχτής εχθρότητας προς τους αξιωματούχους. Αναφορές της μυστικής αστυνομίας και άλλα αρχεία δείχνουν πολυάριθμες αρνήσεις εργασίας. Κάποιοι κολχόζνικοι αρνήθηκαν να δουλέψουν το Μάη του ’32, μέχρι που η κυβέρνηση τους παρείχε σπόρους, και παρόμοια αιτήματα είχαν και σε άλλες περιοχές. Στην Ουκρανία της περιόδου, σύμφωνα με τις αναφορές αυτές, οι αρνήσεις εργασίας είχαν «μαζικό χαρακτήρα» και σε πολλά κολχόζ δούλευαν μόνο έφηβοι και γυναίκες ή «ακτιβιστές», δηλαδή αφοσιωμένοι κομμουνιστές. Πολλές φορές δεν είχαν αρκετούς σπόρους, τα άλογα τους ήταν αδύναμα, τα τρακτέρ χαλασμένα, ή δεν είχαν πάρει τα έσοδα τους το ’31, λόγω των υψηλών ποσοστώσεων. Κι όμως, δεκάδες εκατομμύρια εκταρίων καλλιεργήθηκαν, επισήμως για σιτηρά καλλιεργήθηκαν 99 εκ. εκτάρια, λίγο λιγότερα από το 1931.

Στη διάρκεια του ’32 η σοβιετική αγροτική οικονομία βίωσε κρίση. Φυσικές καταστροφές, κυρίως φυτικές ασθένειες εξαπλώθηκαν και εντάθηκαν λόγω του υγρού καιρού στα μέσα της χρονιάς, μείωσαν σημαντικά τις σοδειές. Οι αναφορές της OGPU, ανεκδοτολογικές μεν, μεταφέρουν ένα κλίμα εκτεταμένης αντίστασης στα κολχόζ. Οι αναφορές μιλούν για κολχόζνικους που πεινούσαν, είχαν να αντιμετωπίσουν κακοδιαχείριση και καταχρήσεις από υπεύθυνους των κολχόζ, και γενικότερα απελπιστικές συνθήκες: νεκρά άλογα, ακινητοποιημένα τρακτέρ, άρρωστες σπορές, και παρακινήσεις σε εξέγερση από διάφορους περαστικούς στα χωριά τους. Οι αντιδράσεις τους διέφεραν: άλλοτε έφευγαν από τα κολχόζ, άλλοι έφευγαν και αναζητούσαν αλλού δουλειά, κάποιοι δούλευαν τσαπατσούλικα, αφήνοντας επίτηδες σπόρους στην επιφάνεια των χωραφιών τους οποίους αργότερα μάζευαν οι ίδιοι.

Ωστόσο, με βάση τα στοιχεία, η συνηθέστερη αντίδραση ήταν η διαίρεση των κολχόζ σε ατομικά χωράφια προς καλλιέργεια. Αυτές οι ενέργειες κάποιες φορές πυροδοτούνταν από φήμες πως ένα μυστικό κρατικό διάταγμα διέλυε τα κολχόζ[…]Ωστόσο σε αυτή την περίπτωση, και σε άλλες ακόμα, οι ενέργειες αυτές δεν είχαν την υφή αντιπολίτευσης ή σαμποτάζ, ή μιας παράνομης προσπάθειας υπονόμευσης του κράτους. Τα αιτήματα τους ήταν ανοιχτά, κάποιες φορές διατυπωμένα σε επίσημες υπογεγραμμένες αιτήσεις προς τις αρχές, και ειλικρινείς: να τους επιτραπεί να δουλέψουν όπως εκείνοι έκριναν σωστό. Κάποιες φορές οι πιέσεις για διαίρεση των κολχοζ, γινόταν για να σωθεί η σοδειά και να παραδώσουν υψηλότερα ποσοστά στην κυβέρνηση. Αυτά τα αιτήματα και οι σχετικές ενέργειες δε χωρούν εύκολα στην θεωρία περί αντίστασης, καθώς οι χωρικοί δήλωναν ανοιχτά πως οι ενέργειες τους ήταν υπέρ της ικανοποίησης των κυβερνητικών απαιτήσεων και της κάλυψης των ποσοστώσεων.

Ακόμα και παρά τα περιστατικά αυτά, και παρά-ή λόγω ακριβώς- της κρίσης το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του ’32, πολλοί χωρικοί δοκίμασαν να δουλέψουν εντός συστήματος. Στις αρχές της χρονιάς του ’33 η μυστική αστυνομία και άλλο κρατικό προσωπικό ερεύνησε χωριά για να καθορίσει το ύψος της απαιτούμενης βοήθειας. Χωρίς εξαίρεση οι αναφορές τους έδειξαν πως ο λιμός ενώ αφορούσε κυρίως χωρικούς που δεν είχαν πολλές μέρες εργασίας στο ενεργητικό τους, είχε πλήξει και αρκετούς εργατικούς και παραγωγικούς κολχζόζνικους. Ξεκάθαρα, αφού πολλοί κολχόζνικοι ήταν εργατικοί και επιτυχημένοι ως την καμπάνια ποσοστώσεων του φθινοπώρου του ’32, η αντίσταση μάλλον απέχει πολύ από το να μας πει ολόκληρη την ιστορία.

Στις αρχές του ’33 η ΕΣΣΔ ήταν στο μέσο ενός καταστροφικού λιμού, διαφορετικής έντασης σε κάθε περιοχή, αλλά διαπεραστικό. Μετά από προσπάθειες απόσπασης περισσότερων σιτηρών το Γενάρη, μετά το Φλεβάρη η κυβέρνηση προσπάθησε απεγνωσμένα από το Φλεβάρη και μετά να βοηθήσει τους αγρότες να καλλιεργήσουν.  Τα πολιτικά τμήματα που εισήγαγε το κράτος στα σοβχόζ και οι σταθμοί τρακτέρ στις αρχές του ’33, έπαιξαν κεντρικό ρόλο στις προσπάθειες αυτές. Αυτές οι υπηρεσίες, που αποτελούνταν από μικρές ομάδες εργατών και προσωπικού της OGPU, απομάκρυναν αξιωματούχους που είχαν παραβιάσει τις ντιρεκτίβες της κυβέρνησης για τη δουλειά και τις ποσοστώσεις, αντικαθιστώντας τους με κολχόζνικούς ή σοβχόζνικους που θεωρούσαν πως ήταν πιο αξιόπιστοι και οργανωμένοι, και γενικά βοήθησαν τα αγροκτήματα να παράγουν μια καλή σοδειά του 1933. Συνοδεύονταν από δρακόντειους καταναγκαστικούς νόμους περί εργασιακής πειθαρχίας σε κάποιες περιοχές, αλλά και τεράστιες προμήθειες σπόρους και τροφής, τις μεγαλύτερες της σοβιετικής ιστορίας. […]

Οι χωρικοί στις περιοχές του λιμού ήταν αδύναμοι, και εκτιμήσεις δίνουν έναν αριθμό μεταξύ τεσσάρων και εφτά εκατομμυρίων νεκρών σε πόλεις και χωριά. Κι όμως, με κάποιο τρόπο, συνολικά οι χωρικοί δούλεψαν πιο σκληρά το ’33 παρά το ’32. Μέχρι τον Ιούνιο του ίδιου έτους, είχαν καλλιεργηθεί τα περισσότερα εδάφη της περιόδου από το 1930. Ο Γερμανός αγροτικός ακόλουθος Όττο Σίλερ πέρασε από 6000 μίλια των κυριότερων αγροτικών εκτάσεων το καλοκαίρι του ’33 και περιέγραψε ένα ενισχυμένο και σταθερό σύστημα κολχόζ. Το απέδωσε κυβερνητική πίεση και στην πείνα ως κίνητρο, αλλά και στην οργάνωση της εργασίας και το σωστό μάνατζμεντ. Αναφορές από όλη τη χώρα έδειχναν πως χωρικοί που πριν αρνούνταν να δουλέψουν στα κολχόζ τώρα συναγωνίζονταν μεταξύ τους, και είχαν μια «θετικότερη στάση» στη δουλειά τους εκεί από πριν. Το αποτέλεσμα, ήταν μια δραματική αύξηση της σοδειάς τη χρονιά εκείνη. […]Έτσι δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία πως η εντατικοποιημένη δουλειά, οι βελτιωμένες συνθήκες και η καλή απόδοση που δείχνουν οι στατιστικές ήταν όντως αντιπροσωπευτικές του τι συνέβαινε στη χώρα.

[…]Μια αναφορά από τις 22 Δεκεμβρίου 1933 προήλθε από μια κεντρική περιοχή που ήταν πολύ κολλεκτιβοποιημένη, αλλά και δυο φορές πληγείσα από λιμό, με μαζικούς θανάτους, οιδήματα και κανιβαλισμό. Μπορούμε δηλαδή να την θεωρήσουμε μια περιοχή ενδεικτική όσων συνέβαιναν στο λιμό στις πιο επιβαρυμένες περιοχές. […]Αυτή η πηγή είναι πολύ σημαντική, γιατί δίνει μια ολιστική περιγραφή της δουλειάς των χωρικών σε μια κρίσιμη χρονιά, βασισμένη σε χιλιάδες αναφορές από τα πολιτικά τμήματα των σταθμών τρακτέρ και των σοβχόζ σε όλη την περιοχή όλο το χρόνο. Είναι δηλαδή πολύ πιο γενική και συνολική από τις ανεκδοτολογικές αναφορές μεμονωμένων περιστατικών που βρίσκονται στην OGPU και τον τύπο. […]

Πρώτα η αναφορά περιγράφει τις συνθήκες κρίσης στις αρχές της χρονιάς: λιμοκτονία και θάνατοι, εξαντλημένα άλογα, που πέθαιναν παραμελημένα, μη επισκευασμένα ή κακοεπισκευασμένα  τρακτέρ, χαμηλή εργασιακή πειθαρχία στα κολχόζ, αλλά και γενικότερα στους αγρότες, με συχνές αρνήσεις εργασίας και αποποιήσεις ευθυνών. Το πολιτικό τμήμα ξεκίνησε συζητώντας και οργανώνοντας τους κολχόζνικους, και εκκαθάρισε τα κολχόζ, τους σταθμούς τρακτέρ και άλλες τοπικές υπηρεσίες από αυτό που όριζα ως κουλάκους και άλλα αντεπαναστατικά στοιχεία. Σύμφωνα με αυτή την αναφορά οι κολχόζνικοι συμμετείχαν σε αυτές τις ενέργειες και ανέπτυξαν ενθουσιασμό για τη δουλειά τους. Με τη βοήθεια των πολιτικών τμημάτων, τα κολχόζ και οι σταθμοί τρακτέρ τερμάτισαν τη σπορά 15 μέρες νωρίτερα από το ’32 και καλλιέργησαν 3,4 εκ. εκτάρια από 2,85 το ’32. Χρησιμοποίησαν πρώτη φορά λιπάσματα, ξεδιάλεξαν το σπόρο, θεράπευσαν περισσότερα φυτά από ασθένειες, αποπαρασιτώνοντας δύο φορές τα χωράφια τους, και αντιμετωπίζοντας τα έντομα. […]

Σαν αποτέλεσμα, η περιοχή μάζεψε 24% περισσότερα σιτηρά από την προηγούμενη χρονιά. Ενώ σίγουρα ο καιρός έπαιξε ρόλο στην επιτυχία, είναι σαφές ότι οι χωρικοί δούλεψαν σκληρότερα και διαφορετικά τη χρονιά εκείνη, στο αποκορύφωμα του λιμού, από ό,τι είχαν κάνει πριν, και σίγουρα η διαχείριση από τα πολιτικά τμήματα συνέβαλε σαυτό. […] Όπως είπα δεν θέλω να πω πως δεν υπήρξε αντίσταση, αλλά αρνούμαι πως ήταν η μόνη ή έστω η κύρια αντίδραση στις συνθήκες της εποχής: η αντίσταση όπου υπήρχε πρέπει να ειδωθεί σωστά και μες στο πλαίσιο της.

[…]Πολλοί χωρικοί ήταν αδύναμοι λόγω λιμού, σε ένα κολχόζ άνθρωποι πέθαιναν δέκα την ημέρα, και εκατοντάδες πέθαναν σε άλλες περιοχές. Σε τέσσερις περιοχές τουλάχισοτν σχηματίστηκαν αντεπαναστατικές ομάδες, με σχέδια που κυμαίνονταν από απόκρυψη σίτου μέχρι και ανατροπή της κυβέρνησης. Υπήρχαν πολλές συμμορίες που έκλεβαν σιτηρά και τα σπίτια των χωρικών, και πολλοί επιτίθενταν και σκότωναν ακτιβιστές και άλλους. […]Οι κολχόζνικοι είχαν συχνά το «δίλημμα» είτε να πάνε για δουλειά στο χωράφι κουβαλώντας μαζί τους τα υπάρχοντα τους για να μην κλαπού, ή να μείνουν σπίτι και να χάσουν την καλλιέργεια. Υπήρχαν κολχόζνικοι που δε δούλευαν ή δούλευαν λίγο, […]ακόμα και κολχόζ στα οποία η πλειονότητα είχε λιγότερες από εκατό μέρες εργασίας, αλλά και περιπτώσεις όπου ακτιβιστές και σκληρά εργαζόμενοι κολχόζνικοι δέχονταν προειδοποιήσεις ή και πρόστιμα για το ότι εκτελούσαν «έργα-σοκ» και υπερκάλυπταν κατά πολύ τις νόρμες. Υπήρχαν κολχόζ στα οποία τα μέλη τους είχαν διαμοιράσει μεταξύ τους τη γη σε εκτάσεις 3 εκταρίων και προσελάμβαναν εργάτες στη θέση τους, και όπου μόνο το 40% των κολχοζνικων εμφανίζονταν για δουλειά (παρότι όπως είδαμε αυτό μπορούσε να μη συνιστά ιδιαίτερο πρόβλημα).

Κι όμως, η αναφορά επιμένει πως η στάση των περισσότερων χωρικών είχε αλλάξει το 1933. Εκεί που το 1932 οι διευθυντές των κολχόζ έπρεπε να πηγαίνουν σε σπίτια αγροτών το πρωί για να τους φέρουν στη δουλειά, και όσοι αποφάσιζαν να δουλέψουν εμφανίζονταν στις 8 ή 9 το πρωί, το 1933 την εποχή της καλλιέργειας εμφανίζονταν μόνοι τους το χάραμα ή νωρίτερα. Χαλούσαν λιγότερο χρόνο σε διαλείμματα, κάπνισμα και καβγάδες, και δούλευαν πολύ προσεκτικότερα, με λιγότερα κενά και απώλειες. Ενώ τα προηγούμενα χρόνια η εξισωτική διανομή κυριαρχούσε και οι καλοί εργάτες δεν είχαν σχεδόν καθόλου αναγνώριση, το ’33 σε όλα τα κολχόζ (άλλη μια περίπτωση που η πηγή αναφέρει τη λέξη «όλα») οι εργάτες-σοκ, κέρδιζαν τιμές, αναγνώριση και εξουσία, ενώ οι «χασομέρηδες» υπόκειντο σε κοινωνική κατακραυγή.

[…]Πολλοί που μισούσαν το νέο σύστημα και την κυβέρνηση που τους πίεζε να μπουν στα κολχόζ, και που πεινούσαν λόγω των ποσοστώσεων, το ’33 με κάποιο τρόπο συμφιλιώθηκαν αρκετά με αυτό ώστε να δουλέψουν για αυτό. Χωρίς αμφιβολία όμως, σε όλη τη διάρκεια της προηγούμενης περιόδου υπήρχαν πολλοί χωρικοί που ήδη δούλευαν εθελοντικά, μαζεύοντας μέρες εργασίας και υποστηρίζοντας το σύστημα. Επί παραδείγματι, μπορούμε να δούμε τις απόψεις τους για το περίφημο νόμο της 7ης Αυγούστου 1932 περί σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας, που επέτρεπε τη σύλληψη για κλοπή και έβαζε ακόμα και θανατική ποινή σε κάποιες περιπτώσεις, σύμφωνα με τον οποίο 100000 άνθρωποι, κυρίως χωρικοί, συνελήφθησαν. Η OGPU στο Ιβάνοβο σημείωνε πως οι περισσότεροι χωρικοί υποστήριξαν το νόμο και μάλιστα θεωρούσαν πως είχε καθυστερήσει, εξαιτίας των πολλών σκανδάλων κλοπής που είχαν δει και δε μπορούσαν να αποτρέψουν νωρίτερα.

[…]Κανείς θα μπορούσε να δει την κλοπή από τα κολχόζ ως ερμηνεία αντίστασης στην κυβέρνηση, που αντανακλούσε αντιλήψεις που είχαν πολλοί ή όλοι οι χωρικοί. Αν όμως μια άλλη ομάδα χωρικών ερμηνεύει την κλοπή ως αφαίρεση πόρων που τους ανήκαν, τότε η κλοπή από πολιτική πράξη σε απλή κλοπή, κατά την οποία οι μεν διαπράττουν ένα ποινικό αδίκημα που έβλαπτε τους διπλανούς τους πολύ περισσότερο μάλλον, παρά υπονόμευε την κυβέρνηση.

Ένα μεταγενέστερο παράδειγμα δείχνει την αφοσίωση πολλών χωρικών στο σύστημα. Το 1936 μια ξηρασία περιόρισε σημαντικά την παραγωγή, και μια ηπιότερη μορφή αντίστασης διέτρεξε πολλές περιοχές της χώρας. Φήμες διαδόθηκαν για διάλυση των κολχόζ, κάποια αγρότες έκλεψαν σιτάρι από χωράφια ή αποθήκες αναμένοντας λιμό, κάποιοι αρνήθηκαν να εργαστούν. Η πολύ καλή κλιματική κατάσταση του ’37 ωστόσο, βρήκε μια ανευ προηγουμένου σοδειά ως συνέχεια,  και η κατά κεφαλήν παραγωγικότητα στα κολχόζ διπλασιάστηκε συγκριτικά ακόμα και με το ευνοϊκό 1935. […]

Με βάση αυτές τις υποθέσεις το 1933 και 1937, το επιχείρημα πως η κολλεκτιβοποίηση δεν έδινε επαρκή κίνητρα πρέπει να τροποποιηθεί. Φαινομενικά, μοιάζει επιφανειακό ή υποβολιμαίο να πει κανείς πως το ξεπέρασμα του λιμού ήταν «κίνητρο». Αν θυμηθεί κανείς όμως ότι οι χωρικοί της ΕΣΣΔ είχαν ζήσει δεκάδες λιμούς στην ιστορία τους, πως οι λιμοί του όψιμου 19ου και των αρχών του 20ου ήταν ακόμα στη μνήμη τους, πως οι λιμοί πάντα τους κινητοποιούσαν να βρουν και κυρίως να παράγουν τροφή, και πως γενικά οι περίοδος στα τέλη της δεκαετίας του ’20 και των αρχών του ’30 ήταν περίοδος λιμών, τότε η χρήση της πείνας ως κινήτρου […] δεν είναι τραβηγμένη. […]
Όλα αυτά δεν λέγονται προς άρνηση του γεγονότος πως κάποιοι χωρικοί εκείνα τα χρόνια, ειδικά επί λιμού, δε χρησιμοποίησαν «τα όπλα του αδυνάτου» ενάντια στα κολχόζ και την κυβέρνηση. […] Οι μελέτες που συντάχθηκαν στα μέσα της δεκαετίας δείχνουν πως οι κολχόζνικοι στην πραγματικότητα δούλευαν σκληρότερα από τους μη κολλεκτιβοποιημένους  χωρικούς της προηγούμενης δεκαετίας, καθαρή απόδειξη της προσαρμογής στο νέο σύστημα.

Σάββατο 3 Αυγούστου 2013

Κολλεκτιβοποίηση και χωρικοί ΙΙ

ΙΙ. H ΚΟΛΛΕΚΤΙΒΟΠΟΙΗΣΗ ΩΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

Σχεδόν όλες οι μελέτες περί κολλεκτιβοποίησης ακόμα και τα περισσότερα έργα που απλώς το συζητούν, την περιγράφουν ως έναν τρόπο εκμετάλλευσης του αγροτικού τομέα για την εκβιομηχάνιση, συνήθως αναφερόμενοι στη θεωρία του Γιεβγκένι Πρεοβραζένσκυ περί «πρωτόγονης σοσιαλιστικής συσσώρευσης». Αυτή η συμβατική γνώση υποστηρίζει πως το καθεστώς ξεκίνησε την κολλεκτιβοποίηση ως απόκριση στην κρίση σιτηρών του ’27-’29 στην οποία χωρικοί υποτίθεται πως έκρυψαν σιτηρά από την αγορά κυρίως λόγω χαμηλών τιμών και δημιούργησαν τεχνητές ελλείψεις στα αστικά κέντρα, παρά την καλή σοδειά. Το καθεστώς πήρε «έκτακτα μέτρα», εντολές παράδοσης, για να πάρει σιτηρά από την ύπαιθρο, και ο Στάλιν αποφάσισε να επιβάλει την κολλεκτιβοποίηση γιατί θα έδινε την δυνατότητα στην κυβέρνηση να έχει πρόσβαση σε σιτηρά ευκολότερα και φθηνότερα. Η ήττα της δεξιάς αντιπολίτευσης του Μπουχάριν και των συντρόφων του, που αντιτίθεντο σε αυτή την πολιτική, επέτρεψε στο Στάλιν να εφαρμόσει το πρόγραμμα του.

[…]Αυτή η συμβατική ερμηνεία παραλείπει τα κεντρικά αγροτικά συμφραζόμενα του λιμού. Το σοβιετικό καθεστώς ήρθε στην εξουσία εν μέρει λόγω λιμού στις πόλεις, μια κρίση την οποία ο Στάλιν περιέγραψε το 1917. Καθώς αυτός ο λιμός χειροτέρεψε το ’18-’20, οι Μπολσεβίκοι, όπως και οι Λευκοί αντίπαλοι τους, κατέσχεσαν τροφή από χωρικούς για να ταϊσουν τους στρατιώτες και τους κατοίκους των πόλεων. Ο αστικός λιμός του εμφυλίου ενώθηκε με έναν ακόμα χειρότερο, που προκλήθηκε από δύο έτη δριμείας ξηρασίας την περίοδο ’20-’21. , για την ανακούφιση της οποίας η ΕΣΣΔ πήρε πάνω από 718 χιλιάδες τόνους τροφών από την αμερικάνικη επιτροπή ανακούφισης και άλλες σημαντικές εισαγωγές. Σύντομα μετά την επανάκαμψη, άλλη μια σοβαρή ξηρασία χτύπησε το ’24 και η κυβέρνησε εισήγαγε και πάλι τρόφιμα. Το ’25 και ’26 οι σοδειές ήταν καλύτερες , αλλά του ’27-’29 ήταν χειρότερες, οδηγώντας σε λιμό στην Ουκρανία το ’28-’29, για τον οποίο η κυβέρνηση οργάνωσε βοήθεια, και σε περικοπές και διανομή με δελτίο στις πόλεις το ’29. Η σοβιετική κυβέρνηση είχε ξεκινήσει την εφαρμογή του α’ πενταετούς  προγράμματος, κάτι που έφερε μαζική εσωτερική μετανάστευση από την ύπαιθρο στις πόλεις και τις βιομηχανικές περιοχές, κάτι που επέτεινε το πρόβλημα του επισιτισμού. Η κρίση ανάγκασε το καθεστώς παρά τις ανάγκες του α’πενταετους να εισάγει και πάλι τρόφιμα.

Οι σοβιετικοί ηγέτες κατηγόρησαν για τους λιμούς στις πόλεις το ’17-’21 σε «κερδοσκόπους», εμπόρους και χωρικούς που έκρυβαν τρόφιμα για να πάρουν υψηλότερες τιμές, δημιουργώντας έτσι τεχνητε΄ς ελλείψεις. Τους λιμούς που προέρχονταν από κακές σοδειές, από την άλλη, τους απέδιδαν στην οπισθοδρόμηση της παραδοσιακής αγροτικής οικονομίας. Ο Αλεξέι Ρύκωφ (επικεφαλής της σοβιετικής διοίκησης τη δεκαετία του ’20 και μέλος του Πολιτμπυρό) γράφοντας για το λιμό του ’24, περιέγραφε τη σοβιετική αγροτική οικονομία ως «ασιατική». Ο Χριχόριι Πετρόφσκι (επικεφαλής της σοβιετικής Ουκρανίας) έγραφε το ’28 πως σε αντίθεση με τους Γάλλους ή Αμερικανούς αγρότες, που έτρεφαν τις χώρες τους και εξήγαγαν, οι Σοβιετικοί δεν μπορούσαν να θρέψουν ούτε τον εαυτό τους σε σταθερή βάση. Ο Στάλιν το 1926 επισήμαινε το ’26 πως η σοβιετική αγροτική οικονομία δε μπορούσε να μεγαλώσει χωρίς εκβιομηχάνιση που θα παρείχε τον απαραίτητο εξοπλισμό. Και οι δυο αυτές θεωρήσεις του λιμού έχουν πολλά κοινά με σύγχρονες απόψεις για το θέμα.
Σε αυτές τις συνθήκες, αποφάσισε η σοβιετική ηγεσία να προχωρήσει στην κολλεκτιβοποίηση. Το πρώτο βήμα ήταν η εγκατάσταση κάποιων ντουζίνων σοβχόζ (μεγάλες κρατικές φάρμες) στις ανατολικές περιοχές της ΕΣΣΔ, μετά από πρωτοβουλία του Στάλιν το ’28, αλλά κατόπιν μεγάλης συζήτησης με ειδικούς και την κεντρική επιτροπή. Αυτά τα αγροκτήματα εγκαταστάθηκαν σε έρημη γη στα ανατολικά της χώρας (Σιβηρία, Καζακστάν, όχθες του Βόλγα και άλλες περιοχές με μεγάλες ακατοίκητες εκτάσεις) συνεπώς δεν δημιουργήθηκαν για να εκμεταλλευτούν τους αγρότες. Τα σοβχόζ αυτά είχαν ως στόχο να παράγουν 1,5 τόνο σιτηρών για την αγορά. Το σχέδιο, βασισμένο ρητά στις αυτοματοποιημένες φάρμες του Thomas Campbell σε 60000 εκτάρια στην Μοντάνα, εφαρμόστηκε ταχύτατα την περίοδο ’28-’29, ενώ το 1930 με βα΄ση μυστικές αναφορές της αρμόδιας υπηρεσίας, αυτά τα σοβχόζ παρήγαγαν διπλάσια από τη σχεδιαζόμενη ποσότητα σιταριού.
[…]το πρόγραμμα των σοβχόζ αποδείκνυε πως οι εκτεταμένες αυτοματοποιημένες φάρμες ήταν εφικτές στην ΕΣΣΔ. Οι (σοβιετικοί) ηγέτες ρητά θεωρούσαν αυτό το πρόγραμμα ως δοκιμαστικό πλάνο της κολλεκτιβοποίησης, και σε αυτή τη βάση ξόδεψαν δισεκατομμύρια ρούβλια την επόμενη δεκαετία στην αγροτική οικονομία, κάτι που επίσης οι υποστηρικτές της θεωρίας περί εκμετάλλευσης παραβλέπουν. Συνεπώς, ενώ η ηγεσία σίγουρα είχε σίγουρα είχε άλλους σκοπούς με την κολλεκτιβοποίηση, το πρόγραμμα των σοβχόζ και τα μαζικά έξοδα στην αγροτική οικονομία στη δεκαετία του ’30 και μετέπειτα αποδεικνύουν πως ο κυριος στόχος τους ήταν να αυξήσουν την παραγωγή τροφίμων χρησιμοποιώντας ό,τι έμοιαζε να είναι η πιο σύγχρονη και αξιόπιστη μέθοδος της εποχής.

Η διαδικασία της κολλεκτιβοποίησης ήταν διαλυτική και συχνά βίαιη, ιδιαίτερα η σκληρή αναγκαστική μετακίνηση πληθυσμών, η αποκουλακοποίηση, που χρησιμοποιήθηκε για να την ολοκληρώσει. Σίγουρα δεν ήταν η μόνη ή αναγκαστικά η καλύτερη μέθοδος για την επίτευξη των στόχων του καθεστώτος. Παρόλαυτα, αυτές οι αποδείξεις, καθώς και πολλές ακόμα πηγές δείχνουν πως από το Στάλιν και κάτω, όλοι όσοι ασχολήθηκαν με την εφαρμογή της τη θεωρούσαν ένα εκσυγχρονιστικό πρόγραμμα κι όχι ως ανασύσταση της δουλοπαροικίας ή γενοκτονία. Ο Στάλιν ιδιαίτερα διαρκώς αρνούνταν πως το καθεστώς επιθυμούσε να εκμεταλλευτεί τους χωρικούς με την κολλεκτιβοποίηση.

[…]Η ερμηνεία αντίσταση θεωρεί πως οι χωρικοί αντιστάθηκαν εξαρχής και αντιτάχθηκαν σθεναρά στην κολλεκτιβοποίηση το ’29-’30. Πρόσφατες μονογραφίες και συλλογές ντοκουμέντων δείχνουν πως υπήρχε σημαντική αντίσταση την περίοδο ’29-’30. Το σημαντικότερο ντοκουμέντο είναι μια αναφορά της OGPU που απαριθμεί 13754 διαμαρτυρίες χωρικών το 1930. Το έγγραφο ξεκαθαρίζει πως η μυστική αστυνομία είχε δεδομένα για τον αριθμό των εμπλεκομένων στις διαμαρτυρίες μόνο σε 10000 περιπτώσεις, και τα δεδομένα αυτά αριθμούσαν περίπου 2,5 εκ. ανθρώπους. Αν υποθέσουμε πως ένα τρίτο των διαμαρτυριών είναι άγνωστου αριθμού, μπορούμε να υποθέσουμε ένα σύνολο 3.3 εκ. συνολικά. Μπορεί το σύνολο να ήταν τελικά λιγότερο, επειδή σε κάποιες περιπτώσεις η έλλειψη αριθμητικών δεδομένων οφειλόταν στο ότι ήταν πολύ μικρή η συμμετοχή ώστε να αξίζει καταγραφής. Σαφέστατα πάντως, περισσότεροι διαμαρτυρήθηκαν κατά της κολλεκτιβοποίησης, από ότι ενάντια σε οποιαδήποτε αγροτική πολιτική μετά τον εμφύλιο του ’18-’21.
Ωστόσο, ο αγροτικός πληθυσμός της ΕΣΣΔ, σύμφωνα με απογραφή του ’26, ξεπερνούσε τα 120 εκ., από τους οποίους πάνω από 70 εκ. ήταν άνω των 15 ετών, αριθμοί που αυξήθηκαν το 1930. Τα χοντρικά 3.3 εκ. διαμαρτυρομένων συνιστούσαν περίπου 5% του ενήλικου αγροτικού πληθυσμού. Ωστόσο πάνω από τα μισά αγροτικά νοικοκυριά είχαν ήδη υποστεί κάποιο είδους κολλεκτιβοποίησης, πάνω από 60 εκ και πάνω από 35 εκ. ενήλικες. Τι συνέβη στα δεκάδες εκατομμύρια των ήδη κολλεκτιβοποιημένων νοικοκυριών και το σχεδόν 50% των νοικοκυριών εκτός αυτής; Στο βαθμό που το έγγραφο είναι ακριβές, και ακόμα κι αν δεν αποδίδει ακριβώς την έκταση των διαμαρτυριών, υπονοεί πως η πλατιά πλειοψηφία των σοβιετικών χωρικών, περίπου 95% δεν διαμαρτυρήθηκαν ενάντια στην κολλεκτιβοποίηση. Με αυτό τον τρόπο, αυτό το έγγραφο-κλειδί, ουσιαστικά υποστηρίζει την άποψη του Βιόλα πως η αντίσταση ήταν «πιθανόν ένα μικρό κομμάτι» ενός φάσματος αντιδράσεων της κοινωνίας στις σοβιετικές πολιτικές.

Μια πρόσφατη τοπική έρευνα επιβεβαιώνει τη σπανιότητα των διαμαρτυριών. Ο ΜακΝτόναλντ σημείωσε σε άρθρο της εξέγερσης του Πιτελιν πως υπήρχαν 34 «μαζικές ταραχές» ανάμεσα στα πάνω από 6350 χωριά της περιοχής του Ριαζάν, που αφορούσαν περίπου 175 χωριά, λιγότερο από 3%, και καμιά από αυτές δεν είχε την έκταση της εξέγερσης του Πιτέλιν, που επίσης αφορούσε ελάχιστα χωριά. Ακόμα και σε περιοχές που οι διαμαρτυρίες ήταν περισσότερο διαδεδομένες, με λίγες εξαιρέσεις αφορούσαν μια μικρή μειονότητα χωριών ή και κατοίκων σε εξεγερμένα χωριά. Ο Μακντόναλντ υποστηρίζει πως οι εξεγέρσεις ήταν σπάνιες επειδή οι τοπικοί αξιωματούχοι συχνά προστάτευαν πολλά χωριά από τις σκληρότερες όψεις της κολλεκτιβοποίησης, εφαρμόζοντας τις πολιτικές ανολοκλήρωτα ή με μεγαλύτερη σύνεση. Υπάρχουν ωστόσο κι άλλα ζητήματα.
Για να εκτιμήσουμε αυτές της αποδείξεις περί διαμαρτυριών στην ύπαιθρο, πρέπει να ρωτήσουμε: σε τι ακριβώς απαντούσαν οι χωρικοί με τις διαμαρτυρίες αυτές; Με βάση ένα έγγραφο του Μαρτίου 1931 της OGPU, 68% των χωρικών που εξεγέρθηκαν από το Φλεβάρη ως τον Απρίλη του ’30 ήταν κατά της κολλεκτιβοποίησης (οι υπόλοιποι διαμαρτύρονταν κατά της αντιθρησκευτικής καμπάνιας, των ποσοστώσεων, ελλείψεις τροφίμων και άλλα προβλήματα) και οι περισσότερες διαμαρτυρίες έγιναν το Μάρτη του ’30. Τουλάχισοτν ένα τέταρτο των ταραχών του ’30 ενέπλεκε γυναίκες αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, οι υπόλοιπες περιελαμβαναν γυναίκες ως μεγάλη μειονότητα. Στις ταραχές αυτές, οι διαμαρτυρόμενοι απαιτούσαν και έπαιρναν πίσω, ζωντανά, σοδειές και εξοπλισμό που οι τοπικοί αξιωματούχοι ή αποσταλμένοι είχαν κοινωνικοποιήσει για τα κολχόζ. Σε κάποιες περιπτώσεις οι διαμαρτυρόμενοι επιτέθηκαν σε αξιωματούχους, απεσταλμένους ή «ακτιβιστές» του χωριού, ή κατέστρεφαν περιουσιακά στοιχεία.

Σε αυτές τις ενέργειες οι χωρικοί απαντούσαν πρώτα απ’ όλα στη χρήση καταναγκασμού εκ μέρους αξιωματούχων ή απεσταλμένων στην οργάνωση του κολχόζ, που κυμαίνονταν από απειλές να χαρακτηριστούν «εχθροί του σοβιετικού λαού» ως και ποινική βία, όπως βιασμοί και ξυλοδαρμοί, ή συλλήψεις, δήμευση περιουσίας και εξορία από το χωριό. Οι χωρικοί απαντούσαν επίσης, όπως είδαμε, σε αντιθρησκευτικές καμπάνιες στις ντόπιες εκκλησίες και ιερείς, και σε ελλείψεις τροφίμων και πείνα.

Οι καταχρήσεις που περιγράφονται πιο πάνω πρέπει να σόκαραν και να προσέβαλαν πολλούς χωρικούς, η κοινωνικοποίηση μάλλον εξόργισε πολλούς που ένιωθαν να απειλείται η επιβίωση τους, αν κρίνει κανείς από το θυμό με τον οποίο απαιτούσαν πίσω την ιδιοκτησία τους. Κι όμως, σύμφωνα με τα δεδομένα, σε 307 γυναικείες διαμαρτυρίες, όλες όσες ήταν διαθέσιμες στη μυστική αστυνομία, 213 λύθηκαν με «επεξήγηση και πειθώ» και σε 57 από αυτές οι αξιωματούχοι ικανοποίησαν τα αιτήματα των διαδηλωτριών. Οι αρχές χρησιμοποίησαν βία σε εφτά μόνο περιπτώσεις (2% επί του συνόλου). Επίσης σοβιετικοί αξιωματούχοι σε πολλές αγροτικές περιοχές ήδη διένειμαν τρόφιμα σε φτωχούς αγρότες το ’29, πιθανόν οι αξιωματούχοι να πρότειναν την επέκταση αυτής της βοήθειας για να περιορίσουν τις διαμαρτυρίες.

Τα στοιχεία της OGPU του ’31 δείχνουν ένα παρόμοιο μοτίβο. Από τις 13754 «ταραχές», μόνο 150 από αυτές, σύμφωνα με το έγγραφο, ήταν «εξεγέρσεις» που περιλάμβαναν στρατιωτική δράση από οπλισμένους χωρικούς. Σίγουρα επρόκειτο για σημαντικό αριθμό ανταρσιών, και αντιπροσώπευε σοβαρή αντίσταση, ωστόσο ήταν ένα μικρό μόνο κλάσμα των συνολικών διαμαρτυριών. Η μυστική αστυνομία κατέστειλε βίαια μεγαλύτερο αριθμό διαμαρτυριών από τις ένοπλες, και πάλι όμως ήταν μικρή μειονότητα, όπως δείχνει ο παρακάτω πίνακας: Το Φεβρουάριο και το Μάρτιο η βίαιη καταστολή ανήλθε σε 10 και 12,5% επί του συνόλου, ενώ τον Απρίλιο ανήλθε σε 2,8% (Σ.τ.Μ)
[…] Με άλλα λόγια, είναι λάθος να ερμηνεύσουμε αυτό το έγγραφο ως ένδειξη πως οι χωρικοί απάντησαν στην κολλεκτιβοποίηση με 13754 εξεγέρσεις. Πολύ πάνω από 90% των γεγονότων ήταν μικρής κλίμακας και μη βίαια, και αν κρίνει κανείς από τις 307 γυναικείες διαμαρτυρίες, οι περισσότερες λύθηκαν ειρηνικά και συχνά προς όφελος των χωρικών.

[…]Οι περισσότερες μακράν διαμαρτυρίες συνέβησαν το Μάρτιο, πολύ λιγότερες τον Απρίλη, και ακόμα λιγότερες το Φλεβάρη. Αυτό σημαίνει πως το Φλεβάρη οι χωρικοί διαμαρτυρήθηκαν εναντίον στις πιο εξόφθαλμες καταχρήσεις και τις πιο απίθανες καταστάσεις στα νέα ή επεκτεινόμενα κολχόζ. Η μεγάλη αύξηση των διαμαρτυριών το Μάρτη και τον Απρίλη, ωστόσο, μάλλον αντανακλά την επίδραση ενός άρθρου του Στάλιν με τίτλο «Ζαλισμένοι από την επιτυχία», με το οποίο καταδίκαζε τοπικούς αξιωματούχους για ακρότητες και τόνισε πως τα κολχόζ έπρεπε να σχηματίζονται εθελοντικά. Πολλές πηγές σήμερα μας δείχνουν πως χωρικοί σε όλη την ΕΣΣΔ διάβασαν το άρθρο, καθώς ήταν τυπωμένο σε σχεδόν όλες τις εφημερίδες, και εξαιτίας αυτού πολλοί χωρικοί επιτέθηκαν σε αξιωματούχους που τους πίεζαν για είσοδο στα κολχόζ, τα εγκατέλειπαν και διαμαρτύρονταν.
[…]Σε πρόσφατο άρθρο, ο Ρώσος επιστήμονς Γιούρι Μποκάρεφ ανέλυσε εξεγέρσεις χωρικών μεταξύ 1826-49 και δε βρήκε καμία σύνδεση με εξωτερικά γεγονότα , όπως κακές σοδειές και καταπιεστικές πολιτικές. Υποστήριξε πως οι χωρικοί συχνά ανέχονταν καταχρήσεις των κυριών τους και κρατικών αξιωματούχων, αλλά εξεγείρονταν με τρεις προϋποθέσεις: όταν οι αρχές τους πίεζαν να φερθούν ενάντια στις παραδόσεις τους, αν τους πίεζαν να κάνουν κάτι που δεν καταλάβαιναν, η αν μάθαιναν από κάπου πως κάποιο διάταγμα ή εντολή που θεωρούσαν προσβλητική ήταν ψεύτικο ή εμπεριείχε κάτι που οι αρχές είχαν προσπαθήσει να τους αποκρύψουν. Παρότι η ύπαιθρος είχε αλλάξει σημαντικά ως το ’30, πολλά στοιχεία δείχνουν πως αρκετοί, αν όχι οι περισσότεροι χωρικοί, είχαν ακόμη παραδοσιακές αντιλήψεις. Σε άλλο επίπεδο βέβαια, η εφαρμογή αυτής της σύγκρισης δεν απαιτεί να θεωρήσουμε τον συντηρητισμό των χωρικών ως συνώνυμα υποταγής τους. […]
Πρώτον, η κολλεκτιβοποίηση ήταν κάτι που οι περισσότεροι αγρότες δεν καταλάβαιναν. Οι ερευνητές της θεωρίας περί αντίστασης έχουν καταγράψει τις παράλογες φήμες που διαδίδονταν στα χωριά στις αρχές του ’30. Ό,τι άλλο κι αν σήμαιναν αυτές οι φήμες για  τη νοοτροπία των χωρικών, σίγουρα δείχνουν παρερμηνεία εκ μέρους τους του τι συνιστούσε η κολλεκτιβοποίηση. Ακόμα και η ταύτιση που έκαναν οι χωρικοί του προγράμματος αυτού με τη δουλοπαροικία παραμόρφωνε την ουσία της πολιτικής αυτής (όπως είδαμε παραπάνω). Η σύγχυση τους πιθανόν εξηγεί γιατί η μεγάλη πλειονότητα των διαμαρτυριών, όπως ανέφερε η αναφορά της OPGU το 1931, λύθηκαν με εξηγήσεις και πειθώ.

Αναφορές της μυστικής αστυνομίας από την κεντρική Ρωσία, στην επαρχία του Ριαζά, δείχνουν και άλλα παραδείγματα αυτού του σχήματος:  Όποτε οι οργανωτές των κολχόζ παρείχαν επαρκές διαφωτιστικό έργο, η διαδικασία προχωρούσε επιτυχώς. Σε ένα χωριό, οι οργανωτές πίεσαν να δημιουργηθεί κολχόζ και οι χωρικοί αντιστάθηκαν, ενώ σε γειτονικό χωριό, οι οργανωτές τους το εξήγησαν αναλυτικά και οι κάτοικοι συμμετείχαν. Σε μια άλλη περίπτωση, γυναίκες ήλθαν στη συνάντηση στο κέντρο του χωριού με σκοπό να τη διακόψουν, όταν όμως έμαθαν τι είναι τα κολχόζ, συμμετείχαν κι αυτές. Σαφώς, δεν ξέρουμε πόσο αντιπροσωπευτικές είναι αυτές οι ανεκδοτολογικές πηγές, κυρίως επειδή συνήθως οι καταγραφείς των πηγών, όπως είδαμε, ασχολούνταν με τα προβλήματα, παρά με τις ευνοϊκές αντιδράσεις. Σίγουρα όμως κι αυτές οι πηγές δείχνουν πως κάποιοι χωρικοί αποκρίνονταν με προσαρμογή παρά με αντίσταση. […]τέτοιες ενέργειες προσαρμογής ήταν τουλάχιστον εξίσου διαδεδομένες με τις ενέργειες διαμαρτυρίας, αν όχι οι πλέον διαδεδομένες.

Δεύτερον, το άρθρο του Στάλιν «Ζαλισμένοι από την επιτυχία», ήταν ένα κλασικό παράδειγμα πηγής που δείχνει πως οι ενέργειες των αξιωματούχων ήταν λανθασμένες και πως οι τελευταίοι είχαν αποκρύψει από τους χωρικούς πληροφορίες προς το συμφέρον τους, ειδικά μάλιστα όταν κάποιοι εξ αυτών προσπάθησαν να αποκρύψουν το ίδιο το άρθρο από χωριά της υπαίθρου. Ο Στάλιν έγραψε το άρθρο στη βάση μυστικών εκθέσεων για ακρότητες και διαμαρτυρίες του κόσμου της υπαίθρου, και στη βάση εκκλήσεων τοπικών αξιωματούχων, όπως ο Πετρόφσκυ (όπως είδαμε επικεφαλής της τοπικής κυβέρνησης της Ουκρανίας) ώστε να ληφθούν μέτρα για να διορθωθεί η κατάσταση. Αυτό σημαίνει πως οι απόψεις των χωρικών και οι ενέργειες τους, ήταν μεταξύ των πηγών για το γράμμα του Στάλιν. Το πολιτμπυρό το δημοσίευσε με την ελπίδα να περιορίσει πιθανών μεγαλύτερες εξεγέρσεις στο μέλλον. Ο Σέργκο Ορντζονίκιτζε, κορυφαίος σοβιετικός αξιωματούχος και συνεργάτης του Στάλιν, έγραφε τέλη Μαρτίου από την Ουκρανία, μετά την καταστολή τριών εξεγέρσεων, πως ο χωρίς το άρθρο του Στάλιν και το διάταγμα της Κεντρικής επιτροπής που ακολούθησε, «θα είχαμε πολύ σοβαρές επιπλοκές στην Ουκρανία. Από τη στιγμή όμως που οι περισσότερες διαμαρτυρίες σημειώθηκαν μετά τη δημοσίευση του άρθρου, είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς το συμπέρασμα πως το άρθρο, ακριβώς επειδή απέδιδε την καχυποψία των χωρικών σε σχέση με απόκρυψη στοιχειών, και επειδή εν μέρει βασιζόταν σε δικά τους αιτήματα, έδωσε ώθηση σε πολλές από τις διαμαρτυρίες, με τον ίδιο τρόπο που κινητοποίησε πολλούς στην εγκατάλειψη των κολχόζ. Είναι πιθανό να εικάσει κανείς πως αν δεν είχε δημοσιευτεί, κάποιοι από τους διαμαρτυρόμενους χωρικούς, απλώς θα είχαν έστω και με βαριά καρδιά αποδεχτεί τα κολχόζ.
Τουτέστιν, ενώ οι διαμαρτυρίες του πρώιμου 1930 ήταν άμεσες αντιδράσεις σε βιαιότητες ή/και καταχρήσεις τοπικών αξιωματούχων, ταυτόχρονα αντανακλούσαν ένα παραδοσιακό μοτίβο αντίδρασης σε μια πολιτική που οι αγρότες δεν καταλάβαιναν[…]Αυτό δείχνει πως ενώ οι χωρικοί δεν συμμετείχαν εθελοντικά στα κολχόζ, οι διαμαρτυρίες και οι αποχωρήσεις τους από αυτά, πολλές φορές δεν ήταν αντίδραση στα ίδια τα κολχόζ, όσο στον τρόπο με τον οποίο τα επέβαλαν οι τοπικοί αξιωματούχοι.

Τέλος, τι συνέβη με το 90% και πλέον που δεν διαμαρτυρήθηκε; Κάποιοι δεν αρνήθηκαν την κολλεκτιβοποίηση και μάλιστα την υποστήριξαν. Το Μάρτη του 1929 χωρικοί στο Ριαζάν δήλωσαν σε συνάντηση πως επιθυμούσαν η σοβιετική κυβέρνηση να πάρει όλη τη γη και οι αγρότες να δουλεύουν ως μισθωτοί, μια πρόταση όχι πολύ μακριά από τη μελλοντική εφαρμογή των κολχόζ. Μια αναφορά της OGPU το Νοέμβρη του ’29 αναφέρει έναν μεσαίας οικονομικής επιφάνειας αγρότη στην ίδια περιοχή να αναφέρει τα εξής: Οι ποσοστώσεις είναι σκληρές, αλλά απαραίτητες, δεν μπορούμε να ζούμε πια όπως πριν, είναι αναγκαίο να δημιουργηθούν εργοστάσια και εγκαταστάσεις, και γιάυτό χρειάζονται σιτηρά. Το Γενάρη του ’30 κάποιοι χωρικοί ανέφεραν : «ήρθε ο καιρός να εγκαταλείψουμε τα ατομικά μας αγροκτήματα. Πρέπει να τελειώνουμε με αυτά, και να μπούμε στην κολλεκτιβοποίηση».  Τον ίδιο μήνα ένα άλλο ντοκουμέντο δείχνει εθελοντική  και αυθόρμητη προσχώρηση αρκετών χωρικών σε κολχόζ που σχημάτιζαν με δική τους πρωτοβουλία[…]τα κολχόζ σε κάποιες περιπτώσεις, ειδικά στις έννοιες της συλλογικής χρήσης γης και την αρχή της ισοκατανομής, δεν απείχε και πολύ από παραδοσιακές αντιλήψεις και αξίες χωρικών σε όλη την ΕΣΣΔ. Σε κάθε περίπτωση, τα παραδείγματα αυτά και το γεγονός πως η μεγάλη πλειονότητα δε διαμαρτυρήθηκε για τα κολχόζ, σαφώς καταρρίπτει τη θέση του Graziosi πως τα χωριά «ήταν ενωμένα» ενάντια στην κολλεκτιβοποίηση.
[…]

Χωρικοί και κολλεκτιβοποίηση

Ένα από τα θέματα που επανέρχεται τακτικότατα στην αντικομμουνιστική φιλολογία, είναι εκείνο της κολλεκτιβοποίησης και του λιμού της Ουκρανίας (που όπως θα δούμε δεν ήταν μόνο ουκρανικός) την περίοδο 1932-1933. Το ιστολόγιο δημοσιεύει σε συνέχειες εκτενή μεταφρασμένα αποσπάσματα από το άρθρο του Mark B. Tauger, καθηγητή ιστορίας του πανεπιστημίου West Virginia "Σοβιετικοί χωρικοί και κολλεκτιβοποίηση 1930-39: Αντίσταση και προσαρμογή", συμβολή του στο συλλογικό τόμο Rural adaptation in Russia, Steven Wegren (επιμ), Routledge 2005

I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ:ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Η κολλεκτιβοποίηση ήταν η πιο σημαντική μεταμόρφωση της αγροτικής οικονομίας της Ρωσίας σε ολόκληρη την ιστορία της […] Οι μελετητές την έχουν περιγράψει με δραματικούς όρους: ως αναβίωση της δουλοπαροικίας, ως σκληρή αποικιακή εκμετάλλευση, ως τελικό στάδιο ενός «Μεγάλου σοβιετικού» (ή ρωσικού) πολέμου κατά των χωρικών, και ως γενοκτονία που διεξήχθη ενάντια στον ουκρανικό εθνικισμό. Στη βάση αυτών των αντιλήψεων, η έρευνα ελαχιστοποιεί το ποσοστό στο οποίο οι χωρικοί προσαρμόστηκαν στο νέο σύστημα, κι αντίθετα εστιάζει στην αντίσταση, την εξέγερση και την αντιπολίτευση, ως ενδεικτικά της στάσης των χωρικών στην κολλεκτιβοποίηση. Κατά την άποψη τους οι χωρικοί χρησιμοποίησαν μεθόδους που κυμαίνονταν από την ανοιχτή ανταρσία μέχρι κρυφές ενέργειες, για να ματαιώσουν και να υπονομεύσουν το σύστημα συλλογικών αγρών και να εξασφαλίσουν την αυτονομία τους σε αυτό. Πολλοί, αν όχι οι περισσότεροι συγγραφείς περιφρονούν κάθε άλλη απόκριση ως «αναγκαστική προσαρμογή» ή «ανοχή» και θεωρούν κάθε πιθανότητα υποστήριξης του συστήματος ως απίθανη και ανάξια αναφοράς. Στο εξής θα αποκαλώ αυτή την αντίληψη ως «την ερμηνεία αντίστασης» των αποκρίσεων των χωρικών στην κολλεκτιβοποίηση.

Οι μελέτες περί αντίστασης έχουν φέρει πολλές καινούργιες πληροφορίες στον ερευνητικό διάλογο[…]Ο Βιόλα, που έχει γράψει μια από τις σημαντικότερες μελέτες τις αντίστασης των χωρικών, έχει σημειώσει σε πρόσφατο έργο πως η αντίσταση «ήταν μόνο ένα κομμάτι, πιθανόν ένα μικρό κομμάτι, ενός συνεχούς φάσματος κοινωνικών αντιδράσεων στο σταλινικό κράτος, που περιλάμβανε εγκλιματισμό, προσαρμογή, ανοχή, απάθεια, εσωτερική μετανάστευση, καιροσκοπισμό και υποστήριξη». Κάποια άλλοι πάλι, οδηγούνται σε μια αφαιρετική λογική, ο Graziosi μάλιστα υποστήριξε πως[…] «τα χωριά είχαν ενοποιηθεί, υπερβαίνοντας τις αρχικές τους διαιρέσεις» για να αντισταθούν στην κολλεκτιβοποίηση. Αυτός ο τύπος εστίασης οδηγεί σε παραπλανητικά, ακόμα και ανακριβή συμπεράσματα σε σχέση με τη στάση των χωρικών στην κολλεκτιβοποίηση. Το άρθρο αυτό παραδέχεται πως πολλοί χωρικοί πράγματι αντιστάθηκαν στην κολλεκτιβοποίηση[…]Δείχνε όμως[…]πως η αντίσταση δεν ήταν η συνηθέστερη απόκριση στο νέο σύστημα και πως περισσότεροι χωρικοί προσαρμόστηκαν με τρόπους που του επέτρεψαν να είναι λειτουργικό και να λύσει σοβαρά αγροτικά προβλήματα.

Η ερμηνεία αντίστασης αντλεί επιχειρήματα για τη θέση της, υποστηρίζοντας ότι οι ενδείξεις αντίστασης στα αρχειακά ντοκουμέντα, κυρίως αναφορές των διάφορων κλάδων της OGPU (το όνομα της μυστικής αστυνομίας από το 1923 ως το 1934), αλλά και σε γράμματα χωρικών, απομνημονεύματα και κάποια ερευνητικά έργα, ήταν αντιπροσωπευτικές της στάσης των χωρικών. Ξέρουμε φυσικά πως ελάχιστοι αγρότες μπήκαν σε συλλογικά αγροκτήματα τη δεκαετία του ’20, και πως οι περισσότεροι συμμετείχαν μόνο με την απειλή φορολογίας και αποκουλακοποίησης στη διάρκεια της καμπάνιας κολλεκτιβοποίησης τη δεκαετία του ’30. Από ιστοριογραφικής πλευράς όμως, αυτές οι πηγές είναι περισσότερο προβληματικές, παρά πειστικές. Η OGPU για παράδειγμα, είχε τη ρητή αποστολή να εκθέτει πολιτικούς κινδύνους. Τον Απρίλιο του 1929 σε συνεδρίαση της κεντρικής επιτροπής, ο Γραμματέας του kraikom του βορείου Καυκάσου. Α.Α. Αντρέγιεφ προειδοποίησε τους συναδέλφους του από το να παίρνουν αποφάσεις στη βάση των αναφορών της μυστικής αστυνομίας.

Και δεν πρέπει κανείς να εξετάζει την πολιτική κατάσταση βάση της GPU. H τελευταία σχηματίστηκε για να βρίσκει και να εκθέτει τα χειρότερα και πιο κακόβουλα στοιχεία της κοινωνίας στη χώρα μας, και αν βασίσουμε την πολιτική μας μόνο στη βάση των αναφορών της, θα είμαστε συνέχεια σε κατάσταση πανικού, είναι ξεκάθαρο αυτό, πως θα είμαστε συνέχεια με τα μαλλιά μας όρθια.
Η λέξη-κλειδί στη ρήση αυτή είναι «μόνο». Ο Αντρέγεφ έβλεπε τις αναφορές της GPU όχι ως αναληθείς, αλλά ως παραπλανητικές: έκαναν κάποιον να πιστεύει πως τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα απ’ό,τι ήταν γενικά. Ο ρώσος ερευνητής Σεργκέι Ζιουράβλεφ, που έγραψε τη δεκαετία του ’90, συμπέρανε το ίδιο[…]

Αν σοβιετικοί αξιωματούχοι και κάποια τουλάχιστον μετασοβιετικοί ερευνητές συμφωνούν πως αυτά τα ντοκουμέντα δίνουν μια μη πλήρη εικόνα των συνθηκών στην ύπαιθρο, θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεχτικοί στη γενίκευση τους. Για παράδειγμα πολλοί ερευνητές της ερμηνείας αντίστασης βγάζουν τραβηγμένα συμπεράσματα για την αντίσταση από παρατηρήσεις χωρικών που άκουσαν και κατέγραψαν οι πράκτορες της GPU. Κι όμως, μια από τις ερευνήτριες, η Sheila Fitzpatrick, υποστήριξε πως οι χωρικοί συχνά ερμήνευαν τη σοβιετικοί πολιτικοί με το χειρότερο δυνατό τρόπο. Αν είναι έτσι, οι ανεκδοτολογικές καταγραφές των απόψεων των χωρικών γίνονται προβληματικές. Αν ένας χωρικός μέσα σε μια ομάδα χωρικών, πχ, έλεγε πως μισεί τα κολχόζ και πως αρνούνταν να καλλιεργήσει, η φράση αυτή μπορεί να ην αντικατόπτριζε τις πραγματικές του διαθέσεις, πολλώ δε μάλλον της πράξης. Επιπλέον, η Fitzpatrick αναφέρει πηγές που δείχνουν πως έτσι και οι χωρικοί συμμετείχαν σε κολχόζ, ταυτίζονταν με αυτό, και το υπερασπίζονταν από επιθέσεις μη κολλεκτιβοποιημένων αγροτών. Αν οι κολχόζνικοι, ανέπτυσσαν ένα τέτοιο είδος «κολχόζνικου πατριωτισμού», που μάλιστα το θυμόταν χρόνια αργότερα, πόσο αντιπροσωπευτικά μπορούν να θεωρηθούν ανέκδοτα λόγια χωρικών περί αντίστασης, και πόσο αξιόπιστη η έρευνα που βασίζεται μόνο σε απομονωμένες ενδείξεις αντίστασης; Το σχήμα του «κολχόζνικου πατριωτισμού» θα σήμαινε ένα μεγαλύτερο βαθμό προσαρμογής στο σύστημα, ίσως και προσαρμογή του συστήματος στους χωρικούς, από αυτόν που επιτρέπει η ερμηνεία αντίστασης.

Αυτά τα προβλήματα είναι χαρακτηριστικά σε μελέτες κοινωνικής ιστορίας αναπτυσσόμενων κοινωνιών, ειδικά κάτω από αυταρχικές κυβερνήσεις. […]Ο Miles Fairburn, στη μεθοδολογική του μελέτη για την κοινωνική ιστορία το αναγνωρίζει ως κύριο πρόβλημα των αποσπασματικών και ανεκδοτολογικών πηγών: με λίγες εξαιρέσεις δεν υπάρχει κάποιος άμεσος τρόπος να αποδειχτεί πόσο αντιπροσωπευτικές είναι. Μια και οι αποδείξεις της OGPU είναι κυρίως ανεκδοτολογικού χαρακτήρα και, όπως είδαμε, προκατειλλημένη στη συλλογή συγκεκριμένου τύπου πληροφοριών, η θεωρία περί αντίστασης θα μπορούσε εύκολα να γίνει μια πλάνη γενίκευσης από ένα μη αντιπροσωπευτικό δείγμα, και το άρθρο αυτό θα παρουσιάσει επιχειρήματα και αποδείξεις γιάυτό. […]

[…] Σε αυτή τη συζήτηση επίσης χρησιμοποιώ τις πηγές της μυστικής αστυνομίας, μεταξύ άλλων, για συγκεκριμένα θέματα, αλλά τις παρουσιάζω στη βάση της αντίληψης του προβλήματος της γενίκευσης πάνω σε ένα μη αντιπροσωπευτικό δείγμα. Η αντίρρηση μου σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις δεν είναι με τις ίδιες τις πηγές, αλλά με τον τρόπο με τον οποίο οι ερευνητές τις χρησιμοποίησαν και τα συμπεράσματα που εξήγαν από αυτές. Η κύρια κριτική μου είναι[…] αν μπορεί να γίνει οποιουδήποτε είδους γενίκευση[…]Γράφοντας για την αντίσταση, είναι λογικό πως οι ερευνητές θα επέλεγαν πηγές που αποδεικνύουν αντίσταση, και μάλιστα από μια βάση δεδομένων ήδη προσανατολισμένη στην κατεύθυνση αυτή, κάτι που από μόνο του κάνει τις πηγές τους μη αντιπροσωπευτικές.  Για να δείξω τα όρια της γενίκευσης από μια τέτοια βάση πηγών, θα εξετάσω λεπτομερώς κρίσιμα στοιχεία αυτών των αποδείξεων, και επίσης θα δείξω από αυτές τις πηγές πως και άλλες αποκρίσεις υπήρχαν. Θα παρουσιάσω και πιο γενικές αποδείξεις που αντικρούει την ερμηνεία αντίστασης σε σημεία-κλειδιά.