Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φασισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φασισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

Συντηρητικός και φασιστικός λόγος στην Ελλάδα Γ. Οργανωτικές προεκτάσεις

Στην προηγούμενη ανάρτηση κάναμε λόγο για τη σταδιακή, μερική έστω σύγκλιση ενός ευρύτατου φάσματος των αστικών πολιτικών δυνάμεων στην αναγκαιότητα, ευκταία ή μη, ενός κάποιου είδους εκτροπής από τα κοινοβουλευτικά ειωθότα. Στην παρούσα θα ασχοληθούμε με το πώς βρήκε πρακτική έκφραση η συγκεκριμένη φιλολογία, χωρίς να σημαίνει πως υπάρχει κατ'ανάγκην γενετική σχέση μεταξύ των δύο φαινομένων. Αντίθετα, συνήθως όσοι ανέλαβαν να διακηρύξουν έμπρακτα την πίστη τους στην αναγκαιότητα κατάλυσης της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ήταν πρόσωπα μάλλον ήσσονος πολιτικής σημασίας, ή και από χώρους εκτός πολιτικής. Το γεγονός αυτό αντανακλά ενδεχομένως μια αμηχανία πρόβλεψης εκ μέρους της πλειονότητας των παραδοσιακών εκπροσώπων του αστικού πολιτικού σκηνικού που "λοξοκοίταζαν"προς το σενάριο της εκτροπής,  των μελλοντικών εξελίξεων και τον φόβο πως μια ενεργή εμπλοκή τους θα τους εξέθετε και θα υπονόμευε την πορεία τους όταν θα είχε παρέλθει ο συρμός των αυταρχικών καθεστωτών. Ακόμα και ο Μεταξάς, πολιτικός με μακρόχρονη πορεία, που δεν είχε απλά νωρίς εκφράσει τον αντικοινοβουλευτισμό του προσωπικά, αλλά είχε ιδρύσει και κομματικό σχηματισμό σε αυτή την κατεύθυνση, το "Κόμμα Ελευθεροφρόνων", δε μπορεί να θεωρηθεί πραγματικά πρώτης γραμμής παρουσία πριν την πρωθυπουργοποίηση του. 

Αξίζει να σημειωθεί επίσης πως όπως ακριβώς διαφέρουν μεταξύ τους οι απόψεις των διστακτικών ή πιο ένθερμων υπερασπιστών της δικτατορίας, έτσι και οι ποικιλώνυμες οργανώσεις καλύπτουν ένα αρκετά ευρύ φάσμα, από τη βασιλόφρονα δεξιά ως τον εθνικοσοσιαλισμό. Εξάλλου τα όρια μεταξύ αυτών των κατηγοριοποιήσεων είναι αρκετά ρευστά και περισσότερο χάριν ευκολίας χρησιμοποιούνται. Για παράδειγμα, η "Σιδηρά Ειρήνη"μ με αρχηγό έναν αγνώστων λοιπών στοιχείων Κατσαμπλά μπορεί να ενταχθεί τόσο στις φιλοβασιλικές, όσο και στις εθνικοσοσιαλιστικές οργανώσεις. Πιο ξεκάθαρα εθνικοσοσιαλιστική, όπως φαίνεται από τον τίτλο της, αλλά κι από το γεγονός πως είχαν προσχωρήσει σε αυτή διάφορες μικρότερες ομάδες που έφεραν επίσης στον τίτλο τους τους όρους "Φασιστική", "εθνικοσοσοσιαλιστική" κλπ, ήταν η "Οργάνωσις των εθνικοφρόνων σοσιαλιστών" με πρόεδρο τον λογαγό Κωνσταντίνο Παρασκευά. Από την άλλη, εναργέστερα φιλοβασιλική υπήρξε η "Εθνική Πολιτική Εταιρεία" του Αθανασίου Φίλωνα, μέλος του ΣτΕ και προέδρου του "Πατριωτικού ιδρύματος" που μάλιστα την περίοδο 1933-35 εξέδιδε εβδομαδιαία εφημερίδα με τον τίτλο Ελληνισμός. Η προάσπιση του βασιλεύς-πατρίς-θρησκεία-οικογένεια ήταν βασικό πρόταγμα και του "Εθνικού Συνεδρίου", ενός αμαλγάματος 40 οργανώσεων, το οποίο είχε συσταθεί το 1925 υπό την προεδρία του γνωστού καθηγητή πανεπιστημίου Νεοκλή Καζάζη. Όπως θα μας προδιέθετε και η ιδιότητα του προέδρου τους, η οργάνωση είχε ιδιαίτερη ευαισθησία στα εκπαιδευτικά ζητήματα, και την προστασία της "εθνικής γλώσσης" και των παραδόσεων από δημοτικιστές και κομμουνιστές, ή όσων εκλαμβάνονταν ως τέτοιοι (ενδεικτικό είναι πως από τα πυρά δε γλίτωσε ούτε ο Δελμούζος, παρά την αποχώρηση του από τον Εκπαιδευτικό όμιλο το 1927, η οποία θεωρήθηκε προσχηματική). Ανάμεσα στα ενδιαφέροντα της οργάνωσης ήταν και η... προκλητική παρουσία των γυναικών στη δημόσια σφαίρα, η οποία κατά τους ιθύνοντες θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με αποκλεισμό τους από τις δημόσιες υπηρεσίες.

Προς το τέλος της δεκαετίας του '20, ο εχθρός γίνεται πιο διακριτός, κάτι που αντανακλάται και στην ίδρυση της νέας οργάνωσης του Καζάζη, της ΠΕΚΑ ( Πανελλήνιος Ένωσις Κοινωνικής Αμύνης), η οποία είχε πιο ξεκάθαρα πολιτικούς στόχους, και δη προς όσους επιβουλεύονταν το κοινωνικό καθεστώς. Το κλίμα που οδήγησε ένα χρόνο αργότερα στη θέσπιση του Ιδιωνύμου είχε ήδη πάρει σαφή χαρακτηριστικά. Η γενικότερη σκλήρυνση των αντιλήψεων οδήγησε και στην αλλαγή προσαναταλισμού μέσα στις ίδιες τις συντηρητικές οργανώσεις, από μια "παραδοσιακή" δεξιά ή ακροδεξιά προσέγγιση στις παρυφές τουλάχιστον του ναζισμού. Η πλέον ενδιαφέρουσα, λόγω και των προσώπων που την απάρτιζαν, οι οποίοι κατ'εξαίρεσιν όπως είπαμε αποτελούσαν σημαντικούς εκπροσώπους του αστικού κόσμου,* περίπτωση ήταν εκείνη της "Εστίας", με ιδρυτές τους εκδότες της ομώνυμης εφημερίδας και βασικό χρηματοδότη τον διευθυντή της Λαϊκής Τραπέζης Διονύσιο Λοβέρδο, αδερφό του τότε υπουργού οικονομικών. Η αρχικά παλαιοσυντηρητική οργάνωση, που θεωρούσε πως ο ενδιάμεσος δρόμος μεταξύ κοινοβουλευτισμού και δικτατορίας, στρέφεται από τα τέλη του 1933 σε καθαρά φιλοναζιστική κατεύθυνση. Η "Εστία" φαίνεται πως τράβηξε κάπως την προσοχή των συγχρόνων της, όπως φαίνεται κι από τις αναφορές στο ημερολόγιο του Θεοτοκά, πράγμα αναμενόμενο λόγω της εφημερίδας, η αρθρογραφία της οποίας φυσικά κάθε άλλο παρά ανεπηρέαστη έμεινε. Αναμφίβολα όμως η οργάνωση που ξεχώρισε ως η πλέον χαρακτηριστικά πρωτοφασιστική του μεσοπολέμου, υπήρξε η ΕΕΕ, με την οποία θα ασχοληθούμε αναλυτικά στην επόμενη ανάρτηση.

*Άλλες τέτοιες εξαιρέσεις, πολύ μικρότερης εμβέλειας, ήταν οι ομάδες περί τον Κωνσταντίνο Ζαβιτσιάνο, υπουργό εσωτερικών στην τελευταία κυβέρνηση Βενιζέλου και εισηγητή του Ιδιωνύμου, και του υποστράτηγου Λεωνίδα Λαπαθιώτη. 


Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Συντηρητικός και φασιστικός λόγος στην Ελλάδα Β. Η σαγήνη του αυταρχισμού και τα αστικά πολιτικά κόμματα τη δεκαετία του '30

Το "φλερτ" των αστικών πολιτικών δυνάμεων, αρχής γενομένης από τους αντιβενιζελικούς αλλά επεκτεινόμενο σταδιακά και στις παρυφές της σοσιαλδημοκρατίας, χρονολογείται αρκετά διακριτά από την εποχή της δικτατορίας του Παγκάλου, ενώ βρίσκει την πλήρη του έκφανση στο α'μισό της δεκαετίας του '30. Στην πρώτη περίπτωση, όσες εφημερίδες, προερχόμενες από τον αντιβενιζελικό χώρο, στήριξαν το εγχείρημα, αφενός στηλίτευσαν όσους πολιτικούς του βενιζελογενούς φάσματος αρνήθηκαν να στηρίξουν τον Πάγκαλο, αφετέρου προπαγάνδιζαν ανοικτά την ανάγκη της επιβολής ενός αυταρχικότερου μοντέλου διακυβέρνησης, ακόμα κι αν αυτό συνεπαγόταν σημαντικούς περιορισμούς ή και αναστολή σε βασικές λειτουργίες του κοινοβουλετικού συστήματος. Ιδιαίτερη υποστήριξη δινόταν στο ιδεολόγημα-το οποίο ανακυκλώνεται έκτοτε κι ως τις μέρες μας σε τακτική βάση- της υπέρβασης "αριστεράς και δεξιάς" και του "κομματισμού". Σε πρώτη φάση βέβαια ο αντικοινοβουλευτισμός προβάλλονταν όχι ως ευκταίο, αλλά ως "έκτακτο μέτρο" που επέτασσαν οι εξαιρετικές συνθήκες. Ως τέτοιες προβάλλονταν οι έριδες του πολιτικού κόσμου, που απέτρεπαν τη λήψη αναγκαίων μέτρων όπως η περιστολή των δημοσίων δαπανών, η μείωση των προσλήψεων στο δημόσιο και η αύξηση της φορολογητέας βάσης.

Η αναγκαιότητα μιας κάποιας μορφής εκτροπής αναγνωριζόταν και από πολιτικούς όπως ο σοσιαλδημοκράτης "πατέρας της Α' ελληνικής δημοκρατίας" Αλέξανδρος Παπαναστασίου αλλά και παεπιστημιακούς με βενιζελικό υπόβαθρο, όπως ο Δημήτριος Αιγινήτης, που έφτασε μάλιστα ως το θώκο του υπουργού παιδείας στην κυβέρνηση Παγκάλου. Στη δεύτερη περίπτωση μάλιστα, καθαρότερα απ' ό,τι στην πρώτη, γίνονται φανεροί οι λόγοι για την ανάδυση της συναίνεσης μεταξύ των διαφορετικών εκπροσώπων του αστικού πολιτικού κόσμου. Όπως δήλωνε ο καθηγητής, ο φόβος για την ανατροπή του κοινωνικού καθεστώτος ήταν ο κύριος μοχλός των πράξεων του. Η προσέγγιση των δυο κυρίαρχων αντίπαλων πολιτικών ρευμάτων του μεσοπολέμου πάνω στη γραμμή του αντικομμουνισμού έμελε να εξελιχθεί σε πολλά επεισόδια ακόμα, και να βρει την ουσιαστική της πραγμάτωση μεταπολεμικά, ενόψει εμφυλίου.

Επί του παρόντος οι διαχωριστικές γραμμές βενιζελικών-αντιβενιζελικών εστιάζονταν κυρίως στο θέμα της βασιλείας. Ο αντιβενιζελικός τύπος έδωσε πολύ μεγάλη έμφαση από τα μέσα της δεκαετίας του '20 στη σημασία του βασιλικού θεσμού για την Ελλάδα, ως καταλληλότερου πολιτεύματος για την ιδιοσυγκρασία των κατοίκων της, στοιχείο που τονίζεται με ένταση πρωτόφαντη ακόμα και για τα μέτρα της ανέκαθεν φιλομοναρχικής αυτής παράταξης. Οι διαφορές για την σκοπιμότητα της βασιλείας, στο μέλλον θα ατονούσαν υπό το φως των ραγδαίων κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων, ωστόσο κατά την περίοδο που εξετάζουμε γνώρισαν όξυνση που αντίστοιχη της έχει να επιδείξει μόνο η εποχή του Διχασμού, κυρίως στο πρώτο μισό της δεκαετίας του '30, μετά και τα αποτυχημένα κινήματα του Πλαστήρα το '33 και το '35. Μερίδα μάλιστα του αντιβενιζελικού τύπου καταλόγιζε, με πολύ μεγαλύτερη δριμύτητα απ'ό,τι συνηθιζόταν τότε από τους εκπροσώπους της "εσωκομματικής αντιπολίτευσης", υπερβολική χαλαρότητα στην ηγεσία του Λαϊκού κόμματος και προσωπικά στον Παναγή Τσαλδάρη, που δεν κατανοούσε την κρισιμότητα των στιγμών και της ανάγκης δυναμικής ανταπάντασης της παράταξης του για να παταχθούν οι "ασύδοτοι δημοκράτες". Ακόμα και ναυαρχίδες του αντιβενιζελικού χώρου όπως η Καθημερινή, συντάσσονταν ολοένα και πιο ξεκάθαρα με το αντικοινοβουλευτικό ρεύμα*, κάτι που αποτυπώνει, μεταξύ άλλων, η έρευνα που δημοσιεύτηκε μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας το Γενάρη του 1934, με τίτλο "Δικτατορία ή κοινοβουλευτισμός', με αποδέκτες πολιτικούς άνδρες της εποχής. Εκεί πλειοψήφησαν σαφώς οι διαφόρων αποχρώσεων αντικοινοβουλευτικές απόψεις, ανάμεσα τους εκείνες του Γεωργίου Παπανδρέου, ο οποίος ναι μεν αρνούνταν την αναγκαιότητα της δικτατορίας στην Ελλάδα (είναι γνωστό εξάλλου πως επί Μεταξά ήταν από τους λίγους αστούς πολιτικούς που γνώρισαν τον εκτοπισμό, συγκεκριμένα στην Άνδρο), θεωρούσε ωστόσο πως σε συγκεκριμένες συνθήκες συνιστούσε εν δυνάμει ένα αναγκαίο κακό, ενώ σε παρόμοιο μήκος κύματος ο υφηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γρηγόρης Κασιμάτης, δεχόταν τη δικτατορία ως μεταβατικό στάδιο σε μια διαδικασία ανανέωσης του κοινοβουλευτισμού. 

Στην επόμενη ανάρτηση μας θα ολοκληρώσουμε την περιήγηση μας στις θεωρητικές συζητήσεις περί δικτατορίας και θα ασχοληθούμε με τις οργανώσεις που προώθησαν διάφορες μορφές της μέσω της δράσης τους. 


* Ο διευθυντής της οποίος, Γεώργιος Βλάχος πήρε ξεκάθαρη θέση λίγους μήνες αργότερα, συντασσόμενος με τη λογική του "αναγκαίου κακού" μιας χρονικά πεπερασμένης εκτροπής. 

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Συντηρητικός και φασιστικός λόγος στην Ελλάδα Ι. Αντιβενιζελισμός στον Διχασμό και το Μεσοπόλεμο

Το βασικό χαρακτηριστικό του αντιβενιζελικού λόγου είναι η κυρίαρχη θέση που καταλαμβάνει σε αυτόν η έννοια "λαός" σε αντιδιαστολή προς το "έθνος" το οποίο είχε οικειοποιηθεί κατά μείζονα λόγο ο βενιζελισμός. Αυτό δε σημαίνει πως είχε εξοβελίσει τον πρώτο όρο από τη ρητορική του, μόνο το ότι τον χρησιμοποιούσε ως δηλωτικό μιας οντότητα ευεπίφορης στην εξαπάτηση και τα ολισθήματα, σε αντίθεση με το υπερβατικό "έθνος", που ανάγονταν πέρα από συγκεκριμένα πρόσωπα σε αναλλοίωτη κατηγορία. Σε συμβολικό επίπεδο, η σύνδεση "λαού"-αντιβενιζελικών αποτυπώνεται στην έκδοση, το 1917

Η διαφοροποίηση αυτή δεν ήταν τυχαία, αλλά αντανακλά κι ένα συγκεκριμένο ταξικό υπόβαθρο, κάτι που γίνεται ποιο φανερό από την αυτοαναγόρευση των αντιβενιζελικών σε προστάτες των "λαϊκών" και των "εργαζόμενων τάξεων". Η ορολογία ήταν σκόπιμα συσκοτιστική και γενικόλογη κατά την πρώτη περίοδο που εξετάζουμε, δηλαδή εκείνη του Α' Παγκόσμιου πολέμου, γίνεται ωστόσο αρκετά σαφής κατά την αμέσως επόμενη, ειδικά από τα μέσα της δεκαετίας του '20, όταν σε ένα ευρύ φάσμα αντιβενιζελικών εφημερίδων γίνεται πιο συγκεκριμένη οριοθέτηση των στρωμάτων που εξέφραζε ή υποστήριζε πως εκφράζει η συγκεκριμένη παράταξη. Γίνεται λόγος για "εργαζόμενους και παραγωγικό κόσμο, επαγγελματίες, βιοτέχνες, επιστήμονες, δημόσιους και ιδιωτικούς υπαλλήλους, στρατιωτικούς, μικροαγρότες και μικροκεφαλαιούχους" ενώ ενίοτε δηλώνεται χωρίς περιστροφές πως οι αντιβενιζελικοί εκπροσωπούν τη "μέση αστική τάξη". Επρόκειτο δηλαδή για την πολιτική έκφραση ενός κοινωνικού συνονθυλεύματος, αποτελούμενο κυρίως από μικροαστούς διαφόρων διαστρωματώσεων, του χωριού και της πόλης, ανθρώπους του κρατικού μηχανισμού, εκπροσώπους ημιφεουδαρχικών καταλοίπων του προηγούμενου αιώνα, αλλά και σημαντικά τμήματα της σχετικά ολιγάριθμης ακόμα, αλλά αναπτυσσόμενης εργατικής τάξης, ιδιαίτερα μάλιστα πριν την ίδρυση του ΣΕΚΕ*. Επρόκειτο για μια ευρεία κατηγορία ατόμων που αισθάνονταν, για διαφορετικούς και όχι κατ'ανάγκη συμβιβαζόμενους λόγους, την απειλή από τους μεγαλοαστούς που στη μεγάλη τους πλειονότητα εκπροσωπούνταν από τους βενιζελικούς. Οι λόγοι πέραν των πιο γενικών και συχνά ασύνειδων για τα ίδια τα υποκείμενα (αντίθεση μισθωτής εργασίας-εργοδοσίας, οι φόβοι της μικρής ιδιοκτησίας για απορρόφηση της από τη μεγαλύτερη, η ανησυχία για την πρόσβαση στον κρατικό μηχανισμό) είχαν τις ρίζες τους σε μια πολύ απτή πραγματικότητα, την αισχροκέρδεια μεγαλεμπόρων, πλοιοκτητών και μεγαλοπαραγωγών, κατά βάση βενιζελικών, που επωφελούνταν από τις σκληρές συνθήκες του πολέμου, και ειδικά από την κατάσταση που διαμορφώθηκε μετά το συμμαχικό αποκλεισμό του Πειραιά το 1916, ο οποίος προκάλεσε ακόμα και περιστατικά λιμού στην πρωτεύουσα.

Υπό αυτό το πρίσμα, είναι ευνόητη η χρήση "αντιπλουτοκρατικών" συνθημάτων και αιτημάτων στον αντιβενιζελικό λόγο. Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά, ειδικά κατά την περίοδο του εθνικού διχασμού, είναι εκείνο της αύξησης της φορολογίας των αλευροβιομηχάνων και των εφοπλιστών, και της μείωσης της στις "ασθενέστερες τάξεις". Θέματα που άπτονται της διαβίωσης των φτωχότερων στρωμάτων πρωταγωνιστούν συχνά στα πρωτοσέλιδα του αντιβενιζελικού τύπου. Η στενή σύνδεση του Βενιζέλου με τα συμφέροντα της Ανάντ γινόταν εύκολος στόχος για τη διατύπωση κατηγοριών ξενοδουλείας από πλευράς της αντιπολίτευσης, η οποία στο οικονομικό επίπεδο εκφραζόταν με τις λεόντειες συμβάσεις με την Ούλεν για την ύδρευση και την Πάουερ για τον ηλεκτρισμό. Με το πέρασμα στο Μεσοπόλεμο, ιδιαίτερα από τα μέσα της δεκαετίας του '20 κι εξής, οι επιθέσεις στην "ληστρικήν κεφαλαιοκρατίαν" δεν υποχωρούν μεν, ωστόσο συνοδεύονται και από μια νέα οριοθέτηση της αντιβενιζελικής παράταξης στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο: εκείνο της αντιδιαστολής προς τον "εργατικόν κομμουνισμόν", ο οποίος μολονότι αριθμητικά αδύναμος, είχε κάνει ήδη αισθητή την παρουσία του στο πολιτικό και συνδικαλιστικό πεδίο. 

Ένα άλλο σταθερό, αλλά οψιμότερο σχετικά, στοιχείο του αντιβενιζελικού λόγου, είναι εκείνο της "νομιμοφροσύνης" της παράταξης και των οπαδών της. Η παραβίαση της νομιμότητας συνίστατο στη διάσπαση του ελληνικού κράτος με τη μεταφορά της έδρας της βενιζελικής κυβέρνησης στη Θεσσαλονίκη, στην απροκάλυπτη ανάμειξη των δυνάμεων της αντάντ στα εσωτερικά της χώρας καθώς και την απομάκρυνση του βασιλιά από το θρόνο και τη χώρα, ενός προσώπου που θεωρούνταν ως εγγυητής του πολιτεύματος, της ομαλότητας και της αξιοπιστίας της χώρας στον "πεπολιτισμένον κόσμον".  Κατά την περίοδο προ του 1922, το συγκεκριμένο κομμάτι της ρητορικής τους δεν προβάλλονταν ιδιαίτερα, κάτι που οφείλεται τόσο στη βενιζελική λογοκρισία, όσο και στο ότι ως κυβέρνηση μετά το 1920 δεν είχαν λόγους να προβάλλουν το συγκεκριμένο στοιχείο εφόσον οι "άνομοι" είχαν ήδη τιμωρηθεί από τη λαϊκή ψήφο (να σημειωθεί εδώ πως αποτελεί πιθανότατα αστικό μύθο η δήθεν επικράτηση των βενιζελικών σε ψήφους, για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. http://www.phorum.gr/viewtopic.php?f=51&t=256644&hilit=%CE%94%CE%AE%CE%B8%CE%B5%CE%BD+%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B7+%CE%92%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%B6%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85). Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή ωστόσο, η επανάσταση του 1922, η δίκη κι εκτέλεση των εξ, το δημοψήφισμα για την αβασίλευτη δημοκρατία το 1924, από το οποία και απείχαν τα φιλοβασιλικά κόμματα, οδήγησαν τους αντιβενιζελικούς σε μια καθαρά αμυντική στάση, στην οποία οι αυτοχαρακτηρισμοί ως "νομιμόφρονες" και "συνταγματικοί", έναντι στην "στρατοκρατία" και τη "δεξιά" (sic), όπως αποκαλούσαν τα βενιζελογενή κόμματα, λειτουργούσαν ως κατάλληλη συνθηματολογική επένδυση. 

Σε ορισμένες περιπτώσεις οι καταγγελίες για την παραβίαση της νομιμότητας όπως την αντιλαμβάνονταν οι αντιβενιζελικοί, ωθούσε σε παροτρύνσεις προς τους οπαδούς να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους και να υπερασπιστούν με ένοπλη εξέγερση την ελευθερία τους. Η εφημερίδα "Αθηναϊκή", που πρωτοστατούσε στην εν λόγω επιχείρηση, καλούσε μάλιστα τους αναγνώστες της να εγγραφούν στον "Αντιστρατοκρατικόν σύνδεσμον", ιδρυτής του οποίου υπήρξε ο εκδότης της εφημερίδας. Ο ίδιος εξάλλου, στη διάρκεια της ¨βενιζελικής τυρρανίας¨ είχε ιδρύσει την '¨Αμυνα των καταναλωτών" κατά της ακρίβειας και της αισχροκέρδειας με σήμα την πράσινη μπουτουνιέρα των οπαδών της, εφόσον λόγω των συνθηκών δεν ήταν εφικτή μια πιο ανοιχτή αντικυβερνητική δραστηριότητα. Η τάση μερίδας αντιβενιζελικών παραγόντων να αυτονομούνται σε πιο ακραίες κατευθύνσεις από την επίσημη κομματική ηγεσία έγινε ακόμα πιο διακριτή κατά τις εκλογές του 1926, μετά την επαναστατική κυβέρνηση του στρατηγού Κονδύλη που είχε ανατρέψει τη δικτατορία Παγκάλου λίγους μήνες νωρίτερα, εκλογές που οδήγησαν στο σχηματισμό της οικουμενικής κυβέρνησης Ζαϊμη. Τη σημαία του αγώνα της αντιβενιζελικής βάσης που αμφισβητούσε τις επιλογές της ηγεσία σήκωσε κυρίως η οργάνωση του Φιλοσοφόπουλου "Συνταγματική δράσις", που καλούσε σε συγκεντρώσεις υπέρ της αποχής. Αναβίωση των επιστράτων του 1916 επιχείρησε η "Συνταγματική νεολαία", οργάνωση 2000 περίπου μελών, που είχε συσταθεί το 1924 κυρίως από απόστρατους βασιλικούς αξιωματικούς. Ο κύκλος της υπεράσπιστης της αντιβενιζελικής "συνταγματικότητας" ολοκληρώνεται το 1925, με την ίδρυση του "Πανελλήνιου Νεοσυνταγματικού Συνδέσμου" το οποίο από τη φύση των κύριων αιτημάτων του (εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού, περιορισμός του πολιτικού ρόλου του στρατού) φαίνεται πως λειτουργούσε ως μοχλός για την προώθηση πολύ συγκεκριμένων συντεχνιακών αιτημάτων τμήματος του αντιβενιζελικού "λαού".  

*Η ταλάντευση των εργατών μεταξύ ΣΕΚΕ κι αντιβενιζελικών φαίνεται εναργέστερα από τη γνωστή περίπτωση της υπερψήφισης υποψηφίων τόσο του ΣΕΚΕ όσο και τις Ηνωμένης Αντιπολίτευσης στις ιστορικές εκλογές του 1920, κάτι που επέτρεπε το τότε εκλογικό σύστημα με σφαιρίδια. 

Ενδεικτική βιβλιογραφία θα παρατεθεί στο τέλος του αφιερώματος. 

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

Μονοπώλια και Τρίτο Ράιχ Α. Η BMW και το γερμανικό υπουργείο Αεροπορίας

Αποτελεί κοινό τόπο σε ένα σημαντικό μέρος της αστικής ιστοριογραφίας πως οι μεγάλες επιχειρήσεις στη διάρκεια της ναζιστικής εξουσίας υφίσταντο πίεση ή ακόμα κι εκβιασμούς, ενώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσης απειλούνταν με κυρώσεις ή ακόμα και κρατικοποίηση. Το συνηθέστερο παράδειγμα που προβάλλεται προς επίρρωση αυτής της άποψης είναι εκείνο της κρατικοποίησης της επιχείρησης  του Hugo Junkers από το γερμανικό υπουργείου Αεροπορίας. Πέραν του ότι ακριβώς η ακρότητα αυτού του παραδείγματος το καθιστά ακατάλληλο για την εξαγωγή συνολικών συμπερασμάτων, η εξέταση άλλων περιπτώσεων στο χώρο της κατασκευής πολεμικών αεροσκαφών αποδεικνύει πως η εικόνα των πιεζόμενων και άβουλων επιχειρήσεων έναντι μιας παντοδύναμης καταπιεστικής κρατικής μηχανής είναι αν όχι παραπλανητική, τουλάχιστον εντελώς απλουστευτική.

  Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από τη μελέτη του Till Lorenzen, "Ελευθερία επιχειρηματικών κινήσεων της BMW στον κλάδο της κατασκευής κινητήρων αεροσκαφών 1933-1940" που εξετάζει αναλυτικά τις σχέσεις της διοίκησης της επιχείρησης, ενώ όπως υποστηρίζει τα συμπεράσματα του είναι αντιπροσωπευτικά για το σύνολο σχεδόν των σχετικών βιομηχανιών του κλάδου. Καταρχήν επισημαίνεται ότι νομικά τόσο η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής όσο και η ελευθερία των αποφάσεων σε σχέση με την πορεία της επιχείρησης παρέμεναν αναλλοίωτα. Στην πράξη η κρατική παρέμβαση, στην περίπτωση μας διαμέσου του υπουργείου Αεροπορίας εμφανίζεται έντονη στον τομέα της οργάνωσης της παραγωγής, όπου προϊόντος του χρόνου οι επιχειρήσεις ουσιαστικά διεκπεραιώνουν τις παραγγελίες που δίδονταν απευθείας από το υπουργείο, που αποτελούσε εξάλλου πρακτικά και το μόνο αγοραστή. Σε περιπτώσεις μη ικανοποιητικής απόδοσης, όπως συνέβη με τους κινητήρες BMW των γερμανικών πολεμικών αεροσκαφών που συμμετείχαν στον ισπανικό εμφύλιο, υπήρξαν και άμεσες παρεμβάσεις στα εσωτερικά των επιχειρήσεων, όταν το 1937 ο Γκαίρινγκ απαίτησε την συνολική αντικατάσταση του προσωπικού στο τμήμα σχεδίασης της επιχείρησης. Σημαντικό ρόλο έπαιζε το υπουργείο και στην κατανομή των πρώτων υλών, που ειδικά μετά τα μέσα της δεκαετίας του '30 σε ό,τι αφορά τα απαραίτητα μέταλλα βρισκόταν σε σημαντική έλλειψη, οδηγώντας τις επιχειρήσεις σε πλήρη σχεδόν εξάντληση των αποθεμάτων τους, ωστόσο δεν ισχύουν οι ισχυρισμοί περί ύπαρξης "κεντρικού σχεδιασμού" στην τροφοδοσία των επιχειρήσεων, τουλάχιστον για την περίοδο που εξετάζεται.

Ωστόσο σε μεγάλο βαθμό η BMW λειτουργούσε καθαρά αυτόνομα, ενώ ο κεντρικός στόχος, δηλαδή η κερδοφορία, όχι μόνο δε θίχτηκε, αλλά αναπτύχθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε μια μέτριου βεληνεκούς επιχείρηση (η κατασκευή κινητήρων αεροσκαφών αποτελούσε πριν το 1945 το βασικό τομέα δραστηριότητας, με την κατασκευή αυτοκινήτων αλλά και ποδηλάτων να έχει δευτερεύοντα ρόλο) πριν το 1933 να είναι στις παραμονές του πολέμου μια οκονομική δύναμη διεθνούς εμβέλειας.Η πολιτική επενδύσεων μόνο έμμεσα επηρεάστηκε από κρατικές οδηγίες, συνήθως δε αφηνόταν στην κρίση της διοίκησης. Επιπλέον ακόμα και στο κομμάτι όπου η κρατική καθοδήγηση ήταν εντονότερη, οι ιθύνοντες της BMW απαιτούσαν και συνήθως πετύχαιναν να συνδιαμορφώνουν τα πλάνα της παραγωγής, έχοντας στραμμένο το βλέμμα στην αναμενόμενη ανακοπή της ζήτησης, μετά τον διαφαινόμενο πόλεμο, εξέλιξη που προσπαθούσαν να προλάβουν ζητώντας ρήτρες από το κράτος σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Εξάλλου η σχεδόν πλήρης αναστολή των επενδύσεων και γενικά της επιχειρηματικής επέκτασης της BMW τις παραμονές του πολέμου έγινε σεβαστή από το υπουργείο Αεροπορίας δίχως τριβές.

Υπάρχουν και ζητήματα στα οποία χρησιμοποιούνται οι κρατικές διακηρύξεις προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η προαναφερθείσα θέση περί κρατικού καταναγκασμού στις επιχειρήσεις του Γ'Ράιχ. Πράγματι υπήρχε μια σειρά νομικών ρυθμίσεων για τις τιμές, εκ των υστέρων διατάγματα για τη διόρθωση των τιμών καθώς και υποχρέωση επιστροφής μέρους των κερδών στο κράτος. Στην πράξη ωστόσο αυτές οι θεσμικές πρωτοβουλίες είχαν καθαρά ρητορικό χαρακτήρα με προπαγανδιστικό αποδέκτη το γερμανικό λαό, αφού ούτε καν υπήρξε ποτέ κάποια άμεση ή έμμεση προσπάθεια του κράτους να επιβάλει τα διατάγματα του, πολλώ δε μάλλον να τιμωρήσει την BMW και τις συναφείς επιχειρήσεις για την πλήρη αδιαφορία τους να συμμορφωθούν. Μια ματιά δε στους ισολογισμούς της εταιρείας δείχνει πως η κερδοφορία όχι μόνο σε σχέση με το 1933, αλλά και σε σχέση με άλλους κερδοφόρους κλάδους της ήδη ευνοημένης πολεμικής βιομηχανίας εκτινάχθηκε σε ιλλιγιώδη ύψη. Ακόμα και στις περιπτώσεις που η διοίκηση της επιχείρησης προέβαινε σε ενέργειες κατόπιν κρατικής εντολής που δεν κάλυπταν τα συμφέροντα της, φρόντιζε να αποκτά άμεσα αντισταθμιστικά οφέλη. 

Η εικόνα που προκύπτει λοιπόν από αυτό το μεμονωμένο, αλλά ενδεικτικό (σύμφωνα με τον συγγραφέα) παράδειγμα μιας μονοπωλιακής επιχείρησης, εν προκειμένω μιας επιχείρησης που έφτασε σε αυτό το status ακριβώς κατά  την περίοδο των ναζί, δεν είναι εκείνο ενός κράτους-εντολέα κι μιας εταιρίας που θέλοντας και μη συμμορφωνόταν. Αντιθέτως προκύπτει ότι τη μερίδα του λέοντος των ουσιωδών αποφάσεων, δηλαδή αυτών που αφορούσαν η διασφάλιση της μεγιστοποίησης της κερδοφορίας παρέμενε στα χέρια της διοίκησης, με το κράτος ν'ακολουθεί συνήθως πρόθυμα. Το "αντάλλαγμα" της αποδοχής των κρατικών επεμβάσεων σε τεχνοκρατικά ή δευτερεύοντα διαχειριστικά ζητήματα δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση είτε με πλήρη, πόσο μάλλον ακούσιο από πλευράς επιχείρησης, κρατικό έλεγχο, ούτε καν με μονομερή άσκηση πίεσης μιας παντοδύναμης κρατικής μηχανής σε βάρος μιας δυσανασχετούσας διοίκησης. Οι τριβές που προέκυπταν είχαν να κάνουν με επιμέρους διαφωνίες ή αποτυχίες της εταιρείας (αεροπορία ισπανικού εμφυλίου) και πουθενά δεν υπέκρυπταν κάποιο ανταγωνισμό ή ουσιωδώς αντιτιθέμενα συμφέροντα. Προφανώς βέβαια οι στοχεύσεις του κάθε μονοπωλίου, άμεσες είτε πιο μεσομακροπρόθεσμες δε μπορούσαν πάντα να συμπίπτουν με εκείνες του Ράιχ, οι οποίες αφορούσαν συνολικά την καλλιέργεια, κυρίως διαμέσου του πολέμου και των συνακόλουθων κατακτήσεων ενός κλίματος ευνοϊκού για την περαιτέρω ενίσχυση του γερμανικού μονοπωλιακό καπιταλισμού ως σύνολο, στόχος που δεν αναιρείται από το γεγονός πως συγκεκριμένα τμήματα τους ή και μεμονωμένες επιχειρήσεις είχαν απευθείας πολιτικούς τους εκπροσώπους στην ηγεσία του Ράιχ. Η αποτίμηση του πολιτικού και οικονομικού ρίσκου που βρισκόταν πάντα στα χέρια της διοίκησης, καθώς και οι εν πολλοίς επιτυχημένες προσπάθειες της κατά της μέγιστης δυνατής μετακύλισης τους στον κρατικό προϋπολογισμό, δείχνουν μαζί με όλα τα προρρηθέντα πως τα ειωθότα της "ελεύθερης αγοράς" όχι μόνο δεν καταπατώνταν από ένα καθεστώς ολοκληρωτικού ελέγχου, όπως διατείνεται μεγάλη μερίδα αστών ιστορικών, αλλά βρήκε σε πληθώρα περιπτώσεων την πιο πλήρη έκφραση της. 


Βιβλιογραφία
Till Lorenzen, "Unternehmerische Handlungsspielräume der
Bayerischen Motoren Werke im Flugmotorenbau
1933–1940" στο Rüstung, Kriegswirtschaft und Zwangsarbeit im Dritten Reich, Andreas Heusler, Mark Spoerer, Helmuth Trischler (επιμ.), Oldenbourg Verlag 2011, 15-36