Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Συντηρητικός και φασιστικός λόγος στην Ελλάδα Β. Η σαγήνη του αυταρχισμού και τα αστικά πολιτικά κόμματα τη δεκαετία του '30

Το "φλερτ" των αστικών πολιτικών δυνάμεων, αρχής γενομένης από τους αντιβενιζελικούς αλλά επεκτεινόμενο σταδιακά και στις παρυφές της σοσιαλδημοκρατίας, χρονολογείται αρκετά διακριτά από την εποχή της δικτατορίας του Παγκάλου, ενώ βρίσκει την πλήρη του έκφανση στο α'μισό της δεκαετίας του '30. Στην πρώτη περίπτωση, όσες εφημερίδες, προερχόμενες από τον αντιβενιζελικό χώρο, στήριξαν το εγχείρημα, αφενός στηλίτευσαν όσους πολιτικούς του βενιζελογενούς φάσματος αρνήθηκαν να στηρίξουν τον Πάγκαλο, αφετέρου προπαγάνδιζαν ανοικτά την ανάγκη της επιβολής ενός αυταρχικότερου μοντέλου διακυβέρνησης, ακόμα κι αν αυτό συνεπαγόταν σημαντικούς περιορισμούς ή και αναστολή σε βασικές λειτουργίες του κοινοβουλετικού συστήματος. Ιδιαίτερη υποστήριξη δινόταν στο ιδεολόγημα-το οποίο ανακυκλώνεται έκτοτε κι ως τις μέρες μας σε τακτική βάση- της υπέρβασης "αριστεράς και δεξιάς" και του "κομματισμού". Σε πρώτη φάση βέβαια ο αντικοινοβουλευτισμός προβάλλονταν όχι ως ευκταίο, αλλά ως "έκτακτο μέτρο" που επέτασσαν οι εξαιρετικές συνθήκες. Ως τέτοιες προβάλλονταν οι έριδες του πολιτικού κόσμου, που απέτρεπαν τη λήψη αναγκαίων μέτρων όπως η περιστολή των δημοσίων δαπανών, η μείωση των προσλήψεων στο δημόσιο και η αύξηση της φορολογητέας βάσης.

Η αναγκαιότητα μιας κάποιας μορφής εκτροπής αναγνωριζόταν και από πολιτικούς όπως ο σοσιαλδημοκράτης "πατέρας της Α' ελληνικής δημοκρατίας" Αλέξανδρος Παπαναστασίου αλλά και παεπιστημιακούς με βενιζελικό υπόβαθρο, όπως ο Δημήτριος Αιγινήτης, που έφτασε μάλιστα ως το θώκο του υπουργού παιδείας στην κυβέρνηση Παγκάλου. Στη δεύτερη περίπτωση μάλιστα, καθαρότερα απ' ό,τι στην πρώτη, γίνονται φανεροί οι λόγοι για την ανάδυση της συναίνεσης μεταξύ των διαφορετικών εκπροσώπων του αστικού πολιτικού κόσμου. Όπως δήλωνε ο καθηγητής, ο φόβος για την ανατροπή του κοινωνικού καθεστώτος ήταν ο κύριος μοχλός των πράξεων του. Η προσέγγιση των δυο κυρίαρχων αντίπαλων πολιτικών ρευμάτων του μεσοπολέμου πάνω στη γραμμή του αντικομμουνισμού έμελε να εξελιχθεί σε πολλά επεισόδια ακόμα, και να βρει την ουσιαστική της πραγμάτωση μεταπολεμικά, ενόψει εμφυλίου.

Επί του παρόντος οι διαχωριστικές γραμμές βενιζελικών-αντιβενιζελικών εστιάζονταν κυρίως στο θέμα της βασιλείας. Ο αντιβενιζελικός τύπος έδωσε πολύ μεγάλη έμφαση από τα μέσα της δεκαετίας του '20 στη σημασία του βασιλικού θεσμού για την Ελλάδα, ως καταλληλότερου πολιτεύματος για την ιδιοσυγκρασία των κατοίκων της, στοιχείο που τονίζεται με ένταση πρωτόφαντη ακόμα και για τα μέτρα της ανέκαθεν φιλομοναρχικής αυτής παράταξης. Οι διαφορές για την σκοπιμότητα της βασιλείας, στο μέλλον θα ατονούσαν υπό το φως των ραγδαίων κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων, ωστόσο κατά την περίοδο που εξετάζουμε γνώρισαν όξυνση που αντίστοιχη της έχει να επιδείξει μόνο η εποχή του Διχασμού, κυρίως στο πρώτο μισό της δεκαετίας του '30, μετά και τα αποτυχημένα κινήματα του Πλαστήρα το '33 και το '35. Μερίδα μάλιστα του αντιβενιζελικού τύπου καταλόγιζε, με πολύ μεγαλύτερη δριμύτητα απ'ό,τι συνηθιζόταν τότε από τους εκπροσώπους της "εσωκομματικής αντιπολίτευσης", υπερβολική χαλαρότητα στην ηγεσία του Λαϊκού κόμματος και προσωπικά στον Παναγή Τσαλδάρη, που δεν κατανοούσε την κρισιμότητα των στιγμών και της ανάγκης δυναμικής ανταπάντασης της παράταξης του για να παταχθούν οι "ασύδοτοι δημοκράτες". Ακόμα και ναυαρχίδες του αντιβενιζελικού χώρου όπως η Καθημερινή, συντάσσονταν ολοένα και πιο ξεκάθαρα με το αντικοινοβουλευτικό ρεύμα*, κάτι που αποτυπώνει, μεταξύ άλλων, η έρευνα που δημοσιεύτηκε μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας το Γενάρη του 1934, με τίτλο "Δικτατορία ή κοινοβουλευτισμός', με αποδέκτες πολιτικούς άνδρες της εποχής. Εκεί πλειοψήφησαν σαφώς οι διαφόρων αποχρώσεων αντικοινοβουλευτικές απόψεις, ανάμεσα τους εκείνες του Γεωργίου Παπανδρέου, ο οποίος ναι μεν αρνούνταν την αναγκαιότητα της δικτατορίας στην Ελλάδα (είναι γνωστό εξάλλου πως επί Μεταξά ήταν από τους λίγους αστούς πολιτικούς που γνώρισαν τον εκτοπισμό, συγκεκριμένα στην Άνδρο), θεωρούσε ωστόσο πως σε συγκεκριμένες συνθήκες συνιστούσε εν δυνάμει ένα αναγκαίο κακό, ενώ σε παρόμοιο μήκος κύματος ο υφηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γρηγόρης Κασιμάτης, δεχόταν τη δικτατορία ως μεταβατικό στάδιο σε μια διαδικασία ανανέωσης του κοινοβουλευτισμού. 

Στην επόμενη ανάρτηση μας θα ολοκληρώσουμε την περιήγηση μας στις θεωρητικές συζητήσεις περί δικτατορίας και θα ασχοληθούμε με τις οργανώσεις που προώθησαν διάφορες μορφές της μέσω της δράσης τους. 


* Ο διευθυντής της οποίος, Γεώργιος Βλάχος πήρε ξεκάθαρη θέση λίγους μήνες αργότερα, συντασσόμενος με τη λογική του "αναγκαίου κακού" μιας χρονικά πεπερασμένης εκτροπής. 

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

Επισκόπησης της νεοελληνικής εκπαίδευσης Γ. Από το 1900 ως το 1917

Η πρώτη δεκαετία του 1900 κύλησε χωρίς εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, είχε ωστόσο σημαντικές εξελίξεις στο γλωσσικό ζήτημα, το οποίο για ευνόητους λόγους άπτονταν εκπαιδευτικών θεμάτων καθώς και την εμφάνιση της κομβικής προσωπικότητας του Αλέξανδρου Δελμούζου και των πρωτοποριακών για την εποχή μεθόδων τους. Πολιτικά η φαινομενική στασιμότητα, πέραν της περιοχής της Κρήτης με το κίνημα στη Θέρισο΄και την εμφάνιση του Ελευθέριου Βενιζέλου στην πολιτική σκηνή, συνταράσσεται από το κίνημα του Στρατιωτικού συνδέσμου στο Γουδί του 1909, εγκαινιάζοντας μια νέα φάση στον αστικό εκσυγχρονισμό της χώρας.

Το γλωσσικό, που ήδη είχε ξεκινήσει ν'απασχολεί έντονα την πολιτική και τη διανόηση από τις τελευταίες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα περνάει στη θερμή του φάση στις αρχές του 20ου αιώνα, με τα περιβόητα επεισόδια των Ευαγγελικών (1901) και των Ορεστειακών (1904). Στην πρώτη περίπτωση, οι ταραχές ξεκίνησαν με αφορμή τη δημοσίευση στην εφημερίδα Ακρόπολις μιας απόδοσης της Καινής Διαθήκης στη δημοτική από τον Αλέξανδρο Πάλλη, οπαδό των ιδεών του Ψυχάρη. Η αντίδραση στην πρωτοβουλία αυτή ενορχηστρώθηκε από τους καθηγητές της Φιλοσοφικής Σχολής Μιστριώτη* και Βάση, ενώ στο χώρο του τύπου, ναυαρχίδες του αντιδημοτικισμού όπως το "Εμπρός" και "Οι καιροί" ξιφουλκούσαν κατά του Πάλλη και της μετάφρασης του. Από τη χορεία των γλωσσαμυντόρων δε θα μπορούσε να λείψει η Ιερά Σύνοδος, αλλά και το ίδιο του Οικουμενικό πατριαρχείο που δια στόματος Ιωακείμ Γ' καταδίκασε την απόδοση του Πάλλη. Τα πνεύματα εκτραχύνθηκαν ωστόσο κατά τη διάρκεια του φοιτητικού συλλαλητηρίου, στο οποίο κάλεσαν οι φοιτητές της Θεολογικής σχολής, ενώ παρευρέθηκαν πολλοί και από τις άλλες σχολές του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κύρια αιτήματα ήταν η καύση όλων των αποδόσεων του Πάλλη στη δημοτική, καθώς κι ο αφορισμός του καθώς και όλων των εργαζόμενων στην εφημερίδα "Ακρόπολις". Κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης υπήρξαν 8 νεκροί και 150 τραυματίες, ανάμεσα τους ακόμα κι ο πρόεδρος της κυβέρνησης Γ. Θεοτόκη.

Η επόμενη κρίση με αιχμή του δόρατος το γλωσσικό, σε ηπιότερη έκταση αυτή τη φορά, ήταν τα λεγόμενα "Ορεστειακά" (1903), που προκλήθηκαν με αφορμή την απόφαση του Βασιλικού Θεάτρου (το σημερινό Εθνικό) να ανεβάσει την "Ορέστεια" του Αισχύλου σε μετάφραση του καθηγητή Σωτηριάδη, ένα μνημείο γλωσσικής αναποφασιστικότητας μεταξύ καθαρεύουσας και δημοτικής. Στο επίκεντρο των αντιδράσεων βρέθηκε και πάλι ο Μιστριώτης, ο οποίος μάλιστα επιχείρησε να συνδέσει τη χρήση της δημοτικής με τον πανσλαβισμό και τις διεκδικήσεις της Βουλγαρίας στη Μακεδονία. Φαίνεται πως τα προσωπικά κίνητρα δεν ήταν αμελητέα στη στάση του Μιστριώτη, ο οποίος, έχοντας ιδρύσει την "Εταιρεία αρχαίων δραμάτων" πιθανόν να φοβόταν την αύξηση του ανταγωνισμού για την είσπραξη των κρατικών επιχορηγήσεων, εφόσον γενικεύονταν η χρήση δημώδους γλώσσας στις παραστάσεις. Τα επεισόδια με πρωταγωνιστές τους φοιτητές για μια ακόμη φορά, μολονότι είχαν έναν νεκρό, ήταν ωστόσο ανίκανα να αποτρέψουν το ανέβασμα της παράστασης.

Στο αμιγώς εκπαιδευτικό πεδίο, σημαντικά γεγονότα υπήρξε η ίδρυση της "Φοιτητικής Συντροφιάς", αλλά κυρίως του "Εκπαιδευτικού ομίλου" το 1910, που έμελε να παίξει κομβικό ρόλο στην αναμόρφωση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Κορυφαίο γεγονός ωστόσο υπήρξε η λειτουργία του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείο Βόλου, υπό τη διεύθυνση του Αλεξάνδρου Δελμούζου από το 1908 ως το 1911, όταν το σχολείο έκλεισε, λόγω των αντιδράσεων από συντηρητικούς κύκλους της τοπικής κοινωνίας και όχι μόνο. O Δελμούζος, εκτός του ότι εισήγαγε το διεθνές κίνημα της "Νέας Αγωγής" (με κύρια χαρακτηριστικά την εμπειρική μάθηση και τη συνεργατική διδασκαλία) χρησιμοποίησε για πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά τη δημοτική. Την πολεμική κατά του Δελμούζου και του δημοτικού συμβουλίου που ίδρυσε το παρθεναγωγείο συντόνιζε η τοπική εφημερίδα "Κήρυξ", που ξεσπάθωνε κατά του "μαλλιαρού" , "εικοσιοκταετή νεανία". Αρνητική ήταν και η στάση του μητροπολίτης Δημητριάδος, που επισκεπτόμενος το σχολείο καταδίκασε το "ξενικό" του πνεύμα. Ψηφίσματα διαμαρτυρίας κατά του σχολείου αλλά και διαδηλώσεις κατά του "μασόνου" Δελμούζου έδιναν τον τόνο, αναγκάζοντας τελικά τις αρχές να κλείσουν το Παρθεναγωγείο τρία χρόνια μετά την ίδρυση του. Η ένταση κορυφώθηκε με την προσαγωγή του Δελμούζου και των δημοτικών συμβούλων Ζάχου και Σαράτση σε δίκη το 1914, τα περίφημα "Αθεϊκά" του Ναυπλίου, που οδήγησαν πάντως στην απαλλαγή των κατηγορουμένων από κάθε κατηγορία. 

Το κίνημα στο Γουδί και στη συνέχεια η πρώτη κυβέρνηση Βενιζέλου καθώς και οι Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-13 οριοθετούν το οριστικό πέρασμα της Ελλάδας σε έναν σύγχρονο, για τα δεδομένα των Βαλκανίων, καπιταλισμό και μια σχετικώς λειτουργούσα αστική δημοκρατία. Ο εκσυγχρονισμός της εκπαίδευσης γινόταν πιο επιτακτικός από ποτέ, αφού οι εκθέσεις για την κατάσταση της δεν παρουσίαζαν αξιόλογη πρόοδο σε σχέση με εκείνη τρεις δεκαετίες νωρίτερα. Το διατυπωμένο ήδη από τη δεκαετία του 1870 αίτημα για την "πρακτικότητα" της εκπαίδευσης έγινε προσπάθεια να αποτυπωθεί πειστικά στα νομοσχέδια του 1913, την εισηγητική έκθεση των οποίων έγραψε ο Δημήτρης Γληνός. Στο νέο εξαετές δημοτικό σχολείο προβλεπόταν να παρέχονται εμπορικές, βιοτεχνικές, βιομηχανικές και γεωργοκτηνοτροφικές γνώσεις. Εμφανέστερος ήταν όμως ο προσανατολισμός του νέου εκπαιδευτικού συστήματος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπου προβλεπόταν ο διαχωρισμός σε γυμνάσιο έξι ετών και τριετές αστικό σχολείο. Η ταξική στόχευση αυτού του διαχωρισμού διόλου δεν αποκρυβόταν από το νομοθέτη. Το γυμνάσιο, κατά τον εισηγητή, θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες τῆς ἀνωτέρας τάξεως και θα φιλοξενεί στους κόλπους του τοὺς μέλλοντας ἐπιστήμονας, τοὺς μεγαλοκτηματίας, τοὺς μεγαλεμπόρους, τοὺς μεγαλοβιομηχάνους, τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ πᾶσαν τὴν ἀνωτέραν ὑπαλληλίαν τοῦ κράτους. Τα αστικά σχολεία προορίζονταν για την μέσην ἀστικήν τάξιν και απευθύνονταν στους μέλλοντας ἐμπόρους, μικροβιομηχάνους καί βιοτέχνας, τούς γεωργοκτηματίας, τούς ἐμποροϋπαλλήλους, τήν κατωτέραν ὑπαλληλίαν τοῦ κράτους. Για την αποφυγή πλήρων στεγανών μεταξύ της μικροαστικής και της μεσοαστικής και μεγαλοαστικής τάξης (η εργατική προορίζονταν κατά μείζονα λόγο να αρκεστεί στην αναβαθμισμένη πρωτοβάθμια εκπαίδευση), προβλεπόταν η δυνατότητα εισόδου των αποφοίτων των αστικών σχολείων κατόπιν εξετάσεων σε μια από τις τρεις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου. 

Επιπλέον καινοτομίες του νομοσχεδίου ήταν η εισαγωγή της παρακολούθησης συμπληρωματικών μαθημάτων από ήδη εργαζόμενους, με ρήτρες μάλιστα για όσους εργοδότες δεν την επέτρεπαν στους υπαλλήλους τους, η εξομοίωση της εκπαίδευσης αρρένων και θηλέων, η ίδρυση πρακτικών σχολείων για κορίτσια καθώς και του πρώτου Τεχνικού Διδασκαλείου. Για άλλη μια φορά, τα συντηρητικά αντανακλαστικά ισχυρής μερίδας του πολιτικού κόσμου απέτρεψαν την εφαρμογή του νομοσχεδίου, ωστόσο οι μεταρρυθμίσεις σχετικά με την πρακτική εκπαίδευση θηλέων και η δημιουργία Τεχνικού Διδασκαλείου άρχισαν να υλοποιούνται ένα χρόνο αργότερα. Ένα μέρος της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1913 εφαρμόστηκε τελικά με τα νομοσχέδια του 1917, που θεσπίστηκαν επί εθνικού Διχασμού στο προσωρινό κράτος της Θεσσαλονίκης. Συγκεκριμένα εισάγονταν οριστικά πια η δημοτική στα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης, με την καθαρεύουσα να διδάσκεται στις δυο τελευταίες τάξεις. Θεσπίστηκαν επίσης νέοι όροι συγγραφής, διάθεσης και διάρκειας των σχολικών βιβλίων, μέριμνα για την επιμόρφωση των δασκάλων, και αποκέντρωση των σχολείων. Ωστόσο, η υλοποίηση ενός πραγματικά εκσυγχρονιστικού εκπαιδευτικού προγράμματος θα εκκρεμούσε για καιρό ακόμη.

*Ενός σημαντικού φιλολόγου με πολύπλευρο έργο, το οποίο έμελε να επισκιαστεί εξαιτίας των υπερσυντηρητικών γλωσσικών του απόψεων. 

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Συντηρητικός και φασιστικός λόγος στην Ελλάδα Ι. Αντιβενιζελισμός στον Διχασμό και το Μεσοπόλεμο

Το βασικό χαρακτηριστικό του αντιβενιζελικού λόγου είναι η κυρίαρχη θέση που καταλαμβάνει σε αυτόν η έννοια "λαός" σε αντιδιαστολή προς το "έθνος" το οποίο είχε οικειοποιηθεί κατά μείζονα λόγο ο βενιζελισμός. Αυτό δε σημαίνει πως είχε εξοβελίσει τον πρώτο όρο από τη ρητορική του, μόνο το ότι τον χρησιμοποιούσε ως δηλωτικό μιας οντότητα ευεπίφορης στην εξαπάτηση και τα ολισθήματα, σε αντίθεση με το υπερβατικό "έθνος", που ανάγονταν πέρα από συγκεκριμένα πρόσωπα σε αναλλοίωτη κατηγορία. Σε συμβολικό επίπεδο, η σύνδεση "λαού"-αντιβενιζελικών αποτυπώνεται στην έκδοση, το 1917

Η διαφοροποίηση αυτή δεν ήταν τυχαία, αλλά αντανακλά κι ένα συγκεκριμένο ταξικό υπόβαθρο, κάτι που γίνεται ποιο φανερό από την αυτοαναγόρευση των αντιβενιζελικών σε προστάτες των "λαϊκών" και των "εργαζόμενων τάξεων". Η ορολογία ήταν σκόπιμα συσκοτιστική και γενικόλογη κατά την πρώτη περίοδο που εξετάζουμε, δηλαδή εκείνη του Α' Παγκόσμιου πολέμου, γίνεται ωστόσο αρκετά σαφής κατά την αμέσως επόμενη, ειδικά από τα μέσα της δεκαετίας του '20, όταν σε ένα ευρύ φάσμα αντιβενιζελικών εφημερίδων γίνεται πιο συγκεκριμένη οριοθέτηση των στρωμάτων που εξέφραζε ή υποστήριζε πως εκφράζει η συγκεκριμένη παράταξη. Γίνεται λόγος για "εργαζόμενους και παραγωγικό κόσμο, επαγγελματίες, βιοτέχνες, επιστήμονες, δημόσιους και ιδιωτικούς υπαλλήλους, στρατιωτικούς, μικροαγρότες και μικροκεφαλαιούχους" ενώ ενίοτε δηλώνεται χωρίς περιστροφές πως οι αντιβενιζελικοί εκπροσωπούν τη "μέση αστική τάξη". Επρόκειτο δηλαδή για την πολιτική έκφραση ενός κοινωνικού συνονθυλεύματος, αποτελούμενο κυρίως από μικροαστούς διαφόρων διαστρωματώσεων, του χωριού και της πόλης, ανθρώπους του κρατικού μηχανισμού, εκπροσώπους ημιφεουδαρχικών καταλοίπων του προηγούμενου αιώνα, αλλά και σημαντικά τμήματα της σχετικά ολιγάριθμης ακόμα, αλλά αναπτυσσόμενης εργατικής τάξης, ιδιαίτερα μάλιστα πριν την ίδρυση του ΣΕΚΕ*. Επρόκειτο για μια ευρεία κατηγορία ατόμων που αισθάνονταν, για διαφορετικούς και όχι κατ'ανάγκη συμβιβαζόμενους λόγους, την απειλή από τους μεγαλοαστούς που στη μεγάλη τους πλειονότητα εκπροσωπούνταν από τους βενιζελικούς. Οι λόγοι πέραν των πιο γενικών και συχνά ασύνειδων για τα ίδια τα υποκείμενα (αντίθεση μισθωτής εργασίας-εργοδοσίας, οι φόβοι της μικρής ιδιοκτησίας για απορρόφηση της από τη μεγαλύτερη, η ανησυχία για την πρόσβαση στον κρατικό μηχανισμό) είχαν τις ρίζες τους σε μια πολύ απτή πραγματικότητα, την αισχροκέρδεια μεγαλεμπόρων, πλοιοκτητών και μεγαλοπαραγωγών, κατά βάση βενιζελικών, που επωφελούνταν από τις σκληρές συνθήκες του πολέμου, και ειδικά από την κατάσταση που διαμορφώθηκε μετά το συμμαχικό αποκλεισμό του Πειραιά το 1916, ο οποίος προκάλεσε ακόμα και περιστατικά λιμού στην πρωτεύουσα.

Υπό αυτό το πρίσμα, είναι ευνόητη η χρήση "αντιπλουτοκρατικών" συνθημάτων και αιτημάτων στον αντιβενιζελικό λόγο. Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά, ειδικά κατά την περίοδο του εθνικού διχασμού, είναι εκείνο της αύξησης της φορολογίας των αλευροβιομηχάνων και των εφοπλιστών, και της μείωσης της στις "ασθενέστερες τάξεις". Θέματα που άπτονται της διαβίωσης των φτωχότερων στρωμάτων πρωταγωνιστούν συχνά στα πρωτοσέλιδα του αντιβενιζελικού τύπου. Η στενή σύνδεση του Βενιζέλου με τα συμφέροντα της Ανάντ γινόταν εύκολος στόχος για τη διατύπωση κατηγοριών ξενοδουλείας από πλευράς της αντιπολίτευσης, η οποία στο οικονομικό επίπεδο εκφραζόταν με τις λεόντειες συμβάσεις με την Ούλεν για την ύδρευση και την Πάουερ για τον ηλεκτρισμό. Με το πέρασμα στο Μεσοπόλεμο, ιδιαίτερα από τα μέσα της δεκαετίας του '20 κι εξής, οι επιθέσεις στην "ληστρικήν κεφαλαιοκρατίαν" δεν υποχωρούν μεν, ωστόσο συνοδεύονται και από μια νέα οριοθέτηση της αντιβενιζελικής παράταξης στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο: εκείνο της αντιδιαστολής προς τον "εργατικόν κομμουνισμόν", ο οποίος μολονότι αριθμητικά αδύναμος, είχε κάνει ήδη αισθητή την παρουσία του στο πολιτικό και συνδικαλιστικό πεδίο. 

Ένα άλλο σταθερό, αλλά οψιμότερο σχετικά, στοιχείο του αντιβενιζελικού λόγου, είναι εκείνο της "νομιμοφροσύνης" της παράταξης και των οπαδών της. Η παραβίαση της νομιμότητας συνίστατο στη διάσπαση του ελληνικού κράτος με τη μεταφορά της έδρας της βενιζελικής κυβέρνησης στη Θεσσαλονίκη, στην απροκάλυπτη ανάμειξη των δυνάμεων της αντάντ στα εσωτερικά της χώρας καθώς και την απομάκρυνση του βασιλιά από το θρόνο και τη χώρα, ενός προσώπου που θεωρούνταν ως εγγυητής του πολιτεύματος, της ομαλότητας και της αξιοπιστίας της χώρας στον "πεπολιτισμένον κόσμον".  Κατά την περίοδο προ του 1922, το συγκεκριμένο κομμάτι της ρητορικής τους δεν προβάλλονταν ιδιαίτερα, κάτι που οφείλεται τόσο στη βενιζελική λογοκρισία, όσο και στο ότι ως κυβέρνηση μετά το 1920 δεν είχαν λόγους να προβάλλουν το συγκεκριμένο στοιχείο εφόσον οι "άνομοι" είχαν ήδη τιμωρηθεί από τη λαϊκή ψήφο (να σημειωθεί εδώ πως αποτελεί πιθανότατα αστικό μύθο η δήθεν επικράτηση των βενιζελικών σε ψήφους, για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. http://www.phorum.gr/viewtopic.php?f=51&t=256644&hilit=%CE%94%CE%AE%CE%B8%CE%B5%CE%BD+%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B7+%CE%92%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%B6%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85). Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή ωστόσο, η επανάσταση του 1922, η δίκη κι εκτέλεση των εξ, το δημοψήφισμα για την αβασίλευτη δημοκρατία το 1924, από το οποία και απείχαν τα φιλοβασιλικά κόμματα, οδήγησαν τους αντιβενιζελικούς σε μια καθαρά αμυντική στάση, στην οποία οι αυτοχαρακτηρισμοί ως "νομιμόφρονες" και "συνταγματικοί", έναντι στην "στρατοκρατία" και τη "δεξιά" (sic), όπως αποκαλούσαν τα βενιζελογενή κόμματα, λειτουργούσαν ως κατάλληλη συνθηματολογική επένδυση. 

Σε ορισμένες περιπτώσεις οι καταγγελίες για την παραβίαση της νομιμότητας όπως την αντιλαμβάνονταν οι αντιβενιζελικοί, ωθούσε σε παροτρύνσεις προς τους οπαδούς να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους και να υπερασπιστούν με ένοπλη εξέγερση την ελευθερία τους. Η εφημερίδα "Αθηναϊκή", που πρωτοστατούσε στην εν λόγω επιχείρηση, καλούσε μάλιστα τους αναγνώστες της να εγγραφούν στον "Αντιστρατοκρατικόν σύνδεσμον", ιδρυτής του οποίου υπήρξε ο εκδότης της εφημερίδας. Ο ίδιος εξάλλου, στη διάρκεια της ¨βενιζελικής τυρρανίας¨ είχε ιδρύσει την '¨Αμυνα των καταναλωτών" κατά της ακρίβειας και της αισχροκέρδειας με σήμα την πράσινη μπουτουνιέρα των οπαδών της, εφόσον λόγω των συνθηκών δεν ήταν εφικτή μια πιο ανοιχτή αντικυβερνητική δραστηριότητα. Η τάση μερίδας αντιβενιζελικών παραγόντων να αυτονομούνται σε πιο ακραίες κατευθύνσεις από την επίσημη κομματική ηγεσία έγινε ακόμα πιο διακριτή κατά τις εκλογές του 1926, μετά την επαναστατική κυβέρνηση του στρατηγού Κονδύλη που είχε ανατρέψει τη δικτατορία Παγκάλου λίγους μήνες νωρίτερα, εκλογές που οδήγησαν στο σχηματισμό της οικουμενικής κυβέρνησης Ζαϊμη. Τη σημαία του αγώνα της αντιβενιζελικής βάσης που αμφισβητούσε τις επιλογές της ηγεσία σήκωσε κυρίως η οργάνωση του Φιλοσοφόπουλου "Συνταγματική δράσις", που καλούσε σε συγκεντρώσεις υπέρ της αποχής. Αναβίωση των επιστράτων του 1916 επιχείρησε η "Συνταγματική νεολαία", οργάνωση 2000 περίπου μελών, που είχε συσταθεί το 1924 κυρίως από απόστρατους βασιλικούς αξιωματικούς. Ο κύκλος της υπεράσπιστης της αντιβενιζελικής "συνταγματικότητας" ολοκληρώνεται το 1925, με την ίδρυση του "Πανελλήνιου Νεοσυνταγματικού Συνδέσμου" το οποίο από τη φύση των κύριων αιτημάτων του (εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού, περιορισμός του πολιτικού ρόλου του στρατού) φαίνεται πως λειτουργούσε ως μοχλός για την προώθηση πολύ συγκεκριμένων συντεχνιακών αιτημάτων τμήματος του αντιβενιζελικού "λαού".  

*Η ταλάντευση των εργατών μεταξύ ΣΕΚΕ κι αντιβενιζελικών φαίνεται εναργέστερα από τη γνωστή περίπτωση της υπερψήφισης υποψηφίων τόσο του ΣΕΚΕ όσο και τις Ηνωμένης Αντιπολίτευσης στις ιστορικές εκλογές του 1920, κάτι που επέτρεπε το τότε εκλογικό σύστημα με σφαιρίδια. 

Ενδεικτική βιβλιογραφία θα παρατεθεί στο τέλος του αφιερώματος. 

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

Επισκόπηση της νεοελληνικής εκπαίδευσης Γ. Από το 1857 ως το τέλος του 19ου αιώνα

Οι αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στο εκπαιδευτικό σύστημα κατά το β' μισό του 19 αιώνα ήταν μικρές, όπως πιστοποιούν και οι σχετικές διατάξεις στο σύνταγμα του 1864, που ουσιαστικά αναπαράγουν τις αντίστοιχες του προηγούμενου του 1844, βασισμένες οι ίδιες στο έργο της Αντιβασιλείας. Από την άλλη, οι αλλαγές στο πολιτικό, αλλά κυρίως στο οικονομικό πεδίο, με τον βραδύ και άνισο μεταξύ των τομέων οικονομικής δραστηριότητας, αλλά σταθερό αστικό εκσυγχρονισμό της χώρας, ο οποίος στο πολιτικό πεδίο εκφράζεται κατεξοχήν με την εισαγωγή της δεδηλωμένης το 1875, την άνοδο του Τρικούπη στην εξουσία για πρώτη φορά το ίδιο έτος και τη θέσπιση του δικομματικού συστήματος εναλλαγής μεταξύ τρικουπικών-δηλιγιαννικών. Υπό αυτό το πρίσμα, δεν ήταν λίγοι όσοι συνειδητοποιούσαν την αποκοπή της εκπαίδευσης από τις παραπάνω εξελίξεις και την ανάγκη εκσυγχρονισμού της. Ειδικότερα, αρχίζουν να διατυπώνονται συγκεκριμένες προτάσεις από εκπροσώπους της πολιτείας (ενδεικτικά αναφέρονται, εκτός από τον Χαρ. ριστόπουλο, οι: Επαμ. Δεληγιώργης, Αθαν. Πετσάλης, Αντ. Μαυρομιχάλης, υπουργοί Παιδείας) από φορείς (Σύλλογος προς διάδοσιν Ελληνικών Γραμμάτων, Επιτροπή επί της εμψυχώσεως της Εθνικής Βιο‐
μηχανίας) αλλά και από ιδιώτες (Αλέξ. Σούτζος Ιωάν. Σκαλτσούνης, Εμμ. Δραγούμης, Ιωακείμ Παυλίδης, Δημ. Βικέλας) για καθιέρωση συστήματος και «πρακτικής» εκπαίδευσης στα σχολεία που θα συνέδεε την εκπαίδευση με την οικονομία. Όλοι αυτοί αγωνίζονται για την «βιομηχανικήν εκπαίδευσιν», «την διδασκαλίαν των τεχνών» και την πρακτική «εις βίον μόρφωσιν» πιστεύοντας στην ανάγκη προσαρμογής της εκπαίδευσης στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της κοινωνίας και την
προετοιμασία του μαθητή για την ένταξή του στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή. Κεντρικά αιτήματα είναι η καθολική στοιχειώδης εκπαίδευση, η στροφή του περιεχομένου της διδασκαλίας σε πρακτικότερες κατευθύνσεις και η προσαρμογή της εκπαίδευσης στις απαιτήσεις της οικονομικής ανάπτυξης με την καθιέρωση συστήματος δημόσιας εμπορικής και «πρακτικής» εκπαίδευσης.

Οι προβληματισμοί αυτοί -διόλου τυχαία με βάση τα όσα περιγράψαμε πιο πριν-κορυφώνονται από τις αρχές της δεκαετίας του 1870, και βρίσκουν και την αντανάκλαση τους σε συγκεκριμένες ενέργειες στην κατεύθυνση αυτή. Κομβικός υπήρξε ο ρόλος του "Συλλόγου προς διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων" ο οποίος είχε ιδρυθεί το 1869 και είναι γνωστός κυρίως για το έργο του υπέρ της διάδοσης της ελληνικής παιδείας στις τουρκοκρατούμενες και συχνά εθνικά διαφιλονικούμενες περιοχές. Η επιρροή του αφορούσε ωστόσο και στο εκπαιδευτικό σύστημα του ελληνικού κράτους, κυρίως μέσω των υποτροφιών που έδινε σε σπουδαστές διδασκαλικών επαγγελμάτων στο εξωτερικό. Το 1871, τρεις υπότροφοι του συλλόγου εστάλησαν στη Γερμανία για να φοιτήσουν πλάι στο μεγάλο παιδαγωγό Johann Friedrich Herbart, εισηγητή της λεγόμενης συνδιδακτικής μεθόδου. Όταν αποφοίτησαν το 1874, οι Παπαμάρκου, Μωραϊτης και Οικονόμου ήταν και οι πρώτοι που έφεραν τη μέθοδο αυτή στην Ελλάδα, ενώ ο δεύτερος συνέγραψε και σειρά οδηγών προς τους συναδέλφους τους. Από το 1880 η συνδιδακτική επιβλήθηκε με διάταγμα σε όλα τα σχολεία της επικράτειας, με υποχρεωτική μετεκπαίδευση των δασκάλων, που απολύονταν αν δε συμμορφώνονταν. Για την εποχή της πρωτοποριακή, η συνδιδακτική δεν ήταν παρά μια έκφανση της δασκαλοκεντρικής μεθόδου, που αντικατέστησε την ως τότε κυρίαρχη στην Ελλάδα αλληλοδιδακτική και σύμφωνα με την οποία όλο το διδακτικό έργο επαφίεται στο διδάσκοντα-παντογνώστη, ενώ οι μαθητές αντιμετωπίζονται ως άγραφα χαρτιά και παθητικοί αποδέκτες. Ενδιαφέρον είναι πάντως πως μέχρι σήμερα η διάταξη των σχολικών αιθουσών όπως προβλέπονται από τη συνδιδακτική μέθοδο, δηλαδή ορθογώνια δωμάτια, με παράθυρα μόνο από τη μία πλευρά, και στην κορυφή υπερυψωμένη η έδρα του δασκάλου παραμένει με μικρές αλλαγές κυρίαρχη στο εκπαιδευτικό μας σύστημα. 

Επόμενος σταθμός για την περίοδο που εξετάζουμε υπήρξε η ψήφιση του νόμο BTMΘ' του 1895, επί κυβέρνησης Δηλιγιάννη, o οποίος αναμόρφωσε την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, χωρίς να επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές στις υπόλοιπες βαθμίδες. Η στοιχειώδης εκπαίδευση κατακερματίστηκε σε διάφορους τύπους σχολείων: Το γραμματοδιδασκαλεία με 4-6 χρόνια φοίτησης, που ιδρύονταν σε φτωχές αγροτικές περιοχές όπου δεν υπήρχαν άλλοι τύποι σχολείων, τα κοινά δημοτικά σε μεγάλα χωριά και κωμοπόλεις με 4 τάξεις και τα πλήρη εξατάξια δημοτικά, όπου οι δημοτικοί πόροι το επέτρεπαν. Ένα περίπλοκο σύστημα εξετάσεων οδηγούσε τελικά στη μείωση των μαθητών, ενώ η είσοδος στα πανεπιστήμια παρέμενε χωρίς εξετάσεις για τους αποφοίτους των Ελληνικών σχολείων. Οι άλλες καινοτομίες του νόμου υπήρξαν η θέσπιση του θεσμού του επιθεωρητή (έως τότε διορίζονταν μόνο έκτακτοι επιθεωρητές, γνωστότεροι όσοι συνέταξαν την περιβόητη έκθεση του 1883, με την οποία διεκτραγωδούνταν η άθλια κατάσταση στο χώρο της παιδείας) καθώς και η πρόβλεψη για τη δημιουργία σχολείων θηλέων σε περιοχές όπου υπήρχαν 25 και πάνω μαθήτριες, μέτρο που πρακτικά όμως είχε μάλλον πενιχρά αποτελέσματα. Για πρώτη φορά προβλέπεται επίσης η ίδρυση νηπιαγωγείων, αποκλειστικά από ιδιώτες ωστόσο. Η πρωτοβουλία (1897) για τη δημιουργία του πρώτου "Πρότυπου νηπιακού κήπου" όπως ονομάστηκε καθώς και του Διδασκαλείου Νηπιαγωγών Καλλιθέας ανήκει στην Αικατερίνη Λασκαρίδου, πρόεδρος της "Ένωσης Ελληνίδων". Σε ιδιωτικά χέρια "αφήνεται" και η περιλάλητη τεχνική εκπαίδευση, η οποία παρουσιάζει σημαντική αύξηση στα χρόνια αυτά. 

Όπως ήταν λογικό, κανείς δεν ήταν ικανοποιημένος με τις αλλαγές αυτές, κι έτσι σε διάστημα μόλις 4 ετών παρουσιάζεται και νέα νομοθετική πρωτοβουλία, το λεγόμενο νομοσχέδιο Ευταξία, από το όνομα του τότε υπουργού παιδείας. Σύμφωνα με αυτό η πρωτοβάθμια εκπαίδευση διακρίνονταν σε δύο κύκλους, τον πρώτο τριετή για την παροχή των βασικών γνώσεων και το δεύτερο τετραετή για όσους δεν επιθυμούσαν να συνεχίσουν στην επόμενη βαθμίδα, ώστε να ολοκληρώσουν τη στοιχειώδη τους εκπαίδευση εκεί. Ως γλώσσα διδασκαλίας ορίζεται η καθαρεύουσα ενώ εισάγεται σειρά μαθημάτων με πρακτικό χαρακτήρα, κυρίως σε σχέση με τις γεωργικές εργασίες. Στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση ορίζονταν δύο επάλληλοι κύκλοι τετραετούς διάρκειας έκαστος. Ειδική μνεία γινόταν στην τεχνική εκπαίδευση, η οποία προβλεπόταν να καλύπτει τον εμπορικό, το βιομηχανικό και τον επαγγελματικό τομέα. Για το σκοπό αυτό προβλεπόταν η χορήγηση υποτροφιών στο εξωτερικό για την εκπαίδευση του κατάλληλου προσωπικού. Τέλος γινόταν αναφορά στην ανάγκη ίδρυσης παιδαγωγικής πανεπιστημιακής σχολής καθώς και δύο Διδασκαλείων θηλέων. Η προσπάθεια σχετικού εκσυγχρονισμού που εισηγούνταν το νομοσχέδιο Ευταξία έπεσε στο κενό λόγω της καταψήφισης του από τους βουλευτές, ακόμα και της κυβερνητικής πλειοψηφίας, πλην ορισμένων επουσιωδών διατάξεων που έγιναν δεκτές. Κατόπιν αυτού ο Ευταξίας παραιτήθηκε, συνεχίζοντας να αρθρογραφεί στην κατεύθυνση της προώθησης του αστικού εκσυχρονισμού στα ελληνικά σχολεία. Η αναντιστοιχία βάσης-εποικοδομήματος σε ό,τι αφορά το εκπαιδευτικό σύστημα έμελλε να αρθεί μερικώς μόλις στις αρχές του επόμενου αιώνα.  

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Επισκόπηση της νεοελληνικής εκπαίδευσης: Β. Βαυαροκρατία

Επί βαυαροκρατίας έλαβε την επί έναν αιώνα οριστική του μορφή το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, συγκεκριμένα με μια σειρά νόμων που ψηφίστηκαν μεταξύ 1833-1837. Με στόχο τη νομοθετική θεμελίωση και οργάνωση συνολικά του νεοελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος εξέδωσε διάταγμα «Περί συστάσεως ἐπιτροπῆς πρός διοργανισμόν τῶν σχολείωn» της οποίας σκοπός ήταν αφενός η πληροφόρηση της Αντιβασιλείας περί της καταστάσεως της δημόσιας εκπαίδευσης αφετέρου η υποβολή σʹ αυτήν πρότασης για τα μέσα βελτίωσής της,  ενώ με άλλο διάταγμα η Αντιβασιλεία καθόρισε τα καθήκοντα του Γραμματέως «ἐπί τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καί τῆς Δημοσίου Ἐκπαιδεύσεως τῆς Ἐπικρατείας». Η αντιβασιλεία είχε ως στόχο τη μεταφύτευση του συγκεντρωτικού κλασσικιστικού βαυαρικού  αλλά και του γαλλικού συστήματος σε ό, τι αφορούσε τη στοιχειώδη εκπαίδευση, στα ελληνικά εδάφη, κάτι που διαπνέει όλη την αντίστοιχη νομοθεσία, αν και αυτή καθ'αυτή η μίμηση ξένων προτύπων δεν ήταν κάτι νέο στα εκπαιδευτικά πράγματα, ήδη από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Εξάλλου ήταν λογικό πως μια άρτι ανεξαρτητοποιημένη μικρή χώρα δε θα μπορούσε να έχει δική της παράδοση στην παιδαγωγική επιστήμη.   Η πρωτοβάθμια βαθμίδα περιλάμβανε το επτατάξιο υποχρεωτικό δημοτικό σχολείο, το οποίο χρηματοδοτούνταν από τους δήμους αλλά και εισφορές των γονέων. Όποιος επιθυμούσε να συνεχίσει την εκπαίδευση του σε ανώτερη βαθμίδα πήγαινε κατόπιν εξετάσεων στο τριτάξιο ελληνικό σχολείο, από το οποίο χωρίς εξετάσεις μπορούσε να φοιτήσει στο τετρατάξιο επίσης δωρεάν γυμνάσιο, που με τη σειρά του οδηγούσε στη δωρεάν τριτοβάθμια εκπαίδευση. Παράλληλα λειτουργούσε μια σειρά επαγγελματικών σχολειών για όσους ολοκλήρωναν την υποχρεωτική εκπαίδευση και δεν θα συνέχιζαν στην ανώτερη. Σημαντικό ρόλο σε αυτό το κομμάτι έπαιξε η έρευνα του γνωστού Φιλέλληνα Ειρηναίου Θείρσιου (Friedrich von Thiersch) o οποίος μεταξύ άλλων πρότεινε και την ίδρυση πολυτεχνείου, το οποίο πράγματι λειτούργησε από το 1836, αρχικά ως σχολείο τεχνικής εκπαίδευσης. 

Οι οικονομικές δυσκολίες των δήμων και των γονέων οδήγησαν την πλειονότητα των δημοτικών σχολείων σε υπολειτουργία, ενώ τα δευτεροβάθμια βρισκόταν μόνο στις πρωτεύουσες επαρχιών και νομών, σε μια περίοδο που τα 2/3 του πληθυσμού κατοικούσαν στην ύπαιθρο και οι συγκοινωνίες ήταν υποτυπώδεις. Παρά την Ωστόσο η μεγάλη αδυναμία του νέου αυτού συστήματος ήταν ο προσανατολισμός των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, με την αποκλειστική του σχεδόν προσήλωση στην ελληνική αρχαιότητα. Ενδεικτικό είναι πως ήδη από την πρώτη δημοτικού ξεκινούσε η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής, ενώ το 1856 θεσπίστηκε πως αποκλειστική γλώσσα σε όλη την υποχρεωτική εκπαίδευση. Οι εξετάσεις συνίσταντο στις ερωταπαντήσεις κλίσεων και ρημάτων της αρχαίας ελληνικής. Το αρχαιολατρικό πνεύμα εντεινόταν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπου τα αρχαία, τα λατινικά και η ιστορία της αρχαίας Ελλάδας καταλάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος του προγράμματος, σε βάρος των θετικών επιστημών αλλά και της μεταγενέστερης ελληνικής και διεθνούς ιστορίας. Χαρακτηριστικό των συνεπειών της μονομερούς εκπαίδευσης ήταν η διαρκής πρόσκληση ξένων μηχανικών και τεχνιτών για την εκτέλεση των πολυάριθμων τεχνικών έργων, ιδίως στην επεκτεινόμενη πρωτεύουσα.  Ακόμα πιο δυσάρεστη ήταν η θέσπιση των σωματικών ποινών και της άτεγκτης πειθαρχίας ως παιδαγωγικών μεθόδων, που συνόδευσε το εκπαιδευτικό σύστημα για πολλές δεκαετίες ακόμα. Αξίζει επίσης να αναφερθεί πως από τη μέση και ανώτατη εκπαίδευση γινόταν δεκτοί μόνο άρρενες μαθητές, όπως υποδηλώνει η αποκλειστική χρήση του όρου "παίδας" στη νομοθεσία. 


Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Σύντομη επισκόπηση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος Μέρος Α'

Με την ευκαιρία της υπερψήφισης του νέου (άθλιου, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας) νομοσχεδίου για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση θα επιχειρήσουμε μια μικρή αναδρομή στην πολύπαθη διαδρομή του νεοελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, η εξέλιξη του οποίου αντικατοπτρίζει κάτι πολύ βαθύτερο από "τα καπρίτσια του εκάστοτε υπουργού" για να χρησιμοποιήσω το γνωστό κλισέ που ακούγεται στα ΜΜΕ σε κάθε ανάλογη περίσταση. Η διαδρομή μας ξεκινάει από τον Καποδίστρια και φτάνει ως τις μέρες μας. 

Α. Η περίοδος του Καποδίστρια (1828-1831)

Ο Καποδίστριας είναι γνωστός για τις σημαντικές προσπάθειες του να θέσει τις βάσεις για την σωστή ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Αν και κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του για τη μη ίδρυση πανεπιστημίου, στην πραγματικότητα πρόθεση τού ήταν πρώτα να εδραιώσει ένα ισχυρό σύστημα στοιχειώδους και μέσης εκπαίδευσης, το οποίο με τη σειρά του θα μπορούσε μελλοντικά να τροδοδοτήσει την τριτοβάθμια. Στόχος του ήταν να συστήσει "σχολεία τυπικά" και παράλληλα  νὰ ἱδρύσει «σχολεῖα ἀνωτέρας τάξεως διὰ τοὺς νέους ἕλληνας, τόσον τοὺς ἀφιερωθησομένους  εἰς τὰ ἐκκλησιαστικά, ὅσο καὶ εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ ὑπηρετήσουν τὴν πατρίδα, εἰς τὰ πολιτικὰ ἢ νὰ διατρέξουν τὸ στάδιον τῶν ἐπιστημῶν, τῶν τεχνῶν καὶ τῆς φιλολογίας».   Έδινε επίσης σημασία στη δημιουργία καταρτισμένου επαγγελματικού δυναμικού γι'αυτό και επιθυμούσε να δώσει από την αρχή πρακτικό προσανατολισμό στα ελληνικά σχολεία, υπό την επίδραση και των ιδεών του Ελβετού παιδαγωγού Πεσταλότσι, που τύγχανε να γνωρίζει προσωπικά. Χαρακτηριστικό είναι πως ίδρυσε τη Γεωργική Σχολή Τίρυνθας, το Κεντρικό πολεμικό σχολείο Ναυπλίου, Εκκλησιαστική σχολή στον Πόρο, τα λεγόμενα χειροτεχνία και διάφορα εργαστήρια εκμιάθησης πρακτικών τεχνών. Σημαντικός σταθμός αποτελεί η ίδρυση του Ορφανοτροφείο της Αίγινας, για τα παιδιά που είχαν χάσει τους γονείς τους κατά την επανάσταση, τα οποία πλανιόντουσαν άσκοπα και συχνά οδηγούνταν στη διαφθορά και την παραβατικότητα, στο οποίο και εφαρμόστηκε για πρώτη φορά το σύστημα της αλληλοδιδακτικής μεθόδου, που αποτλεί και το σήμα κατατεθέν της εκπαιδευτικής πολιτικής του Καποδίστρια.  Ο κυβερνήτης ενδιαφέρθηκε προσωπικά για τη λειτουργίου του ορφανοτροφείου, το οποίο επισκεπτόταν τακτικά, ενώ ενίσχυε μεμονωμένους τροφίμως υλικά και τους βοήθησε στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία. 

Τα αίτια βέβαια για την χρήση της εν λόγω μεθόδου ήταν περισσότερο πρακτικά παρά παιδαγωγικά, κυρίως η έλλειψη επαρκούς αριθμού διδασκόντων, παρότι το σύστημα υποστηριζόταν και επιστημονικά από το συνεργάτη του Καποδίστρια Ι. Κοκκώνη, ο οποίος είχε μεταφράσει και το γαλλικό σύγγραμα περί αλληλοδιδασκαλίας του Sarazin. Το κενό αυτό καλούνταν να καλύψουν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ή πιο προχωρημένοι σε επίπεδο μαθητές που δίδασκαν τους μικρότερους ή πιο αδύναμους. Σαφώς κι έγιναν προσπάθειες για την αναπλήρωση των εκπαιδευτικών κενών μέσα από την ίδρυση του αλληλοδιδακτικού Διδασκαλείου της Αίγινας, γνωστό ως "Κεντρικό Σχολείο" αλλά και με τη θέσπιση εξετάσεων για την παροχή του δικαιώματος διδασκαλίας, όπου μπορούσε να συμμετέχει ελεύθερα όποιος έκρινε πως διέθετε τις γνώσεις. Παρότι το έργο του κυβερνήτη ανακόπηκε από τη δολοφονία του στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831, είχε καταφέρει μέσα σε τρία χρόνια να ιδρύσει 121 σχολεία με σχεδόν 10000 μαθητές σε μια επικράτεια που τότε περιλάμβανε κάτι παραπάνω από μισό εκατομμύριο κατοίκους. 

Βιβλιογραφία θα παρατεθεί συγκεντρωτικά στο τέλος του αφιερώματος

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

Μονοπώλια και τρίτο Ράιχ. Γ. Η Bosch κατά την περίοδο διακυβέρνησης των ναζί

Η Bosch, που είχε ιδρυθεί το 1886 από τον Robert Bosch, αποτελούσε την περίοδο που εξετάζεται, την τρίτη μεγαλύτερη βιομηχανία ηλεκτρικών ειδών, μετά την Siemens και την AEG. Η άμεση εμπλοκή της στα πολεμικά σχέδια του Ράιχ χρονολογείται από το 1937 όταν η εταιρεία αναλαμβάνει για λογαριασμό του γενικού επιτελείου της Βέρμαχτ να παράγει βοηθητικά εξαρτήματα για πολεμικά οχήματα, αεροπλάνα και όπλα. Για το σκοπό αυτό μάλιστα, ίδρυσε μια θυγατρική, την ELFI, γνωστή αργότερα ως Triller-Werke στην ως τότε μικρή πόλη του Hildesheim, που έμελε να εξελιχθεί σε σημαντικό μέχρι τις μέρες μας βιομηχανικό κέντρο με 100000 κατοίκους. Οι εγκαταστάσεις της Bosch έμειναν άθικτες από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς, κάτι το οποίο επέτρεψε στα εργοστάσια της να δουλεύουν σε πλήρεις ρυθμούς μέχρι το τέλος του πολέμου. Ενδιαφέρον παρουσιάζει πως, παρότι ηγετικά μέλη της διοίκησης φέρονται εμπλεγμένα σε αντιναζιστικές οργανώσεις, σε κανένα σημείο η πολιτική της επιχείρησης δεν απέκλινε από την αγαστή συνεργασία με τις ναζιστικές αρχές, γεγονός κατανοητό από το ότι συνιστούσε μια πολύ ασφαλή οδό προς την κερδοφορία.

Στην περίπτωση της Bosch υπάρχει ένα σοβαρό εμπόδιο μεθοδολογικής φύσης, το οποίο έγκειται στη συγκριτική σπανιότητα πρωτογενών πηγών. Πέραν του αργού αποχαρακτηρισμού των αρχείων της επιχείρησης, ένα σημαντικό της μέρος για την περίοδο που μας αφορά καταστράφηκε σε πυρκαγιά το 1944, ενώ υπάρχουν ενδείξεις και για σκόπιμη καταστροφή επιβαρυντικών στοιχείων για τις σχέσεις με το ναζιστικό καθεστώς. Επιπλέον, η φύση της ενδοεταιρικής επικοινωνίας ήταν τέτοια, ώστε πολλές αποφάσεις λαμβάνονταν δίχως να αφήνουν ουσιαστικά γραπτά κατάλοιπα, κι έτσι συχνά μόνο εικασίες εκ του αποτελέσματος μπορούν να γίνουν.

Η ίδια η δημιουργία των εγκαταστάσεων στο Hildesheim εντάσσεται σε ένα σχέδιο αποκέντρωσης των ναζί, για οικονομικούς λόγους, αλλά κι επειδή κρίθηκε (ορθώς όπως τελικά αποδείχτηκε) πως σε περίπτωση πολεμικής αναμέτρησης προσφερόταν μεγαλύτερη ασφάλεια. Το αρχικό κόστος της επένδυσης, που ανήλθε περίπου στα 25 εκ. Reichsmark ανελήφθη σχεδόν εξολοκλήρου από το Γενικό επιτελείου στρατού, ενώ και για κάθε συνδρομή της εταιρείας διασφαλίστηκαν γενναιόδωρα, φορολογικά και άλλα, ανταλλάγματα. Το υψηλότερο κόστος παραγωγής στο Hildesheim σε σχέση με τα άλλα εργοστάσια της εταιρείας ανέστειλε λίγο την απόσβεση, σε σχέση με παρεμφερείς επιχειρήσεις την ίδια εποχή, αλλά και τα κεντρικά της εταιρείας στη Στουτγάρδη. Η σχετική έλλειψη ειδικευμένων εργατικών χεριών, έγινε προσπάθεια να καλυφθεί μερικώς από την αύξηση του ωραρίου από 48 σε 60 ώρες, σε δύο βάρδιες για 5,5 μέρες, και την εισαγωγή σεμιναρίων κατάρτισης, εντός του εργοστασίου, ενώ το λιγοστό ειδικευμένο προσωπικό εργαζόταν κατά τρόπο που κρινόταν πως αύξανε την παραγωγικότητα του. Οι αμοιβές ωστόσο κινούνταν κάτω από το μέσο όρο για αντίστοιχες εργασίες σε ομοειδείς εταιρείες του κλάδου.

Από τον πρώτο χρόνο του πολέμου άρχισε σε ευρεία κλίμακα η χρήση ξένων εργατών, οι οποίοι έφτασαν τελικά να αριθμού τα 2/3 του προσωπικού. Οι προϊστάμενοι των τμημάτων διαμαρτύρονταν συχνά για αύξηση των κακών χειρισμών εν ώρα εργασίας και την εν γένει συμπεριφορά των αλλοδαπών, ωστόσο η έρευνα δείχνει πως εκείνοι που αντιδρούσαν περισσότερο στις συνθήκες εργασίας ήταν οι Γερμανοί εργάτες, πιθανόν γιατί ένιωθαν λιγότερο ευάλωτοι σε κατασταλτικές πολιτικές από τους ξένους συναδέλφους τους. Αυξημένες απουσίες από την εργασία σημειώνονταν κυρίως από Γερμανούς, ενώ και οι προσπάθειες της διοίκησης σε συνεργασία με την DAF (κορπορατίστικη οργάνωση με στόχο την αναψυχή μετά την εργασία) να δώσει κίνητρα απόδοσης ή να διοργανώσει ψυχαγωγικές δραστηριότητες μετά την εργασία έπεσαν στο κενό. Κατόπιν τούτου η διοίκηση προχώρησε καταδόσεις βραδυπορούντων ή "τεμπέληδων" στην Γεστάπο, απ'όπου οι ένοχοι κατευθύνονταν σε στρατόπεδα εργασίας ή καταδικάζονταν σε μακροχρόνια φυλάκιση. Το εργοστάσιο ήταν κι επίκεντρο αντιστασιακών δραστηριοτήτων, ένας μάλιστα εργάτης απαγχονίστηκε για το λόγο αυτό.

Παρά την τελική μεγάλη συμμετοχή ξένων εργατών στο δυναμικό της εταιρείας, όπως αναφέρθηκε, αρχικά οι αιτήσεις της διοίκησης για την παροχή τους στο Γενικό επιτελείο στέφθηκαν από μάλλον μέτρια επιτυχία, λόγω του ότι αφενός δεν υπήρχε αρκετό εξειδικευμένο προσωπικό στις τάξεις των πρώτων επιστρατευμένων και αιχμαλώτων, αφετέρου διότι οι αρχές έδιναν βάρος σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις, θεωρώντας πως σύντομα θα έληγε ο πόλεμος άρα δεν υπήρχε λόγος για ενίσχυση όλων των βιομηχανιών που ασχολούνταν με την παραγωγή πολεμικού υλικού. Σύντομα αυτές οι προσδοκίες ανατράπηκαν, ωστόσο οι τεχνικές δελεασμού κι εξαναγκασμού ξένων εργατών οργανώθηκαν καλύτερα, με αποτέλεσμα την αφειδώλευτη διοχέτευση τους σε επιχειρήσεις, μεγάλες, μεσαίες αλλά και μικρότερες, ακόμα και σε οικογενειακές φάρμες. Το μεγαλύτερο μέρος τους προερχόταν από την ΕΣΣΔ, κυρίως τη Ρωσία, δευτερευόντως από την Πολωνία και δυτικές χώρες (Βέλγιο, Γαλλία, Ολλανδία, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και Ιταλοί) ενώ ένα 30% ως 35% ήταν γυναίκες, που λόγω της φύσης της εργασίας κρινόταν καλύτερες για τον χειρισμό μικρών αντικειμένων. Οι ειδικευμένοι εργάτες καθώς και οι πανεπιστημιακές εκπαίδευσης εργαζόμενοι προέρχονταν περίπου ομοιόμορφα από όλες τις εθνικότητες.

Οι διαχωρισμοί μεταξύ των εργατών ήταν σημαντικοί αναλόγως με την ιεραρχία τους στη φυλετική κλίμακα των ναζί. Οι δυτικοί εργάτες είχαν την ίδια αντιμετώπιση με τους Γερμανούς, μισθολογικά, στο ωράριο, την παροχή κουπονιών σίτισης και τη γενικότερη συμπεριφορά τους. Αποκλείονταν ωστόσο από κάποιες επιπλέον παροχές της επιχείρησης στους εργαζόμενους της και κατοικούσαν περιφραγμένοι από τους άλλους στις εργατικές κατοικίες πλησίον του εργοστασίου. Σε γενικές γραμμές οι συνθήκες στο Hildesheim ήταν καλές, ιδιαίτερα συγκρινόμενες με εκείνες σε άλλα ομοειδή περιβάλλοντα, με αποτέλεσμα οι ξένοι εργάτες να επιδιώκουν τη μεταφορά τους εκεί. Για την κατάσταση των ανατολικών εργατών δεν είναι γνωστά πολλά πράγματα, ωστόσο φαίνεται πως ήταν ασύγκριτα χειρότερες. Οι κατοικίες τους ήταν χειρότερης ποιότητας, μακριά από το χώρο εργασίας στον οποίο έπρεπε να πηγαίνουν με τα πόδια. Τα ρούχα τους ήταν τα μεταχειρισμένα των Γερμανών και δυτικών συναδέλφων τους, ενώ ασφαλέστερη ένδειξη των συνθηκών εργασίας αποτελεί η συχνότητα των αναρρωτικών αδειών μέσα στη συγκεκριμένη ομάδα. Κακή φαίνεται πως ήταν και η επισιτιστική τους κατάσταση, δεδομένου μάλιστα το ότι ούτε εκείνη των συναδέλφων τους χαρακτηρίζεται ως ικανοποιητική, οι δε Γερμανοί εργάτες παρά τη λήψη κουπονιών σίτισης συμπλήρωναν τη διατροφή τους χάρη στη φροντίδα των οικογενειών τους. Με βάση μαρτυρίες οι Πολωνοί ήταν η πλέον στοχοποιημένη ομάδα, που έκανε τις βαρύτερες δουλειές, και δεχόταν τις σκαιότερες συμπεριφορές από τη διοίκηση αλλά και από συναδέλφους.

Η αντίληψη περί "ανθρώπινης" μεταχείρισης, τουλάχιστον των δυτικών εργαζόμενων εξηγείται εν πολλοίς λόγω των άθλιων συνθηκών που επικρατούσαν σε άλλες επιχειρήσεις του κλάδου κι όχι μόνο, παρά από πραγματικά γεγονότα. Σε κάθε περίπτωση το τέλος του πολέμου, συνεπώς και της φτηνής καταναγκαστικής εργασίας δε σήμανε και το τέλος της κερδοφορίας των εγκαταστάσεων του Hildesheim, και τις Bosch εν γένει (μοναδική απώλεια η κοινωνικοποίηση των κεντρικών της στο υπό σοβιετικό έλεγχο ανατολικό Βερολίνο), αφού οι συγκεκριμένες απώλειες αντισταθμίστηκαν και με το παραπάνω από πρόσφυγες προερχόμενους από άλλα κατεστραμμένα μέρη της Γερμανίας, αλλά και Γερμανούς μειονοτικούς από την Ανατολική Ευρώπη.

Stefan A. Oyen, Manfred Overesch„ Starter für den Krieg“
Bosch Hildesheim im Dritten Reich, στο Rüstung, Kriegswirtschaft und Zwangsarbeit im Dritten Reich, Andreas Heusler, Mark Spoerer, Helmuth Trischler (επιμ.), Oldenbourg Verlag 2011, 107-137